Το δηλητήριο


Δεν ήξερε τι ήταν αυτό που την έκανε να αντιδράσει έτσι. Μάλλον η δική του αντίδραση στο τηλεφώνημα που είχε προηγηθεί κι ότι η απάντησή του δεν κάλυπτε τίποτα εκτός από το κενό.
Ακολούθησε, όπως έκανε εδώ και δύο μήνες, την απόφασή του να ξαπλώσουνε να κοιμηθούνε ενώ η ίδια ένιωθε τα σύννεφα να σκιάζουν τον ήδη μαύρο ουρανό της σχέσης τους. Δεν μπορούσε όμως να σπάσει το τείχος που σήκωνε ανάμεσά τους. Και δεν μπορούσε να κρύψει πόσο την πονούσε αυτό.
Το χτύπημα στην πόρτα την έκανε να τιναχτεί. Η ίδια φωνή που είχε στοιχειώσει τους εφιάλτες των τελευταίων μηνών, ακούστηκε έξω από την πόρτα. Χαρακτηριστική φωνή. Κι ας την είχε ακούσει μόνο από το τηλέφωνο, όταν μιλούσε αυτός μαζί της. Ένιωσε να ζαρώνει και να γίνεται ένα μικρό κουβαράκι στα λόγια της. Η καρδιά της κόντευε να σπάσει. Για κάποιο περίεργο λόγο, το σκηνικό της θύμισε τον αιώνιο εφιάλτη της. Μόνο που έξω ήταν μόνο ένα άτομο- εκείνη. Και δεν γελούσε. Αλλά η ίδια ένιωσε να την περιγελούν.
Αυτός σηκώθηκε και άνοιξε την πόρτα. Ένιωσε παρά άκουσε τις απαντήσεις του, ενώ όλο της το σώμα πάγωνε. Γύρισε στο κρεβάτι , ξάπλωσε δίπλα της ίσα για να ακούσουνε τα βήματά της να γυρνάνε πίσω και την πόρτα να χτυπάει ξανά. Και την ίδια φωνή που απαιτούσε να μπει μέσα. Στο δωμάτιο τους. Στο μικρό παράδεισό τους. Κοίταξε με απελπισία γύρω της καθώς οι τοίχοι μίκραιναν και την εγκλώβιζαν. Γύρισε να της πει να περιμένει. Και πως θα γυρίσει σύντομα. Οι τοίχοι στένευαν γύρω της κι ένιωσε την ανάσα της να την εγκαταλείπει.
Δεν ήξερε πόση ώρα πέρασε. Δεν τόλμησε να κοιτάξει το ρολόι. Το ρολόι της καρδιάς της είχε σταματήσει να χτυπάει περιμένοντάς τον. Σηκώθηκε όρθια προσπαθώντας να κατανικήσει τον πανικό που την κύκλωνε. Έπλενε τα πιάτα μηχανικά όταν τον άκουσε να γυρίζει. Δεν τολμούσε να τον κοιτάξει, αλλά ήξερε πως έπρεπε να το κάνει. Δεν ήθελε να μάθει τι έγινε, αλλά ήξερε πως έπρεπε να ρωτήσει. Και το έκανε ακούγοντας μετά τις πολλαπλές αρνήσεις , αυτό που ήδη ήξερε.
Προσπάθησε να καταπολεμήσει το αίσθημα της ναυτίας και την διάθεση φυγής. Ήταν πολλά χρόνια σ’ αυτόν τον εφιάλτη για να ξέρει πως τα φαντάσματα τα νικάει μόνο η απομυθοποίησή τους. Κι ενώ όλα μέσα της ζητούσαν κραυγάζοντας για ένα ψέμα, δεν μπορούσε παρά να αφεθεί σ’ αυτό που τόσα χρόνια βίωνε και γνώριζε καλά, την απόρριψη.
Η ανάσα της σταμάτησε καθώς μέσα της ένιωσε κάτι να σπάει, κάτι που ο απόηχός του σκόρπισε όλους τους ήχους, κάτι που τάισε το θεριό της σιωπής. Τον κοίταξε κι είδε στα μάτια του τον ίδιο πόνο, την ίδια κατάρα, το ίδιο κενό. Έκατσε στην καρέκλα και τον κάλεσε να κάτσει μαζί της. Ήθελε να πέσει στα γόνατα και να τον παρακαλέσει να της πει ένα ψέμα, ένα ψέμα ισάξιο της αλήθειας, ισάξιο της αγάπης, ισάξιο του έρωτα. Δεν έκανε τίποτα απ’ όλα αυτά.
Τον αγαπούσε. Γι’ όλα όσα πρέσβευε κι όλα όσα ήταν. Τον αγαπούσε με απόλυτη συναίσθηση από την αρχή για όλες του τις αδυναμίες. Αλλά όχι γι’ αυτήν. Το δικό τους φίδι δεν τους κέρασε το μήλο, απλά την γνώση του πεπερασμένου τους εγώ. Κι αυτοί ήταν αδύναμοι χωρίς τον έρωτά τους. Η Ηρώ τον κοίταξε κι αποφάσισε πως αυτόν τον παράδεισο δεν θα τον έχανε για  το δέντρο της γνώσης, ούτε για τον πειρασμό της παραίτησης. Δεν θα έφευγε και θα τον κρατούσε μαζί της, γιατί ήξερε καλά πως κανείς δεν ζει στον επίγειο κόσμο χωρίς το πλευρό του.
Η ίδια ήταν μόνο το πλευρό, αλλά ήταν σίγουρη για τον προορισμό της. Προσπάθησε να κατευνάσει μέσα της την θύελλα της αμφιβολίας ψάχνοντας για πολλοστή φορά στα μάτια του την επιβεβαίωση της αγάπης. Και τότε μόνο άρχισε να μιλάει. Δεν θα θυμόταν την άλλη μέρα τι είχε πει. Ήξερε μόνο πως έπρεπε να στηρίξει με όλες τις δυνάμεις τον έρωτα αυτό που έβλεπε να βυθίζεται στο σκοτάδι.
Ο Πασχάλης ξάπλωσε και κοιμήθηκε. Η ίδια δεν κατάφερε. Κάτι είχε μπει στο αίμα της και το ένιωθε να κυλάει παντού. Το δάγκωμα του φιδιού στην καρδιά της είχε αφήσει το δηλητήριο του. Κι αυτό γέμιζε την μέχρι τότε στερεή αγάπη της με ζήλεια, παράπονο, αμφιβολία. Γύρισε και τον κοίταξε ζητώντας το αντίδοτο. Ξάπλωσε δίπλα του και σφίχτηκε γερά πάνω στην γυρισμένη του πλάτη. Αυτός απομακρύνθηκε κολλώντας πάνω στον τοίχο.
Η Ηρώ δάγκωσε με δύναμη τον καρπό της μέχρι που είδε το κόκκινο αίμα να μουσκεύει τους καρπούς της. Δεν θα άφηνε το δηλητήριο μέσα της..

Η υπόσχεση


Ο Πάρις χαμήλωσε την μουσική και τέντωσε τ’ αυτιά του. Αυτός ο απροσδιόριστος ήχος που έφερνε ο αέρας ήταν πολύ οικείος, αλλά δεν μπορούσε ακόμα να εντοπίσει την πηγή του. Εκείνη την στιγμή χτύπησε το κινητό του . Κοίταξε τον αριθμό περισσότερο μηχανικά παρά από ενδιαφέρον ή περιέργεια. Είχε πάψει να αισθάνεται και τα δύο εδώ και καιρό. Ήταν σχεδόν σίγουρο πως ήταν για δουλειά. Δεν θα τον ρωτούσαν πως αισθάνεται, ποιος είναι, που χάθηκε η ψυχή του. Αλλά ακόμα κι αν γινόταν αυτή η παρατυπία, δεν θα ήξερε και δεν θα ήθελε να απαντήσει.
Καθόταν μέσα στο σταματημένο αυτοκίνητο και κάπνιζε αρειμανίως , καθυστερώντας την στιγμή της επιστροφής στο σπίτι. Δεν είχε φάει τίποτα όλη την μέρα και το στομάχι του πονούσε , αλλά πιο πολύ πονούσε η γνώση πως δεν τον περίμενε κανένας εκεί που έμενε, πως δεν υπήρχε κάποιος να νοιαστεί για την πείνα ή την δίψα του, πως οι τέσσερις τοίχοι δεν ήταν η καλύτερη παρέα για τις σκέψεις του, πως ο χώρος που θα επέστρεφε δεν θύμιζε σε τίποτα σπίτι.
Όταν ο έρωτας για την Φαίη τον ταρακούνησε βίαια από την ρουτίνα και την απάθειά του και ξεκίνησε το σταματημένο ρολόι της ζωής του, θεώρησε πως ήταν ευλογία, πως ήταν η ευκαιρία του να αρχίσει να ζει ξανά, να γίνει ο άντρας που ονειρεύτηκε να γίνει και στην πορεία της καθημερινότητας τον ξέχασε συμβιβαζόμενος . Το πρώτο τους φιλί τον έκανε να αισθανθεί σαν έφηβος και γέμισε ενέργεια και πάθος, ξύπνησε το όνειρο κι αυτός αποφάσισε να το ακολουθήσει με κάθε κόστος.
Λίγους μήνες μετά ένιωθε πως είχε φτάσει στα όριά του. Οι θυσίες του δεν αναγνωριζόταν ή δεν φαινόταν να έχουν αποτέλεσμα, ένιωθε ακόμα πιο μόνος από πριν και κυνηγώντας το όνειρο βρέθηκε αντιμέτωπος με τον εφιάλτη. Δεν αμφέβαλλε για την αγάπη της Φαίης, αλλά κατάλαβε πως αυτό δεν έφτανε για να γίνουν ευτυχισμένοι. Το όνειρο ξεθώριασε και κάθε μέρα φαινόταν να βρίσκεται ακόμα πιο μακριά από την προηγούμενη.
Ήταν κουρασμένος και απογοητευμένος , ένιωθε να φθείρεται και ο έρωτας, που τόσο κυνήγησε, έγινε η μαύρη τρύπα που κατάπινε την ενέργεια και την δύναμή του. Οι συνεχείς αντιπαραθέσεις μεταξύ τους, οι συγκρούσεις ακόμα και για τα πιο απλά και καθημερινά πράγματα, τον είχαν κάνει να βλέπει ένα τείχος να υψώνεται ανάμεσά τους, που κάθε μέρα υψωνόταν λίγα μέτρα παραπάνω και κάθε μέρα τον έκλεινε περισσότερο στον εαυτό του.
Προσπαθώντας να σώσει τον εαυτό του και το όνειρο χρησιμοποίησε σαν ασπίδα αυτόν τον εγκλεισμό , που τον βοηθούσε να μειώσει τον πόνο, να κρατηθεί όρθιος, να επιζήσει. Ήθελε να ξεφύγει από όλα αυτά , αλλά χωρίς να προδώσει την αγάπη κι αυτό τον έκανε να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στον θυμό και στην απελπισία, όταν αυτή του η μάχη φαινόταν να περνάει απαρατήρητη.
Πριν από λίγες μέρες  είχανε μάθει η Φαίη ήταν έγκυος. Ήταν κάτι που και οι δύο επεδίωκαν και λαχταρούσαν , αλλά τους πάγωσε και τους δύο όταν το έμαθαν. Από την πρώτη φορά που έκαναν έρωτα μέχρι κι εκείνη την στιγμή, ο Πάρις χυνόταν μέσα της σαν αφρισμένο ποτάμι κι αυτή άνοιγε σαν θάλασσα να τον δεχτεί, έγλυφε τον βυθό της κι αυτή κατάπινε λαίμαργα μέχρι και την τελευταία σταγόνα του, ώσπου εξαντλημένοι ξεχνούσαν που άρχιζε ο ένας και που τελείωνε ο άλλος, μέχρι να νιώσουν πραγματικά πως γίνονται ένα.
Αυτή η τέλεια ένωση πήρε ζωή κι αυτοί δεν τολμούσαν να την αντικρύσουν. Αποφάσισαν πως δεν μπορούν να προχωρήσουν κι ένιωσαν κι οι δυο προδότες και προδομένοι την ίδια στιγμή. Ο Πάρις παρέμεινε ως θεατής σ’ αυτό που συνέβαινε και δικαίωνε τους φόβους και την προηγούμενη συμπεριφορά του. Κάτι μέσα του πέθανε όταν η πλάστιγγα έγειρε προς την απόρριψη του ονείρου.
Η Φαίη κοίταξε με άδεια μάτια τον τοίχο απέναντί της. Είχε πλέον στεγνώσει από δάκρυα. Έβαλε τα χέρια της απαλά πάνω στην κοιλιά της και δάγκωσε τα χείλη της μέχρι να ματώσουν. Ο πόνος μέσα της δεν έλεγε να καταλαγιάσει. Η μήτρα της παλλόταν και οι συσπάσεις της την γέμιζαν θυμό και απελπισία. Ένιωθε να διαλύεται και να εξαφανίζεται σε μια άνιση μάχη, που δεν ήξερε ποιος ήταν ο εχθρός.
Μετά από μέρες απραξίας και συνεχούς οδύνης κατόρθωσε να σηκώσει το κεφάλι της και να αποφασίσει να παλέψει. Να παλέψει για τον έρωτα αγνοώντας τις αντιξοότητες, να θυμίσει στον Πάρι το όνειρο και την υπόσχεση και να ρίξουνε μαζί το τείχος που τους είχε χωρίσει. Ήταν σίγουρη πως μαζί μπορούσαν να το καταφέρουν.
Ξεκίνησε το απόγευμα να τον βρει αποφασισμένη να μην αφήσει τίποτα να την εκνευρίσει, να την αποπροσανατολίσει, τίποτα να μπει ανάμεσά  τους. Χαμογέλασε τρυφερά καθώς έπαιρνε το μπουκάλι με την μπύρα χωρίς αλκοόλ από τα ράφια του σουπερ μάρκετ , έτοιμη να τον πειράξει, όπως συνήθιζε πριν φτάσουν σ’ αυτό το σημείο. Πάρκαρε το αμάξι και σήκωσε πεισματάρικα το κεφάλι της καθώς ανέβαινε τα σκαλιά.
Σιγοτραγουδούσε καθώς ανέβαινε το αγαπημένο της τραγούδι, σύμβολο και υπόσχεση του έρωτά τους. «Σύννεφα του γιαλού θε να αρματώσω, θα’ μια στο πλάι σου και ας ματώσω..» . Είχαν ματώσει αρκετά μέχρι σήμερα. Καιρός να γλύψουν τις πληγές τους και να προχωρήσουν.
Εδώ και μερικές μέρες ήταν άρρωστος κι αυτό βάρυνε ακόμα περισσότερο την ατμόσφαιρα και την διάθεσή του. Η Φαίη αποφάσισε να προσπεράσει την δικαιολογημένη κακοκεφιά και τον εκνευρισμό του και να συζητήσει μαζί του ανοιχτά. Ήταν καιρός να μοιραστούνε τους φόβους, τον πόνο και την δυστυχία, που κρατούσαν αυτόν σε απόσταση και την ίδια κρυμμένη πίσω από ένα προσωπείο, που δεν αναγνώριζε.
Λίγο αργότερα κλεισμένη στην ζεστή του αγκαλιά προσπάθησε να του μιλήσει, να ανοίξει πρώτη το κουτί της Πανδώρας για να βγάλουν έξω όλα όσα ένιωθαν, να σφιχτούν ο ένας δίπλα στον άλλο, να εξιλεωθούν μέσα από την αγάπη τους. Ο Πάρις της είπε πως δεν μπορούν και δεν πρέπει να το κάνουν αυτό. Ότι ο μόνος τρόπος για να αντέξουν και να ανταπεξέλθουν σ’ αυτήν την περίπτωση είναι να μείνουν σταθεροί στην απόφασή τους και να μην συζητήσουν ποτέ ξανά γι’ αυτό.
Η Φαίη ένιωσε να χάνει όση δύναμη είχε μαζέψει. Αν και όλα συνηγορούσαν πως τελικά αυτό θα ήταν το αποτέλεσμα, το μυαλό , η καρδιά και το σώμα της, όλα αντέδρασαν σ’ αυτά τα λόγια. Να τα βγάλει πέρα ο καθένας μόνος του. Αυτός στο καβούκι του κι αυτήν στην κρύπτη της πιο μόνοι κι από πριν, αυτό της ζητούσε. Πάγωσε ολόκληρη καθώς θυμήθηκε ξανά την υπόσχεσή του. Κοίταξε το δαχτυλίδι που φορούσε στο αριστερό της χέρι, προσπαθώντας να πάρει δύναμη, αλλά ξαφνικά η λάμψη του θόλωσε.
Δεν θυμόταν τι είπανε μετά. Δεν ήξερε πόση ώρα πέρασε. Όταν επιτέλους μπήκε στο αμάξι της για να φύγει κατέρρευσε κλαίγοντας γοερά πάνω στο τιμόνι. Λίγα λεπτά αργότερα σκούπισε αποφασιστικά τα δάκρυα και έβαλε μπρος. Το βράδυ που θα τον έβλεπε, θα έμπαιναν όλα στην θέση τους. Χάιδεψε με τα ακροδάχτυλά της το δαχτυλίδι του έρωτα και συνέχισε την πορεία της.
Ο Πάρις κοίταξε ξανά το τηλέφωνο που χτυπούσε. Ήταν η Φαίη. Το ήξερε πως ανησυχούσε, αλλά δεν μπορούσε να της μιλήσει. Ούτε ήθελε. Ο ήχος που άκουγε από πριν έγινε πιο ξεκάθαρος. Ήταν ένα τραγούδι. Το αγαπημένο της τραγούδι. Κοίταξε τα σύννεφα που σκέπαζαν τον ουρανό και χαμογέλασε πικραμένα. Αυτά τα σύννεφα δεν σκόπευε να τ’ αρματώσει..

Η απόφαση



Ο χλωμός απογευματινός ήλιος ξεπρόβαλλε για μια στιγμή από τα σύννεφα. Μια λαμπερή ηλιαχτίδα χάιδεψε για μια στιγμή το μαραμένο τριαντάφυλλο κι έπειτα εξαφανίστηκε βιαστική θαρρείς και ντράπηκε για την αδιακρισία της. Η Αναστασία χάιδεψε απαλά το ξεραμένο λουλούδι κι ένα φύλλο έπεσε κάτω. Δεν έσκυψε να το μαζέψει.
Δεν θυμόταν πότε ήταν η στιγμή που ένιωσε την παρουσία του πρώτη φορά. Το ημερολόγιο της καρδιάς είχε σταματήσει να μετράει εβδομάδες, μέρες , ώρες, λεπτά. Θυμόταν όμως ξεκάθαρα την αίσθηση του φουσκωμένου στήθους της και τις μυρωδιές που πλημμύρισαν τον κόσμο της. Ήταν σίγουρη από τότε. Η ύπαρξή του θα επιβεβαιωνόταν μια εβδομάδα αργότερα , αλλά η βεβαιότητα ήταν μέσα της από εκείνη την πρώτη μέρα.
Η καρδιά της σταμάτησε. Χάιδεψε τα πρησμένα στήθη της και κοίταξε το κόκκινο τριαντάφυλλο , που στεκόταν περήφανο στο ποτήρι. Δισταχτικά κατέβασε τα χέρια της πάνω στην κοιλιά της και τα ακούμπησε σταυρωμένα εκεί. Έμεινε αρκετή ώρα έτσι μπροστά στον καθρέφτη χωρίς να ακούει τίποτα άλλο παρά την βαριά της ανάσα. Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα, ούτε να μιλήσει. Είχε την ίδια αίσθηση όπως όταν ξύπναγε αργά το βράδυ, δεν ήξερε αν ήταν χαρούμενη ή φοβισμένη ή και τα δύο ταυτόχρονα.
Εκείνο το βράδυ κάθισε κι έγραψε προσπαθώντας να εκφράσει τα συναισθήματα που την έπνιγαν κι ήθελε να μοιραστεί με τον Πασχάλη. Ο μαγικός της καθρέφτης, όπως συχνά τον αποκαλούσε, αισθανόταν ακριβώς όπως κι η ίδια, περίμενε τα ίδια, έλπιζε τα ίδια και για ακόμα μια φορά ήταν δίπλα της. Αυτός ο άντρας , που την έκανε να δει με άλλα μάτια τον εαυτό της και τον έρωτα, τόσο διαφορετικός κι όμως τόσο κοντά στην καρδιά , το μυαλό και την ψυχή της, για ακόμα μια φορά έσπευδε να της κρατήσει το χέρι. Κοιμήθηκε σαν μωρό με συντροφιά το βλέμμα του εκείνη την μέρα που μάθανε τα νέα.
Ξύπνησε χαρούμενη. Πήγε στο μπάνιο και κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη καθώς έπλενε το πρόσωπό της. Ένα μεγάλο χαμόγελο ήταν ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της, τα μαγουλά της ήταν κόκκινα, και τα μάτια της έλαμπαν. Ξαφνιάστηκε και έψαξε την επιβεβαίωση ψηλαφώντας τα χείλη της με τα υγρά ακόμα χέρια της. Ναι, χαμογελούσε.
Εκείνη την στιγμή συνειδητοποίησε πόσο καιρό είχε να νιώσει τόσο ευτυχισμένη. Τα λόγια του Πασχάλη ήρθαν πάλι στο μυαλό της σαν μουσική, την μουσική της καρδιάς, που έβγαλε το χαμόγελό της έξω ξανά σαν ήλιο μετά από μια συννεφιασμένη μέρα.
Σαν την άγγιξε ένα μαγικό ραβδί, όλη της η μέρα πέρασε μ’ αυτόν τον ήλιο να την ακολουθεί και να φωτίζει κάθε σκοτεινή γωνιά, διώχνοντας κάθε αμφιβολία . Το απόγευμα που ήρθε να την πάρει από τν δουλειά ένιωθε πως ξεχείλιζε από αυτήν την ζεστασιά, αυτό το χαμόγελο, αυτήν την αγάπη. Κοίταξε τα μάτια του κι απόρησε για ακόμα μια φορά πως είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να γίνεται ο ήλιος του μικρόκοσμου σου κι εσύ ο πλανήτης που η έλξη γύρω του καθορίζει τις ηλιόλουστες και σκοτεινές πλευρές σου, τις ανέλπιδα φωτεινές κα τις ατελείωτα μαύρες μέρες σου.
Όταν το ίδιο απόγευμα μπήκε μέσα της, πέρα από την οικειότητα και την ηδονή της επαφής, ένιωσε να διαστέλλεται και να τον σκεπάζει τρυφερά σαν μάνα γη τον σπόρο που βαθειά μέσα της έχουν σπείρει και ξέρει πως θα ανθίσει την άνοιξη. Κέντρο της γης και της ζωής η μήτρας της που παλλόταν έτοιμη να δεχτεί την βροχή του σπέρματός τους, που έκανε το δέντρο να ριζώσει και μεγαλώσει φτάνοντας ως τον ουρανό, τον απέραντο ουρανό της σχέσης τους.
Ξύπνησε με τον γνωστό πόνο να χτυπάει στα μηνίγγια της . Σηκώθηκε κοιτάζοντας τρυφερά τον Πασχάλη δίπλα της , που ακόμα κοιμόταν. Αυτός μισάνοιξε τα μάτια ξαφνιασμένος νιώθοντάς την να απομακρύνεται από τον βωμό του έρωτά τους, αυτό το κρεβάτι που μύριζε έρωτα, σπέρμα κι ηδονή. Της ζήτησε να γυρίσει πίσω. Διαπληκτίστηκαν για κάποιο λόγο που η ίδια δεν κατάλαβε εκείνη την στιγμή.
Γύρισε μετά από λίγη ώρα γεμάτη από τα χαμόγελα, την ζεστασιά, τον ήλιο του χθες. Τον αγκάλιασε και τον χάιδεψε τρυφερά περιμένοντας μια ανταπόκριση που δεν ήρθε. Τραβήχτηκε όσο πιο μακριά της μπορούσε. Ο ήλιος είχε φύγει. Ήταν η πρώτη φορά στην σχέση τους που της έδειξε πως ήταν ανεπιθύμητη. Κι αυτό την πάγωσε.
Το απόγευμα έφυγε την ώρα που εκείνος κοιμόταν μακριά της. Είχε μπει κάτι ανάμεσά τους που δεν μπορούσε να προσδιορίσει αν υπήρχε από πριν ή τώρα το συνειδητοποιούσε η ίδια. Προχώρησε για ώρα ελπίζοντας να βρέξει, να γίνει κάτι να ξεπλύνει αυτό το αίσθημα της απώλειας και της προδοσίας. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα κι ούτε ένα σύννεφο δεν σκέπαζε τον ουρανό.
Ένιωσε έναν απίστευτο πόνο να διασχίζει το κορμί της , ξεκινώντας από το κεφάλι, πηγαίνοντας στην καρδιά και χτυπώντας δυνατά στην μήτρα της. Κάθισε κάθιδρη στο πεζοδρόμιο προσπαθώντας να βρει την ανάσα της, ενώ ένιωσε πως κόβεται στα δυο. Πήρε τον δρόμο της επιστροφής με μια πίκρα κι έναν πόνο, που δεν ήξερε τι να τα κάνει. Ήξερε πως δεν μπορούσε να ζήσει μακριά του. Κι ήξερε πως τον έχανε. Και τότε πήρε την απόφασή της.

Το άρωμα της πασχαλιάς


      Η Αναστασία περπατούσε στον δρόμο βιαστική χωρίς να κοιτάει γύρω της. Η κίνησή της ήταν μηχανική και κρατούσε το ρυθμό με παιδικά τραγούδια  που έπαιζε στο μυαλό της χωρίς διακοπή σαν δίσκος που κόλλησε στο πικάπ μιας άλλης εποχής. Αυτό της επέτρεπε να αδειάζει το μυαλό της από ενοχλητικές σκέψεις κι ήταν η συνήθης θεραπεία της στις έμμονες σκέψεις που την τυραννούσαν.


Μεγαλοβδομάδα και η βελόνα είχε κολλήσει στο «Μεγάλη Δευτέρα ο Χριστός στην μαχαίρα, Μεγάλη Τρίτη ο Χριστός εκρίθη..» όταν ξαφνικά σκόνταψε και αφηρημένη όπως ήταν, μόλις που πρόλαβε να βάλει τα χέρια της να προστατευτεί, προτού βρεθεί φαρδιά πλατιά κάτω. Το άγαρμπο πέσιμό της την επανέφερε στην πραγματικότητα και κοίταξε γύρω της με έκπληξη μουρμουρίζοντας ένα βιαστικό ευχαριστώ στους ανθρώπους που έσπευσαν να την βοηθήσουν να σηκωθεί και την ρωτούσαν αν είναι καλά.
Τίναξε με τρεμάμενα χέρια τις σκόνες από τα μαύρα της ρούχα που τόσο ταίριαζαν στην διάθεσή της και παρατήρησε παραξενεμένη πως ένας λαμπερός ήλιος έλαμπε στον ουρανό. Ήταν σίγουρη πως, όταν είχε ξεκινήσει την τρελή της κούρσα με τον εαυτό της, ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος. Έστριψε στο πρώτο στενό που βρήκε προσπαθώντας να αποφύγει τα περίεργα βλέμματα των περαστικών και ακούμπησε με την πλάτη στον τοίχο μιας παλιάς μονοκατοικίας.
Η μυρωδιά της ανθισμένης πασχαλιάς την βρήκε απροετοίμαστη. Άνοιξε τα ρουθούνια της, πήρε μια βαθιά ανάσα  προσπαθώντας να βάλει όλο το άρωμα μέσα της και κοίταξε γύρω της ψάχνοντας την πηγή. Τα χαρακτηριστικά μωβ λουλούδια ξεπρόβαλλαν από την σιδερένια πόρτα της αυλής και χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά, άπλωσε τα χέρια της κι έκοψε μερικά κλαδιά.
Έχωσε το πρόσωπό της μέσα στα λουλούδια και χαμογέλασε. Η ευωδία των λουλουδιών την γέμισε με εικόνες και συναισθήματα ξεχασμένα. Χάιδεψε τρυφερά τα μωβ λουλούδια με τα ακροδάχτυλά της και βγήκε από το ανήλιαγο στενό μ’ ένα καινούριο βήμα. Τα μάτια της σπινθηροβόλησαν κι ένα σκανδαλιάρικο χαμόγελο φάνηκε στα χείλη της καθώς προχωρούσε προς το σπίτι της κρατώντας σφιχτά τα κλωνάρια.
Γέμισε με νερό ένα διάφανο βάζο, έβαλε μέσα τα ευωδιαστά κλωνάρια και το έβαλε μπροστά στο παράθυρο. Κάθισε οκλαδόν στο κρεβάτι κι έμεινε να κοιτάζει για ώρα τα λουλούδια . Ήταν μαθήτρια γυμνασίου εκείνο το Πάσχα που η γιαγιά της, μόνιμη κάτοικος Καναδά, ερχόμενη στο σπίτι, έφερε μαζί με το καθιερωμένο σοκολατένιο λαγό, δυο κλαδιά πασχαλιάς.
Τα έδωσε στην Αναστασία και της ζήτησε να τα βάλει σ’ ένα βάζο . Της είπε συνωμοτικά πως το άρωμα των ανθισμένων πασχαλιών έλκει τις νεράιδες της Ανάστασης και πως όποιος μπορέσει και τις δει μέχρι τα μεσάνυχτα της Κυριακής του Πάσχα, θα έπαιρνε το δώρο της άνοιξης, λίγο πριν χαθεί το άρωμα των λουλουδιών. Της είχε φανεί διασκεδαστικό να καιροφυλακτεί πότε θα εμφανιστούν οι νεράιδες, αλλά το άρωμά τους χάθηκε χωρίς να προλάβει να δει καμία.
Φέτος δεν θα της την γλύτωναν. Ήταν η τρίτη εβδομάδα που δεν πήγαινε στην δουλειά λόγω μιας παρατεταμένης αναρρωτικής άδειας, απόρροια των προβλημάτων ενός τροχαίου. Είχε την άνεση να στήσει καρτέρι, για να τσακώσει τις μικροσκοπικές μωβ νεράιδες και να πάρει το δώρο της. Μισάνοιξε το παράθυρο και ξάπλωσε χωρίς να πάρει το βλέμμα της από το βάζο.
Ξύπνησε παγωμένη καθώς είχε αποκοιμηθεί κουλουριασμένη σαν έμβρυο χωρίς να σκεπαστεί. Δεν ήξερε πόση ώρα είχε περάσει , αλλά το δωμάτιο ήταν πλέον σκοτεινό. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή και πιότερο ένιωσε, παρά άκουσε, το φτερούγισμα δίπλα της. Με ασταθή βήματα σαν μεθυσμένου έφτασε μέχρι τον διακόπτη του ρεύματος και τον άνοιξε.
Το απότομο φως την έκανε να ανοιγοκλείσει τα μάτια, αρκετά γρήγορα όμως, ώστε να προλάβει να δει την μικροσκοπική μωβ φιγούρα, που εξαφανίστηκε βιαστικά πετώντας από το ανοιχτό παράθυρο. Ενώ ο σφυγμός της επανερχόταν στα φυσιολογική επίπεδα, έκλεισε τον διακόπτη και ξάπλωσε τραβώντας τα σκεπάσματα πάνω από το κεφάλι της.
Το πρωινό κρύο την ξύπνησε χαράματα. Σηκώθηκε ξυπόλυτη και έσκυψε πάνω το βάζο. Το άρωμα των λουλουδιών είχε χαθεί. Πήρε το μικρό κουτί από το κομοδίνο και πήγε στο μπάνιο. Λίγα λεπτά αργότερα γύρισε σιγοτραγουδώντας στο δωμάτιο. Μάδησε τα μωβ ανθάκια και τα έριξε σ’ έναν φάκελο μαζί με το αποτέλεσμα του τεστ.  Έκλεισε προσεχτικά τον φάκελο και χάιδεψε προστατευτικά την κοιλιά της.
Ο Πασχάλης κοίταξε τον περίεργα φουσκωμένο φάκελο. Τον άνοιξε και τον αναποδογύρισε πάνω στο τραπέζι. Μέσα στον σωρό των μωβ λουλουδιών το άσπρο μακρόστενο αντικείμενο ξεχώριζε σαν φωτεινός σηματοδότης. Το κράτησε για μια στιγμή στα χέρια του παρατηρώντας τις μπλε γραμμούλες. Έμεινε για στιγμή σκεφτικός και στην συνέχεια φόρεσε γρήγορα το μπουφάν του και βγήκε από το σπίτι. 
Δέκα λεπτά αργότερα βρισκόταν έξω από το σπίτι της Αναστασίας. Κράτησε πατημένο το κουδούνι μέχρι που η πόρτα άνοιξε και η γυναίκα βρέθηκε απέναντι του. Άπλωσε το χέρι του και της πρόσφερε το κόκκινο τριαντάφυλλο που κρατούσε στο χέρι του. Κοιτάχτηκαν για μια ατέλειωτη στιγμή στα μάτια χωρίς να κουνηθούν, χωρίς να αναπνεύσουν κι αγκαλιάστηκαν σφιχτά χωρίς να μιλάνε. Της χάιδεψε απαλά τα μαλλιά καθώς ένιωσε τα δάκρυα της να μουσκεύουν τον λαιμό του. Πήρε το πρόσωπό της στα  χέρια του και σκούπισε τα δάκρυα της με τα χείλη του. 
Η Αναστασία άνοιξε τα μάτια της και του χαμογέλασε ζεστά καθώς ο Πασχάλης της είπε "καλημέρα αγάπες μου"...  

Τα μήλα του Φλεβάρη



          Η Εριφύλη ξύπνησε ακούγοντας τον ήχο που έκαναν οι σταγόνες της βροχής πέφτοντας με δύναμη στο δέντρο. Άνοιξε τα μάτια της και χαμογέλασε. Επιτέλους, έβρεχε! Σηκώθηκε από το κρεβάτι με τα μάτια ακόμα κλειστά , το χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της και χοροπηδώντας ανάλαφρα, βγήκε έξω από το μικροσκοπικό της σπίτι.

Κάθισε στο κλαδί του δέντρου με τα γυμνά πόδια της κρεμασμένα και από τις δυο πλευρές να ξεπλένονται στην βροχή που είχε δυναμώσει. Ακούμπησε την πλάτη της στον κορμό του δέντρου και διπλώνοντας με προσοχή τα φτερά της, έριξε πίσω το κεφάλι και γέλασε δυνατά και χαρούμενα. Τράβηξε το αραχνονήμα τρεις φορές, κι οι διαμαντένιες στάλες της βροχής κουδούνισαν χαρούμενα στέλνοντας το μήνυμα σε όλα τα ξωτικά της βροχής.

Θα είχαν πολλή δουλειά μόλις σταματούσε η βροχή. Ήταν δική τους ευθύνη να ξαναδίνουν χρώμα στα δέντρα και τους καρπούς τους, τα φυτά και τα λουλούδια τους, που ξεθώριαζαν από τις νεροποντές. Φέτος, της είχαν αναθέσει τα μήλα κι αυτό ήταν μεγάλη τιμή κι η υπερηφάνεια γι’ αυτό το προνόμιο, την έκανε ανυπόμονη και βιαστική. Δεν είχε βρέξει από τότε που της έδωσαν το μενταγιόν με το χρυσό μήλο, αναγνωριστικό της θέσης και υπενθύμιση της σπουδαιότητας της.
Το βάψιμο των μήλων του Φλεβάρη είχε μεγάλη σημασία, γιατί δεκατέσσερα από αυτά θα βρισκόταν στα καλάθια των νεράιδων των πόλεων, που θα τα πουλούσαν σε εφτά γυναίκες και εφτά άντρες, οι οποίοι θα γινόταν ζευγάρι, αν αντάμωναν στις 14 Φεβρουαρίου έχοντας δαγκώσει τουλάχιστον ένα κομμάτι από το μαγικό ζευγάρι των μήλων.

Κάθε ξωτικό της βροχής ονειρευόταν πως θα έβαφε τα μήλα που θα επέλεγε το τέλειο ζευγάρι, ώστε να ανταμώσουν τα δίδυμα μήλα κι οι αγοραστές τους. Διαλέγανε με προσοχή δύο όμοια μήλα και τα βάφανε στο χρώμα της αρεσκείας τους, κόκκινο, πράσινο ή κίτρινο, ανάλογα με το αποτέλεσμα που ευελπιστούσαν να πετύχουν. Κόκκινο για τον έρωτα, πράσινο για την αγάπη και κίτρινο για την φιλία ήταν τα χρώματα που μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν περιμένοντας τον Μελάνθιο, τον πρίγκιπα των ξωτικών, που με δεμένα τα μάτια, θα διάλεγε τα επτά ζευγάρια μήλων.
Το ονειροπόλημά της διέκοψε ο ήχος βιαστικών βημάτων, φτερουγισμάτων και οι ψίθυροι των ξωτικών, που φορώντας στο στήθος τους τα χρυσά μενταγιόν μαζευόταν στο ξέφωτο του δάσους, φορτωμένα με πινέλα και τα κουβαδάκια με τα χρώματα. Η βροχή είχε σταματήσει και τα ξωτικά της βροχής ήταν έτοιμα να πιάσουν δουλειά. Η Εριφύλη σηκώθηκε αλαφιασμένη και ανοίγοντας τα μεταξένια φτερά της, πέταξε βιαστικά προς την μεγάλη βελανιδιά στην κουφάλα της οποίας αποθηκεύανε τα μαγικά χρώματα.

Έφτασε γρήγορα και κλείνοντας τα φτερά της, άρχισε να τρέχει προς την ιερή είσοδο του δέντρου. Μπαίνοντας μέσα, κατάλαβε, πριν ακόμα κοιτάξει προσεκτικά γύρω της, πως είχε αργήσει. Τα μεγάλα δοχεία με τα χρώματα είχαν σχεδόν αδειάσει. Με την καρδιά της να χτυπά σαν τρελή, έσκυψε πάνω από το δοχείο με το κόκκινο. Ήταν σχεδόν άδειο. Το ίδιο και το πράσινο. Το ίδιο και το κίτρινο. Έκατσε στο χωμάτινο πάτωμα κι άρχισε να κλαίει.

Λίγα λεπτά αργότερα σηκώθηκε, τίναξε το χώμα από πάνω της, σήκωσε ψηλά το πηγούνι και χαμογέλασε. Με τα μάτια της να αστράφτουν, άρπαξε βιαστικά τα πινέλα κι ένα από τα τελευταία κουβαδάκια και πήγε βιαστικά προς ένα από τα μεγάλα δοχεία. Πήρε την κουτάλα που κρεμόταν στην άκρη του κι έσκυψε προσεχτικά, προσπαθώντας να μην χάσει την ισορροπία της καθώς έξυνε τον πάτο του δοχείου.

Ο Περικλής καθόταν μπροστά στον υπολογιστή του με ύφος περιπαικτικό. Επιθεώρησε τα όπλα του, το εύστροφο μυαλό του, την ακέραια λογική του, το χιούμορ του. Χρησιμοποιούσε συχνά το χιούμορ σαν ξίφος και σαν ασπίδα προστασίας που σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα όπλα του τον βοηθούσε να υπερνικά τα εμπόδια και να αποφεύγει τις κακοτοπιές. Αλλά τώρα τα έστρεφε ενάντια στον ίδιο. Κι ήξερε καλά την αχίλλειο πτέρνα του.

Το πρόσωπό του έμεινε ανέκφραστο καθώς είδε την πράσινη κουκκίδα, που περίμενε τόση ώρα να εμφανιστεί, το σημάδι της παρουσίας της και το πράσινο φως για την δική του χαμένη Ατλαντίδα, για την γη της Εδέμ, τον κόσμο του ονείρου και των συναισθημάτων, την αχίλλειο πτέρνα του, που με χαρά άφηνε γυμνή κι εκτεθειμένη κάθε φορά που μιλούσε μαζί της.

Η Φρύνη χαμογέλασε καθώς διάβασε το σχόλιο του Περικλή. Είχαν περάσει αρκετοί μήνες που οι συναντήσεις τους στον χώρο της εργασίας, είχαν γεννήσει την ανάγκη για επικοινωνία. Άρχισαν να μιλάνε στην αρχή δειλά, μαζεμένα και στην συνέχεια να γυμνώνουν τις ψυχές τους, να μιλάνε για όλα και για όλους και αυτή η επικοινωνία στήριξε την μεταξύ τους εκτίμηση και τον αλληλοσεβασμό.

Κι ενώ η φιλία τους οδηγούσε αβίαστα στην αγάπη, η ανάγκη για επικοινωνία μεγάλωνε. Συχνά έπιανε τον εαυτό της στις καθημερινές της ενασχολήσεις να αναρωτιέται τι θα έλεγε, πως θα αντιδρούσε, τι θα έκανε ο Περικλής, αν ήταν παρών, αν ήταν μαζί της. Ξυπνούσε μέσα της κάτι απροσδιόριστο, κάτι ξεχασμένο και ταυτόχρονα τόσο οικείο που έκανε την επαφή μαζί του πολύτιμη και μοναδική.

Η Καλλιρρόη κοίταξε το καλάθι με το τελευταία μήλο. Ήταν ήδη απόγευμα και δεν είχε καταφέρει να το πουλήσει. Το δίδυμό του στο καλάθι της Ευρύκλειας το είχε πάρει το πρωί μια γυναίκα με ονειροπόλα μάτια και λαμπερό χαμόγελο. Κλώτσησε θυμωμένα μια πέτρα με το λεπτεπίλεπτο πόδι της και σκέφτηκε πως για όλα έφταιγε η Εριφύλη, αυτό το περίεργο ξωτικό της βροχής, που αποφάσισε να κάνει του κεφαλιού της. Κράτησε το μήλο με προσοχή στο χέρι της και το κοίταξε. Ήταν πολύ όμορφο, για να το διαλέξει ένας άνθρωπος. Κι ακόμα πιο δύσκολο να διαλέξουν και τα δύο.

Το μήλο ήταν βαμμένο με τρία χρώματα: λαμπερό κόκκινο, γλυκό κίτρινο κι έντονο πράσινο και το ασυνήθιστο χρώμα του απέτρεπε τους καχύποπτους ανθρώπους να το αγοράσουν, ενώ η διαφορετικότητά του δεν τους άφηνε να δουν την ομορφιά και τη σημασία του. Η Εριφύλη ήταν πολύ χαρούμενη όταν παρουσίασε τα μήλα της και όλα τα ξωτικά και οι νεράιδες συμφώνησαν πως ήταν τα τέλεια μήλα για το τέλειο ζευγάρι. Όταν ο Μελάνθιος με τα μάτια του δεμένα τα επέλεξε, όλοι χειροκρότησαν κι άρχισαν να τραγουδούν και να χορεύουν. Το γλέντι κράτησε μέχρι το πρωί.

Ο Περικλής σταμάτησε μπροστά στην κοπέλα με το καλάθι. Κοίταξε με περιέργεια το τρίχρωμο μήλο. «Πόσο έχει;» ρώτησε την νεράιδα. Η Καλλιρρόη ένιωθε ακόμα θυμωμένη για την πεζή ηλιθιότητα των ανθρώπων. Δεν γύρισε να τον κοιτάξει και παγωμένα του απάντησε «εκατό ευρώ», για να τον ξεφορτωθεί. Ο Περικλής ένιωσε την απόρριψη κι ενώ η λογική τού έλεγε να φύγει, πείσμωσε και αφέθηκε στο παράλογο συναίσθημα ότι αυτό το μήλο έπρεπε να γίνει δικό του. Έβγαλε χωρίς να μιλήσει τα χρήματα από το πορτοφόλι του, τα πέταξε μέσα στο καλάθι και πήρε το μήλο.

Προχώρησε προς το αυτοκίνητο βιαστικά βλαστημώντας για την βλακεία του και δάγκωσε ένα κομμάτι από το μήλο, ενώ σκεφτόταν πως θα έπρεπε να του κρατήσει τουλάχιστον ένα μήνα, για να βγάλει τα λεφτά του. Κι ενώ το γνωστό περιπαικτικό ύφος εμφανίστηκε στο πρόσωπό του, είδε την Φρύνη που καθόταν στο παγκάκι απέναντί του, μασουλώντας αφηρημένα ένα περίεργο τρίχρωμο μήλο, ίδιο με το δικό του.

Εκείνη την στιγμή η Φρύνη σηκώθηκε. Έκανε μια κίνηση ώστε να τεντώσει την πλάτη της προς τα πίσω για να ξεπιαστεί, έπιασε τα μαλλιά της με τα χέρια της και τα μάζεψε στιγμιαία επάνω κι ο Περικλής έμεινε κεραυνόπληκτος από την αγνή, καθάρια, καθηλωτικά φυσική ομορφιά της που αντίκρυσε κι αιχμαλωτίστηκε από την εικόνα. Έτσι όπως έπεφτε ο ήλιος από το πλάι πίσω της, της έδινε μια λάμψη που δεν είχε προσέξει άλλη φορά. Του πήρε λίγη ώρα να συνέλθει και να κοιτάξει αμήχανα γύρω του μήπως τον είδε κανείς καθηλωμένο να την χαζεύει.

Η Φρύνη ένιωσε μια περίεργη θέρμη μόλις έφαγε το τρίχρωμο μήλο. Το είχε αγοράσει πριν δέκα λεπτά από μια περίεργη πλανόδια πωλήτρια. Ήταν τόσο όμορφο και διαφορετικό, που δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια της από πάνω του. Στην αρχή σκέφτηκε να το κρατήσει, αλλά στην συνέχεια αποφάσισε πως ο μόνος τρόπος για να διατηρήσει την ομορφιά του ήταν να γίνει ένα μαζί του κι άρχισε να το δαγκώνει απολαυστικά.

Μόλις τεντώθηκε για να ξεπιαστεί, ένιωσε, παρά είδε τον Περικλή απέναντί της. Τα μάτια της βυθίστηκαν στα δικά του για μια ατέλειωτη στιγμή κι αισθάνθηκε πως αυτό ήταν το κομμάτι που έλειπε από το παζλ της ζωής της. Χαμογέλασαν ταυτόχρονα, καθώς έκαναν το πρώτο βήμα για να ανταμώσουν...

Το χριστουγεννιάτικο δέντρο





Παραμονή Χριστουγέννων κι η Δήμητρα ένιωθε το στήθος της βαρύ και την ανάσα της κομμένη.
Πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, η αναμονή της γιορτής την άδειαζε από συναισθήματα και ενέργεια και η συνηθισμένη της αισιοδοξία δεν αρκούσε για να μπορέσει να ανταπεξέλθει. Είχε περάσει όλη την μέρα προσπαθώντας να ξυπνήσει το χριστουγεννιάτικο πνεύμα, αλλά δεν τα κατάφερε. Ούτε τα κάλαντα, που ήταν το αγαπημένο της ξυπνητήρι δεν μπόρεσαν να την κάνουν να συνέλθει. Στην καρδιά της υπήρχε ένα κενό, που μεγάλωνε συνεχώς.
Έκλεισε όλα τα φώτα και κάθισε δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Τα φωτάκια που αναβόσβηναν, ακολουθούσαν τους παλμούς της καρδιάς της κι αυτό άρχισε να την ηρεμεί. Έμεινε έτσι καθισμένη για αρκετή ώρα, αδειάζοντας το κεφάλι της από τις σκέψεις, τα προβλήματα, τους εφιάλτες, που την κυνηγούσαν όλη την μέρα. Κρατήθηκε από το παρήγορο φως σαν ναυαγός από την σανίδα σωτηρίας, που ανέλπιστα βρίσκει μπροστά του. Κοίταξε το δέντρο κι ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της.
       Ποτέ δεν της άρεσαν τα στολισμένα με τάξη και σχέδιο χριστουγεννιάτικα δέντρα. Οι ομοιόμορφες μπάλες, ταχτοποιημένες κατά μέγεθος και σχήμα, αυστηρά και λιτά, ώστε να συμβαδίζουν με το πρότυπο, που έχουν αρκετοί στο μυαλό τους. Το δικό της δέντρο ήταν πάντα φορτωμένο σαν λατέρνα, με ετερόκλιτα στολίδια, που όμως όλα της θύμιζαν κάτι, ήταν δεμένα με στιγμές από τα παιδικά της χρόνια ως σήμερα. Παλιές γυάλινες μπάλες, ασημένιες κουκουνάρες, πήλινα αγγελάκια, καμπανούλες, φτηνά και ακριβά στολίδια, παλιά και καινούρια, σοκολατένιοι αι-βασίληδες, όλα χωρούσαν κι όλα έβρισκαν την θέση τους..
       Την μάγευε αυτό το πάντρεμα των ετερόκλιτων στολιδιών, που έκρυβαν και συμβόλιζαν τα Χριστούγεννα που είχε περάσει, αυτά που διένυε και της έδειχναν αυτά που θα έρθουν. Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της σ' ένα δέντρο, με πολύχρωμα φωτάκια και ένα λαμπερό αστέρι στην κορυφή. Θα ήθελε να το άφηνε έτσι στολισμένο όλο τον χρόνο, να την περιμένει να γυρίσει από την δουλειά, να την παρηγορήσει και να της δίνει ελπίδα, αλλά ήξερε πως θα έχανε την λάμψη του, τσαλακωμένο από την καθημερινότητα και δεν τολμούσε να το διακινδυνέψει. Όχι ακόμα, όχι όσο ήταν μόνη..
      Τυλίχτηκε με την κουβέρτα, που είχε δίπλα της γι' αυτό τον σκοπό, έτσι όπως ήταν καθισμένη οκλαδόν μπροστά στο δέντρο κι ένιωσε την ζεστασιά και την απαλότητά της να την χαλαρώνουν ακόμα περισσότερο. Άπλωσε το χέρι της στα τυφλά κι έφερε το ποτήρι με το κρασί στα χείλη της, πίνοντας μια μεγάλη γουλιά κι αμέσως μετά ακόμα μία ,νιώθοντας τα μάγουλα της να καίνε. Έκλεισε τα μάτια, αισθανόμενη και κάτω από τα κλειστά της βλέφαρα τον παλμό από τα φωτάκια, πολύχρωμες λάμψεις στο σκοτάδι..
      Ξύπνησε, έχοντας στα χείλη της την γεύση του κρασιού και κάτι άλλο απροσδιόριστο, μα οικείο. Σκέπασε τα μάτια της και με τις παλάμες της, όπως συνήθιζε να κάνει κάθε πρωί, για να προστατευτεί από τον ήλιο και το φως, έσυρε τα χέρια της μέχρι τα βάση του αυχένα, κάτω από τα μαλλιά, και τα τέντωσε μπροστά της ανοίγοντας τα μάτια. Ήταν στην κρεβατοκάμαρα της, ξαπλωμένη στο κρεβάτι, χωρίς να έχει ιδέα πως βρέθηκε εκεί, νιώθοντας πως κάτι είχε αλλάξει, αλλά μην μπορώντας ακόμα να συνειδητοποιήσει τι ήταν αυτό..
      Άκουσε την ανάσα δίπλα της και γύρισε το κεφάλι ξαφνιασμένη. Ο άντρας που κοιμόταν δίπλα της, άνοιξε εκείνη την στιγμή τα μάτια του και την κοίταξε τρυφερά. Γύρισε στο πλάι κι άπλωσε το χέρι του, χαϊδεύοντας το περίγραμμα του προσώπου της, ενώ πλησίασε κοντά της. Με την σιγουριά του εραστή, που ξέρει πως είναι ποθητός, κατέβασε το χέρι του προς το στήθος της και της χαμογέλασε. Το κορμί της ρίγησε κι άπλωσε το χέρια της να τον αγκαλιάσει. Όταν τα χείλη τους ενώθηκαν, τον αναγνώρισε από το φιλί..
      Απαλό και τρυφερό στην αρχή, με την οικειότητα των συζύγων, που μοιράζονται καιρό το ίδιο κρεβάτι, διερευνητικό και παθιασμένο στην συνέχεια, με τον πόθο των εραστών, που η συνήθεια επέκτεινε το πάθος αντί να το σβήσει, κατακτητικό και παραδομένο στο τέλος, με τον τρόπο που αλληλεπικαλύπτονται, όσοι αγαπούν και αγαπιούνται, χωρίς να φοβούνται να δώσουν και να πάρουν. Αυτό το φιλί, μόνο ένας άντρας μπορούσε να της το δώσει. Κι ήταν δίπλα της σκεπάζοντάς την με την αγάπη του..
      «Καλημέρα, αγάπη μου» της είπε και τα μάτια του έλαμψαν παιχνιδιάρικα, καθώς κοιτούσε το αναψοκοκκινισμένο της πρόσωπο. Η Δήμητρα άπλωσε το χέρι της και χάιδεψε τα κάτασπρα μαλλιά, έσκυψε και φίλησε τις ρυτίδες στα μάτια του και στο πρόσωπό της άστραψε το χαμόγελο, που επί σαράντα χρόνια κρατούσε μόνο γι’ αυτόν..
     «Εξακολουθείς να είσαι το αστέρι στο χριστουγεννιάτικο δέντρο μας» είπε ο Παναγιώτης και σκούπισε με τα χείλη του τα δάκρυα, που κυλούσαν από τα μάτια της. «Σου είχα υποσχεθεί εκείνα τα Χριστούγεννα, που περάσαμε χώρια, πως θα είναι τα τελευταία που θα είμαστε μόνοι και πως θα καθόμαστε πάντα αγκαλιά δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, όσα χρόνια κι αν περάσουν.».
     Σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι και την βοήθησε να σταθεί στα πόδια της. Την πήρε από το χέρι και πήγαν δίπλα στο σαλόνι, όπου το μεγάλο χριστουγεννιάτικο δέντρο έπιανε δυσανάλογα πολύ χώρο. Κάθισαν με μεγάλη προσοχή στην μικρή κόκκινη φλοκάτη , που βρισκόταν μπροστά του κι αγκαλιαστήκανε κοιτάζοντας τα φωτάκια, που αναβόσβηναν..
     Η Δήμητρα είδε τα στολίδια, που είχαν προσθέσει στα χρόνια που πέρασαν. Καθένα τους κι ένας χρόνος της κοινής τους ζωής, ένας σταθμός για τις μικρές ανάσες τους, ένα βήμα προς το κοινό τους όνειρο..
     Είδε τα παιδιά και τα εγγόνια τους, τις στιγμές ευτυχίας και τους μικρούς καυγάδες, τις καθημερινές νίκες και ήττες τους, αλλά πάνω απ’ όλα την αγάπη τους, που έμενε αναλλοίωτη. Έσφιξε το χέρι του, ξέροντας πως το ίδιο σκεφτόταν κι εκείνος..
     «Καλά Χριστούγεννα, αγάπη μου» του είπε τελικά, μόλις κατόρθωσε να διώξει την συγκίνηση , που έκανε την φωνή της να τρέμει. «Για όλα τα Χριστούγεννα που περάσαμε μαζί και όσα μας απομένουν. Και γι’ αυτά που θα περάσουμε στην επόμενη ζωή, κάτω από ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο, που θα μένει στολισμένο όλο τον χρόνο. Το δικό μας δέντρο.»

Η καταιγίδα


Η Χρύσα καθόταν στο παγκάκι του πάρκου περιμένοντας τον Πέτρο να έρθει. Η ώρα περνούσε κι αυτός δεν φαινόταν πουθενά. Την ώρα που πήγε στο πάρκο ένας λαμπερός ήλιος έλαμπε στον ουρανό και αν και ήταν αρχές Δεκέμβρη, δεν είχε καθόλου κρύο. Τώρα, τρεις ώρες μετά, μαύρα σύννεφα είχαν μαζευτεί στον ουρανό κι ένιωσε το κρύο να διαπερνά το λεπτό φόρεμα που φορούσε.
Τύλιξε τα χέρια γύρω από το κορμί της ψάχνοντας ζεστασιά, σκεφτόμενη πως ήταν τα δικά του χέρια που την αγκάλιαζαν κι αμέσως ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της. Κοίταξε το βιβλίο που είχε ακουμπισμένο μπροστά στα πόδια της και συνέχισε να διαβάζει αδιάφορη για τον καιρό που χειροτέρευε, αδιάφορη για το κρύο και τον έξω κόσμο.
Διάβαζε τις περιπέτειες της Ηλιαχτίδας και του Φεγγαρένιου που αν και γεννήθηκαν κάτω από τον ίδιο ουρανό, χωρίστηκαν από την Μέρα και την Νύχτα κι απέμειναν ο καθένας μόνος του. Στα χρόνια που έζησαν χώρια, προσπάθησαν να προσαρμοστούν στο περιβάλλον τους και να ξεχάσουν την μοναξιά και τους πόθους της ψυχής τους. Όταν αντάμωσαν τυχαία ξανά είχαν περάσει πολλά χρόνια, αλλά αναγνώρισαν ο ένας τον άλλο με την πρώτη φευγαλέα ματιά, με το πρώτο δειλό άγγιγμα κι αποφάσισαν πως δεν θα αφήσουν τίποτα να τους χωρίσει.
Η Χρύσα σήκωσε τα μάτια για μια στιγμή από το βιβλίο με το παραμύθι και κοίταξε την ώρα στο κινητό της. Είχε αργήσει να έρθει και δεν είχε στείλει κάποιο μήνυμα. Στην αρχή δεν ανησύχησε γιατί δεν κυνηγούσαν τους λεπτοδείκτες  όταν ήταν να βρεθούν. Ήξεραν κι οι δυο πως η αγάπη τους είναι αμοιβαία, όπως κι η ανάγκη της επαφής και της επικοινωνίας που με το ζόρι κατάφερναν να καλύψουν. Για να μην εμφανιστεί μέχρι τώρα, σίγουρα υπήρχε κάποιος σοβαρός λόγος.
Αναστέναξε κοιτάζοντας το βιβλίο μ’ ένα περίεργο σκοτεινό βλέμμα. Όλα τα βιβλία που διάβαζε, τα τραγούδια που άκουγε, οι ταινίες που έβλεπε, όλα μιλούσαν για αυτήν και τον Πέτρο. Η ιστορία τους γραμμένη, τραγουδισμένη, σκηνοθετημένη, κάτω από μια άλλη ματιά, ήταν η ίδια ιστορία. Ο έρωτας ήταν ο καλλιτέχνης που ζωγράφιζε στον άδειο καμβά της ψυχής της και όλα γύρω της τον υμνούσαν και τον προσκυνούσαν. Ο εγωισμός του έρωτα την έκανε να φαντάζεται πως όλα μιλούσαν γι’ αυτούς.
Έσκυψε πάλι πάνω στο βιβλίο συνεχίζοντας να διαβάζει το παραμύθι. Η Ηλιαχτίδα μάλωνε με τον Ήλιο και τις υπόλοιπες Αχτίδες, έδινε μάχη με τα σύννεφα και το σκοτάδι, προσπαθώντας να ξεκλέψει μια μικρή στιγμή για να είναι μαζί με τον Φεγγαρένιο. Κι αυτός από την πλευρά του, παραμέριζε τα αστέρια, έτρεχε βιαστικός, πριν έρθει ακόμα η Νύχτα, έκλεβε τον χρόνο της Μέρας, για να βρεθεί κοντά της. Κι αυτές οι στιγμές, που ήταν μαζί, αν και σύντομες τις περισσότερες φορές, τους γέμιζαν δύναμη για την επόμενη μάχη, για την επόμενη συνάντηση, για την επόμενη στιγμή, που θα γλιστρούσαν ο ένας μέσα στον άλλο.
Κάθε συνάντηση, αντί να καθησυχάζει τον πόθο και την ανάγκη τους, την μεγάλωνε. Ψάχνανε απελπισμένα τρόπο, να ενωθούν για πάντα και να μείνουν μαζί αγκαλιά, μ’ ενωμένα τα χείλια τους σ’ ένα ατέλειωτο φιλί, που θα είχε την ζεστασιά της Ηλιαχτίδας και το παρήγορο φως του Φεγγαρένιου. Γι’ αυτό το φιλί που ακόμα δεν είχαν δώσει, γι’ αυτό το μοναδικό φιλί που θα σήμαινε την αρχή μιας νέας εποχής, παρέμεναν μαχόμενοι, έκρυβαν την απελπισία τους με καμώματα τρελά, μιλούσαν με τις ώρες μέσω της Πούλιας και του Αυγερινού, που κάνανε τους αγγελιοφόρους. Αλλά η λύτρωση αργούσε να έρθει.
Η Χρύσα δεν σήκωσε το κεφάλι όταν έπεσαν επάνω της οι πρώτες στάλες της βροχής. Δεν προφυλάχτηκε όταν άρχισε ο αέρας να λυσσομανά γύρω της. Πήρε μόνο στην αγκαλιά της το βιβλίο για να το προστατέψει από την καταιγίδα και τυλιγμένη σαν μικρή μπάλα γύρω του, συνέχισε να διαβάζει. Με πείσμα και με πάθος, αγνοώντας την βροχή, τα μουσκεμένα ρούχα και μαλλιά, το κρύο και τα δόντια της που χτυπούσαν δυνατά, συνέχισε να διαβάζει.
Είχε πια νυχτώσει για τα καλά όταν σήκωσε τελικά το κεφάλι της. Έπρεπε να παραδεχτεί πως δεν θα ερχόταν σήμερα. Έπρεπε να προσπαθήσει να μαζέψει τα κομμάτια της ψυχής της, που σκόρπισε η απουσία του και να συνεχίσει. Γιατί αύριο, θα τον έβλεπε σίγουρα. Γιατί αύριο, θα ερχόταν να την συναντήσει. Κι αυτή έπρεπε να είναι εκεί και να τον περιμένει.
Κοίταξε με τρυφερότητα το βιβλίο, που κρατούσε τόση ώρα σφιχτά. Λίγο πριν το τέλος, η Ηλιαχτίδα και ο Φεγγαρένιος, ένωναν τα χείλη τους επιτέλους, στο δικό τους μοναδικό φιλί κι έδιναν στο παραμύθι το τέλος που του ταίριαζε. Ο αέρας είχε πια κοπάσει κι η βροχή είχε σταματήσει, όταν σηκώθηκε από το παγκάκι. Έκοψε ένα μουσκεμένο τριαντάφυλλο και το έβαλε σελιδοδείχτη στην τελευταία σελίδα του παραμυθιού. Άφησε το βιβλίο στην θέση που καθόταν τόση ώρα κι έφυγε.
Ο νεαρός άντρας, έφτασε ξέπνοος στο πάρκο, λίγα λεπτά μετά. Κοίταξε με απελπισία το άδειο παγκάκι κι έκατσε εκεί με τους αγκώνες στα πόδια του  και τις παλάμες του να στηρίζουν το μέτωπό του. Είχε χλομιάσει και τα χέρια του έτρεμαν κι έμεινε σ' αυτήν την στάση για λίγη ώρα προσπαθώντας να ανασάνει. Σήκωσε το κεφάλι κι άφησε τα χέρια του να πέσουν σαν στο πλάι του κορμιού του. Άναψε ένα τσιγάρο με αργές κινήσεις και πήρε μια βαθειά ρουφηξιά , κοιτώντας με θολά μάτια μπροστά του. Δεν την πρόλαβε. Κι ήξερε πόσο της κόστισε. Ένιωσε τον πόνο στο στήθος του να μεγαλώνει, καθώς για μια απειροελάχιστη στιγμή σκέφτηκε πως ίσως την έχασε για πάντα.
Τότε πρόσεξε το βιβλίο και τον αυτοσχέδιο σελιδοδείκτη του. Το σήκωσε με προσοχή και διάβασε το τέλος του παραμυθιού. Το πρόσωπό του φωτίστηκε καθώς το φεγγάρι ξεπρόβαλε μέσα από τα σύννεφα. Έβγαλε ένα στυλό από το τσαντάκι του κι έγραψε κάτι στο εξώφυλλο του βιβλίου. Πήρε το τριαντάφυλλο και το έβαλε στην τσέπη του. Άφησε πάλι προσεχτικά το βιβλίο στην προηγούμενη θέση του και έφυγε τρέχοντας. Είχε ακόμα ελπίδες να την προλάβει, είχαν ακόμα ελπίδες.
Την επόμενη μέρα ο ήλιος έλαμπε στον ουρανό. Τίποτα δεν θύμιζε την καταιγίδα που πέρασε από το πάρκο, εκτός από κάποιες ξεχασμένες σταγόνες στα λουλούδια και τα μαζεμένα σε σωρούς κιτρινισμένα φύλλα. Ένα νεαρό κορίτσι σταμάτησε μπροστά στο παγκάκι, που βρίσκονταν ακόμα αφημένο το βιβλίο. Το πήρε στα χέρια της με περιέργεια. Ήταν στεγνό και μύριζε τριαντάφυλλο. Το ξεφύλλισε με προσοχή κι ανακάλυψε με έκπληξη πως όλες οι σελίδες του ήταν λευκές. Ξανακοίταξε το εξώφυλλο, που είχε ζωγραφισμένο έναν κύκλο και στην μέση του μία μόνο λέξη γραμμένη με στυλό. Αυτό το «Εμείς» δεν την βοήθησε να καταλάβει τίποτα, ούτε όταν μια λαμπερή ηλιαχτίδα έπεσε επάνω του και το φώτισε..