Το χριστουγεννιάτικο δέντρο





Παραμονή Χριστουγέννων κι η Δήμητρα ένιωθε το στήθος της βαρύ και την ανάσα της κομμένη.
Πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, η αναμονή της γιορτής την άδειαζε από συναισθήματα και ενέργεια και η συνηθισμένη της αισιοδοξία δεν αρκούσε για να μπορέσει να ανταπεξέλθει. Είχε περάσει όλη την μέρα προσπαθώντας να ξυπνήσει το χριστουγεννιάτικο πνεύμα, αλλά δεν τα κατάφερε. Ούτε τα κάλαντα, που ήταν το αγαπημένο της ξυπνητήρι δεν μπόρεσαν να την κάνουν να συνέλθει. Στην καρδιά της υπήρχε ένα κενό, που μεγάλωνε συνεχώς.
Έκλεισε όλα τα φώτα και κάθισε δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Τα φωτάκια που αναβόσβηναν, ακολουθούσαν τους παλμούς της καρδιάς της κι αυτό άρχισε να την ηρεμεί. Έμεινε έτσι καθισμένη για αρκετή ώρα, αδειάζοντας το κεφάλι της από τις σκέψεις, τα προβλήματα, τους εφιάλτες, που την κυνηγούσαν όλη την μέρα. Κρατήθηκε από το παρήγορο φως σαν ναυαγός από την σανίδα σωτηρίας, που ανέλπιστα βρίσκει μπροστά του. Κοίταξε το δέντρο κι ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της.
       Ποτέ δεν της άρεσαν τα στολισμένα με τάξη και σχέδιο χριστουγεννιάτικα δέντρα. Οι ομοιόμορφες μπάλες, ταχτοποιημένες κατά μέγεθος και σχήμα, αυστηρά και λιτά, ώστε να συμβαδίζουν με το πρότυπο, που έχουν αρκετοί στο μυαλό τους. Το δικό της δέντρο ήταν πάντα φορτωμένο σαν λατέρνα, με ετερόκλιτα στολίδια, που όμως όλα της θύμιζαν κάτι, ήταν δεμένα με στιγμές από τα παιδικά της χρόνια ως σήμερα. Παλιές γυάλινες μπάλες, ασημένιες κουκουνάρες, πήλινα αγγελάκια, καμπανούλες, φτηνά και ακριβά στολίδια, παλιά και καινούρια, σοκολατένιοι αι-βασίληδες, όλα χωρούσαν κι όλα έβρισκαν την θέση τους..
       Την μάγευε αυτό το πάντρεμα των ετερόκλιτων στολιδιών, που έκρυβαν και συμβόλιζαν τα Χριστούγεννα που είχε περάσει, αυτά που διένυε και της έδειχναν αυτά που θα έρθουν. Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της σ' ένα δέντρο, με πολύχρωμα φωτάκια και ένα λαμπερό αστέρι στην κορυφή. Θα ήθελε να το άφηνε έτσι στολισμένο όλο τον χρόνο, να την περιμένει να γυρίσει από την δουλειά, να την παρηγορήσει και να της δίνει ελπίδα, αλλά ήξερε πως θα έχανε την λάμψη του, τσαλακωμένο από την καθημερινότητα και δεν τολμούσε να το διακινδυνέψει. Όχι ακόμα, όχι όσο ήταν μόνη..
      Τυλίχτηκε με την κουβέρτα, που είχε δίπλα της γι' αυτό τον σκοπό, έτσι όπως ήταν καθισμένη οκλαδόν μπροστά στο δέντρο κι ένιωσε την ζεστασιά και την απαλότητά της να την χαλαρώνουν ακόμα περισσότερο. Άπλωσε το χέρι της στα τυφλά κι έφερε το ποτήρι με το κρασί στα χείλη της, πίνοντας μια μεγάλη γουλιά κι αμέσως μετά ακόμα μία ,νιώθοντας τα μάγουλα της να καίνε. Έκλεισε τα μάτια, αισθανόμενη και κάτω από τα κλειστά της βλέφαρα τον παλμό από τα φωτάκια, πολύχρωμες λάμψεις στο σκοτάδι..
      Ξύπνησε, έχοντας στα χείλη της την γεύση του κρασιού και κάτι άλλο απροσδιόριστο, μα οικείο. Σκέπασε τα μάτια της και με τις παλάμες της, όπως συνήθιζε να κάνει κάθε πρωί, για να προστατευτεί από τον ήλιο και το φως, έσυρε τα χέρια της μέχρι τα βάση του αυχένα, κάτω από τα μαλλιά, και τα τέντωσε μπροστά της ανοίγοντας τα μάτια. Ήταν στην κρεβατοκάμαρα της, ξαπλωμένη στο κρεβάτι, χωρίς να έχει ιδέα πως βρέθηκε εκεί, νιώθοντας πως κάτι είχε αλλάξει, αλλά μην μπορώντας ακόμα να συνειδητοποιήσει τι ήταν αυτό..
      Άκουσε την ανάσα δίπλα της και γύρισε το κεφάλι ξαφνιασμένη. Ο άντρας που κοιμόταν δίπλα της, άνοιξε εκείνη την στιγμή τα μάτια του και την κοίταξε τρυφερά. Γύρισε στο πλάι κι άπλωσε το χέρι του, χαϊδεύοντας το περίγραμμα του προσώπου της, ενώ πλησίασε κοντά της. Με την σιγουριά του εραστή, που ξέρει πως είναι ποθητός, κατέβασε το χέρι του προς το στήθος της και της χαμογέλασε. Το κορμί της ρίγησε κι άπλωσε το χέρια της να τον αγκαλιάσει. Όταν τα χείλη τους ενώθηκαν, τον αναγνώρισε από το φιλί..
      Απαλό και τρυφερό στην αρχή, με την οικειότητα των συζύγων, που μοιράζονται καιρό το ίδιο κρεβάτι, διερευνητικό και παθιασμένο στην συνέχεια, με τον πόθο των εραστών, που η συνήθεια επέκτεινε το πάθος αντί να το σβήσει, κατακτητικό και παραδομένο στο τέλος, με τον τρόπο που αλληλεπικαλύπτονται, όσοι αγαπούν και αγαπιούνται, χωρίς να φοβούνται να δώσουν και να πάρουν. Αυτό το φιλί, μόνο ένας άντρας μπορούσε να της το δώσει. Κι ήταν δίπλα της σκεπάζοντάς την με την αγάπη του..
      «Καλημέρα, αγάπη μου» της είπε και τα μάτια του έλαμψαν παιχνιδιάρικα, καθώς κοιτούσε το αναψοκοκκινισμένο της πρόσωπο. Η Δήμητρα άπλωσε το χέρι της και χάιδεψε τα κάτασπρα μαλλιά, έσκυψε και φίλησε τις ρυτίδες στα μάτια του και στο πρόσωπό της άστραψε το χαμόγελο, που επί σαράντα χρόνια κρατούσε μόνο γι’ αυτόν..
     «Εξακολουθείς να είσαι το αστέρι στο χριστουγεννιάτικο δέντρο μας» είπε ο Παναγιώτης και σκούπισε με τα χείλη του τα δάκρυα, που κυλούσαν από τα μάτια της. «Σου είχα υποσχεθεί εκείνα τα Χριστούγεννα, που περάσαμε χώρια, πως θα είναι τα τελευταία που θα είμαστε μόνοι και πως θα καθόμαστε πάντα αγκαλιά δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, όσα χρόνια κι αν περάσουν.».
     Σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι και την βοήθησε να σταθεί στα πόδια της. Την πήρε από το χέρι και πήγαν δίπλα στο σαλόνι, όπου το μεγάλο χριστουγεννιάτικο δέντρο έπιανε δυσανάλογα πολύ χώρο. Κάθισαν με μεγάλη προσοχή στην μικρή κόκκινη φλοκάτη , που βρισκόταν μπροστά του κι αγκαλιαστήκανε κοιτάζοντας τα φωτάκια, που αναβόσβηναν..
     Η Δήμητρα είδε τα στολίδια, που είχαν προσθέσει στα χρόνια που πέρασαν. Καθένα τους κι ένας χρόνος της κοινής τους ζωής, ένας σταθμός για τις μικρές ανάσες τους, ένα βήμα προς το κοινό τους όνειρο..
     Είδε τα παιδιά και τα εγγόνια τους, τις στιγμές ευτυχίας και τους μικρούς καυγάδες, τις καθημερινές νίκες και ήττες τους, αλλά πάνω απ’ όλα την αγάπη τους, που έμενε αναλλοίωτη. Έσφιξε το χέρι του, ξέροντας πως το ίδιο σκεφτόταν κι εκείνος..
     «Καλά Χριστούγεννα, αγάπη μου» του είπε τελικά, μόλις κατόρθωσε να διώξει την συγκίνηση , που έκανε την φωνή της να τρέμει. «Για όλα τα Χριστούγεννα που περάσαμε μαζί και όσα μας απομένουν. Και γι’ αυτά που θα περάσουμε στην επόμενη ζωή, κάτω από ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο, που θα μένει στολισμένο όλο τον χρόνο. Το δικό μας δέντρο.»

Η καταιγίδα


Η Χρύσα καθόταν στο παγκάκι του πάρκου περιμένοντας τον Πέτρο να έρθει. Η ώρα περνούσε κι αυτός δεν φαινόταν πουθενά. Την ώρα που πήγε στο πάρκο ένας λαμπερός ήλιος έλαμπε στον ουρανό και αν και ήταν αρχές Δεκέμβρη, δεν είχε καθόλου κρύο. Τώρα, τρεις ώρες μετά, μαύρα σύννεφα είχαν μαζευτεί στον ουρανό κι ένιωσε το κρύο να διαπερνά το λεπτό φόρεμα που φορούσε.
Τύλιξε τα χέρια γύρω από το κορμί της ψάχνοντας ζεστασιά, σκεφτόμενη πως ήταν τα δικά του χέρια που την αγκάλιαζαν κι αμέσως ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της. Κοίταξε το βιβλίο που είχε ακουμπισμένο μπροστά στα πόδια της και συνέχισε να διαβάζει αδιάφορη για τον καιρό που χειροτέρευε, αδιάφορη για το κρύο και τον έξω κόσμο.
Διάβαζε τις περιπέτειες της Ηλιαχτίδας και του Φεγγαρένιου που αν και γεννήθηκαν κάτω από τον ίδιο ουρανό, χωρίστηκαν από την Μέρα και την Νύχτα κι απέμειναν ο καθένας μόνος του. Στα χρόνια που έζησαν χώρια, προσπάθησαν να προσαρμοστούν στο περιβάλλον τους και να ξεχάσουν την μοναξιά και τους πόθους της ψυχής τους. Όταν αντάμωσαν τυχαία ξανά είχαν περάσει πολλά χρόνια, αλλά αναγνώρισαν ο ένας τον άλλο με την πρώτη φευγαλέα ματιά, με το πρώτο δειλό άγγιγμα κι αποφάσισαν πως δεν θα αφήσουν τίποτα να τους χωρίσει.
Η Χρύσα σήκωσε τα μάτια για μια στιγμή από το βιβλίο με το παραμύθι και κοίταξε την ώρα στο κινητό της. Είχε αργήσει να έρθει και δεν είχε στείλει κάποιο μήνυμα. Στην αρχή δεν ανησύχησε γιατί δεν κυνηγούσαν τους λεπτοδείκτες  όταν ήταν να βρεθούν. Ήξεραν κι οι δυο πως η αγάπη τους είναι αμοιβαία, όπως κι η ανάγκη της επαφής και της επικοινωνίας που με το ζόρι κατάφερναν να καλύψουν. Για να μην εμφανιστεί μέχρι τώρα, σίγουρα υπήρχε κάποιος σοβαρός λόγος.
Αναστέναξε κοιτάζοντας το βιβλίο μ’ ένα περίεργο σκοτεινό βλέμμα. Όλα τα βιβλία που διάβαζε, τα τραγούδια που άκουγε, οι ταινίες που έβλεπε, όλα μιλούσαν για αυτήν και τον Πέτρο. Η ιστορία τους γραμμένη, τραγουδισμένη, σκηνοθετημένη, κάτω από μια άλλη ματιά, ήταν η ίδια ιστορία. Ο έρωτας ήταν ο καλλιτέχνης που ζωγράφιζε στον άδειο καμβά της ψυχής της και όλα γύρω της τον υμνούσαν και τον προσκυνούσαν. Ο εγωισμός του έρωτα την έκανε να φαντάζεται πως όλα μιλούσαν γι’ αυτούς.
Έσκυψε πάλι πάνω στο βιβλίο συνεχίζοντας να διαβάζει το παραμύθι. Η Ηλιαχτίδα μάλωνε με τον Ήλιο και τις υπόλοιπες Αχτίδες, έδινε μάχη με τα σύννεφα και το σκοτάδι, προσπαθώντας να ξεκλέψει μια μικρή στιγμή για να είναι μαζί με τον Φεγγαρένιο. Κι αυτός από την πλευρά του, παραμέριζε τα αστέρια, έτρεχε βιαστικός, πριν έρθει ακόμα η Νύχτα, έκλεβε τον χρόνο της Μέρας, για να βρεθεί κοντά της. Κι αυτές οι στιγμές, που ήταν μαζί, αν και σύντομες τις περισσότερες φορές, τους γέμιζαν δύναμη για την επόμενη μάχη, για την επόμενη συνάντηση, για την επόμενη στιγμή, που θα γλιστρούσαν ο ένας μέσα στον άλλο.
Κάθε συνάντηση, αντί να καθησυχάζει τον πόθο και την ανάγκη τους, την μεγάλωνε. Ψάχνανε απελπισμένα τρόπο, να ενωθούν για πάντα και να μείνουν μαζί αγκαλιά, μ’ ενωμένα τα χείλια τους σ’ ένα ατέλειωτο φιλί, που θα είχε την ζεστασιά της Ηλιαχτίδας και το παρήγορο φως του Φεγγαρένιου. Γι’ αυτό το φιλί που ακόμα δεν είχαν δώσει, γι’ αυτό το μοναδικό φιλί που θα σήμαινε την αρχή μιας νέας εποχής, παρέμεναν μαχόμενοι, έκρυβαν την απελπισία τους με καμώματα τρελά, μιλούσαν με τις ώρες μέσω της Πούλιας και του Αυγερινού, που κάνανε τους αγγελιοφόρους. Αλλά η λύτρωση αργούσε να έρθει.
Η Χρύσα δεν σήκωσε το κεφάλι όταν έπεσαν επάνω της οι πρώτες στάλες της βροχής. Δεν προφυλάχτηκε όταν άρχισε ο αέρας να λυσσομανά γύρω της. Πήρε μόνο στην αγκαλιά της το βιβλίο για να το προστατέψει από την καταιγίδα και τυλιγμένη σαν μικρή μπάλα γύρω του, συνέχισε να διαβάζει. Με πείσμα και με πάθος, αγνοώντας την βροχή, τα μουσκεμένα ρούχα και μαλλιά, το κρύο και τα δόντια της που χτυπούσαν δυνατά, συνέχισε να διαβάζει.
Είχε πια νυχτώσει για τα καλά όταν σήκωσε τελικά το κεφάλι της. Έπρεπε να παραδεχτεί πως δεν θα ερχόταν σήμερα. Έπρεπε να προσπαθήσει να μαζέψει τα κομμάτια της ψυχής της, που σκόρπισε η απουσία του και να συνεχίσει. Γιατί αύριο, θα τον έβλεπε σίγουρα. Γιατί αύριο, θα ερχόταν να την συναντήσει. Κι αυτή έπρεπε να είναι εκεί και να τον περιμένει.
Κοίταξε με τρυφερότητα το βιβλίο, που κρατούσε τόση ώρα σφιχτά. Λίγο πριν το τέλος, η Ηλιαχτίδα και ο Φεγγαρένιος, ένωναν τα χείλη τους επιτέλους, στο δικό τους μοναδικό φιλί κι έδιναν στο παραμύθι το τέλος που του ταίριαζε. Ο αέρας είχε πια κοπάσει κι η βροχή είχε σταματήσει, όταν σηκώθηκε από το παγκάκι. Έκοψε ένα μουσκεμένο τριαντάφυλλο και το έβαλε σελιδοδείχτη στην τελευταία σελίδα του παραμυθιού. Άφησε το βιβλίο στην θέση που καθόταν τόση ώρα κι έφυγε.
Ο νεαρός άντρας, έφτασε ξέπνοος στο πάρκο, λίγα λεπτά μετά. Κοίταξε με απελπισία το άδειο παγκάκι κι έκατσε εκεί με τους αγκώνες στα πόδια του  και τις παλάμες του να στηρίζουν το μέτωπό του. Είχε χλομιάσει και τα χέρια του έτρεμαν κι έμεινε σ' αυτήν την στάση για λίγη ώρα προσπαθώντας να ανασάνει. Σήκωσε το κεφάλι κι άφησε τα χέρια του να πέσουν σαν στο πλάι του κορμιού του. Άναψε ένα τσιγάρο με αργές κινήσεις και πήρε μια βαθειά ρουφηξιά , κοιτώντας με θολά μάτια μπροστά του. Δεν την πρόλαβε. Κι ήξερε πόσο της κόστισε. Ένιωσε τον πόνο στο στήθος του να μεγαλώνει, καθώς για μια απειροελάχιστη στιγμή σκέφτηκε πως ίσως την έχασε για πάντα.
Τότε πρόσεξε το βιβλίο και τον αυτοσχέδιο σελιδοδείκτη του. Το σήκωσε με προσοχή και διάβασε το τέλος του παραμυθιού. Το πρόσωπό του φωτίστηκε καθώς το φεγγάρι ξεπρόβαλε μέσα από τα σύννεφα. Έβγαλε ένα στυλό από το τσαντάκι του κι έγραψε κάτι στο εξώφυλλο του βιβλίου. Πήρε το τριαντάφυλλο και το έβαλε στην τσέπη του. Άφησε πάλι προσεχτικά το βιβλίο στην προηγούμενη θέση του και έφυγε τρέχοντας. Είχε ακόμα ελπίδες να την προλάβει, είχαν ακόμα ελπίδες.
Την επόμενη μέρα ο ήλιος έλαμπε στον ουρανό. Τίποτα δεν θύμιζε την καταιγίδα που πέρασε από το πάρκο, εκτός από κάποιες ξεχασμένες σταγόνες στα λουλούδια και τα μαζεμένα σε σωρούς κιτρινισμένα φύλλα. Ένα νεαρό κορίτσι σταμάτησε μπροστά στο παγκάκι, που βρίσκονταν ακόμα αφημένο το βιβλίο. Το πήρε στα χέρια της με περιέργεια. Ήταν στεγνό και μύριζε τριαντάφυλλο. Το ξεφύλλισε με προσοχή κι ανακάλυψε με έκπληξη πως όλες οι σελίδες του ήταν λευκές. Ξανακοίταξε το εξώφυλλο, που είχε ζωγραφισμένο έναν κύκλο και στην μέση του μία μόνο λέξη γραμμένη με στυλό. Αυτό το «Εμείς» δεν την βοήθησε να καταλάβει τίποτα, ούτε όταν μια λαμπερή ηλιαχτίδα έπεσε επάνω του και το φώτισε..

Η απέναντι όχθη





Βάδιζε πολύ ώρα με την ματιά της να σκαλώνει αφηρημένα στα σημάδια  που έβαζε πάντα όταν πήγαινε βόλτα στο δάσος για να μην χαθεί. Περπατούσε γρήγορα, με τον ρυθμό που έδιναν οι σκέψεις χτυπώντας στο κεφάλι της και το βούισμα στα αυτιά της την έκανε να συνειδητοποιήσει  πως ήταν η ώρα να αρχίσει να τρέχει.
Έτρεχε μέχρι που ένιωσε πως η ανάσα της σώθηκε κι αλμυρές στάλες ιδρώτα έτσουζαν στα μάτια της. Σταμάτησε λαχανιασμένη, με την καρδιά της να προσπαθεί να βγει από το στήθος της, ενώ το γνωστό κάψιμο στα πνευμόνια την έκανε να πεθυμίσει το δηλητήριο της νικοτίνης σαν τιμωρία για την αδυναμία της να ξεφύγει.
Κοίταξε γύρω της ξαφνιασμένη, ενώ έβγαζε το τσιγάρο από το πακέτο με τρεμάμενα δάχτυλα, προσπαθώντας να καταλάβει που βρισκόταν. Σήμερα είχε μπει πιο βαθειά στο δάσος, από κάθε άλλη φορά και το σημείο, που στεκόταν, της ήταν άγνωστο.
Μπροστά της ακριβώς βρισκόταν ένα ποτάμι, που το αντικαθρέφτισμα των δέντρων το έκαναν να φαντάζει σαν ένα δεύτερο δάσος κάτω από το νερό. Άναψε το τσιγάρο, πήρε μια βαθειά ρουφηξιά και βήχοντας πλησίασε στην όχθη του. Η γυναίκα με το κόκκινο φόρεμα που καθρεφτίστηκε στα νερά του, ήταν μια άγνωστη.
Κοίταξε έκπληκτη το είδωλό της  ανοιγοκλείνοντας τα μάτια. Στον ελαφρύ κυματισμό του νερού , το κόκκινο φουστάνι φάνταζε σαν τρεμάμενη φλόγα ανάμεσα στα δέντρα που φώτιζε το δάσος. Η φλόγα ,που είχε ανάψει εκείνος μέσα της, τρεμόπαιζε κι αυτή, πυγολαμπίδα που η φωτισμένη της ουρά τον καλούσε κοντά της.
Μέσα στην σιγαλιά του δάσους, άκουσε το θόρυβο των βημάτων από μακριά. Ήξερε πριν σηκώσει το κεφάλι της, τι θα αντίκριζε στην απέναντι όχθη. Τον ένιωθε να έρχεται πριν τον ανταμώσει, τον έβλεπε πριν τον αντικρίσει, άκουγε το κάλεσμα του πριν να ακούσει την φωνή του. Δίστασε για μια στιγμή , έσβησε το τσιγάρο που της έκαιγε τα δάχτυλα και σηκώθηκε.
Κοιτάχτηκαν από μακριά με ένταση και πάθος, όπως κάθε φορά που συναντιόντουσαν. Τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν σαν ξίφη ανάμεσα σε μονομάχους κι οι αστραπές του πόθου τους φώτισαν το ποτάμι και το υδάτινο δάσος του. Ήταν τόσο κοντά, αλλά το ποτάμι που τους χώριζε ήταν βαθύ και το πέρασμά του επικίνδυνο. Απέμειναν όπως και τόσες άλλες φορές να κοιτάζονται με απελπισία.
«Έλα κοντά μου» είπαν κι οι δύο ταυτόχρονα και κοιτάχτηκαν με λαχτάρα και πόνο. Ο έρωτας, χωρισμένος στα δυο από το ποτάμι, δεν είχε καταφέρει να γίνει ακόμα γέφυρα. Κάθε φορά ένας από τους δυο τους περνούσε στην απέναντι όχθη, για να κλέψουν λίγες στιγμές ευτυχίας, αλλά πάντα γυρνούσε πίσω, εκεί στην δική του πλευρά, στα μικρά κεκτημένα, στον μικρό θάνατο.
Δεν κοιτούσαν πίσω, όταν ξαναπερνούσαν το ποτάμι. Ήταν παράξενο, αλλά αυτό που τους φόβιζε δεν ήταν να το διασχίσουν, να κολυμπήσουν κόντρα στο ρέμα, να διακινδυνέψουν τον πνιγμό μέσα του, αλλά η παραμονή απέναντι.
Δεν το είχαν συζητήσει ποτέ, αλλά ήξεραν πως έπρεπε να βρουν κάποια άλλη λύση, πριν να κουραστούνε, πριν παραιτηθούνε, πριν βολευτούνε, πριν ξεχάσουν την γεύση του φιλιού, την παρηγοριά αγκαλιάς, την μυρωδιά του έρωτα.
Γονάτισε κι έβαλε το χέρι της στο νερό χωρίς να πάρει το βλέμμα της από πάνω του. Έβγαλε το χέρι που έσταζε το νερό του ποταμού και το ακούμπησε στο μέτωπο, στις παρειές, στο λαιμό της. Τον άκουσε να αναστενάζει, ενώ άρχισε να ξεντύνεται. Σήμερα θα περνούσε αυτός.
Έμεινε να τον κοιτάει θαμπωμένη καθώς πετούσε με μανία από πάνω του τα ρούχα, τα παπούτσια , τον δισταγμό. Σαν αστραπή κατάλαβε τι κάνανε λάθος τόσο καιρό. Με μία μόνο κίνηση έβγαλε το φόρεμά της κι έβαλε το γυμνό της πόδι στο κρύο νερό.
Κοιτάχτηκαν χαμογελώντας και βούτηξαν ταυτόχρονα κι οι δυο. Κολύμπησαν με δυνατές απλωτές, σηκώνοντας το κεφάλι για να βλέπουν ο ένας τον άλλο. Αντάμωσαν στην μέση του ποταμού και το χαμόγελο τους μεγάλωσε.
Άπλωσε το χέρι του και κράτησε το δικό της σφιχτά. Ένιωσε όλη την δύναμη της αγάπης του να της ζεσταίνει το σώμα και την καρδιά. Ξάπλωσαν ανάσκελα στο νερό σαν να ήταν το νυφικό κρεβάτι, που περίμεναν τόσο καιρό. Με τα χέρια ενωμένα , άφησαν να τους παρασύρει το ρέμα.
Ο αέρας που φύσηξε έριξε το κόκκινο φόρεμα στο ποτάμι. Βούλιαξε αργά στο βυθό του, σκεπάζοντας το καθρέφτισμα των δέντρων, κόκκινη φωτιά, που απλώθηκε στο υδάτινο δάσος του ποταμού.


Η αγκαλιά






«Υπάρχουν στιγμές που οι λέξεις ακροβατούν, γέρνοντας στην προσπάθεια να ισορροπήσουν, ανάμεσα στο συναίσθημα ,που θέλει να εκδηλωθεί και στην απουσία λέξεων να το εκφράσουν», είπε η Κατερίνα κοιτάζοντάς τον, ενώ στα μάτια της έλαμπαν τα δάκρυα, που μετά βίας συγκρατούσε. Αυτός αποφεύγοντας το βλέμμα της, που έψαχνε απαντήσεις, κοίταξε έξω από το παράθυρο.
«Θα μπορούσα να σου πω πολλά», συνέχισε, «αλλά είναι από τις λίγες φορές, που θα επιλέξω να σιωπήσω. Κι αν ποτέ σου με αγάπησες, θα καταλάβεις». Ένιωσε το βάρος της σιωπής, να γεμίζει τον αέρα ανάμεσά τους, μόλις σταμάτησε να μιλάει. Ο αέρας έγινε τόσο βαρύς και τόσο πυκνός, που τα πνευμόνια της πόνεσαν στην προσπάθεια να αναπνεύσει.
Άπλωσε το χέρι της να τον αγγίξει, αλλά το τράβηξε αμέσως πίσω. Η σιωπή είχε ήδη χτίσει τον τοίχο κι αυτός στεκόταν από πίσω του. Ήταν μια σιωπή που έκανε τις αισθήσεις της να παγώνουν και τα συναισθήματα να κόβουν σαν ξυράφια την αλλοτινή οικειότητα. Ήταν πολύ νωρίς, σκέφτηκε, κι όμως τόσο αργά.
Ο λυγμός της χτύπησε στον τοίχο της σιωπής και γύρισε πίσω σαν ηχώ. Μια τελεία στην αρχή της φράσης, που δεν πρόλαβε να γίνει πρόταση, ο έρωτας που δεν εκδηλώθηκε και που επέφερε τον θυμό του. Σιωπηλός ο θυμός κι όμως ούρλιαζε στα αυτιά της τρυπώντας τα τύμπανα της. Έβαλε το μπουφάν της βιαστικά και βγήκε έξω.
Τα δάκρυα που συγκρατούσε όση ώρα ήταν μαζί του, κύλησαν βιαστικά από τα μάτια της , λέρωσαν το πρόσωπό της και καθάρισαν την ψυχή της. Άναψε ένα τσιγάρο με δάχτυλα που έτρεμαν από το κρύο και την ένταση και πήρε μια βαθειά ρουφηξιά. Ο ζεστός καπνός βγαίνοντας από τα πνευμόνια της, ζωγράφισε έναν μικρό κύκλο. Τον κοίταξε αφηρημένα προσπαθώντας να καταλάβει τι ήταν αυτό, που τους έφερε σ’ αυτό το σημείο.
Δεν αποσιωπούσε συναισθήματα, δεν έκανε εύκολα πίσω, δεν έφευγε αμαχητί από τα πεδία μάχης της καρδιάς. Είχαν περάσει πολλά χρόνια, που ο θάνατος της έμαθε πως δεν θα έπρεπε να αφήνει κουβέντες μισοτελειωμένες με τους ανθρώπους που αγαπούσε. Έδιωχνε τα σύννεφα με τον αέρα της ψυχής της, μιλώντας , αναλύοντας, συζητώντας, πιέζοντας, προσπαθώντας όχι να προφυλαχτεί από την βροχή, αλλά να γυμνώσει την ψυχή της στον ήλιο της ματιάς του συνομιλητή.
Δεν μπορούσε όμως να παλεύει μόνη. Ούτε της άρεσαν οι διαρκείς μονόλογοι. Ήξερε πως η σιωπή είναι η δαμόκλειος σπάθη της επικοινωνίας κι όμως σήμερα δεν μπόρεσε να αρθρώσει λέξη, παγωμένη από την αδιαφορία και τον θυμό στα μάτια του. Πήρε μια βαθειά ανάσα αφήνοντας τον αέρα να εισβάλλει βίαια μέσα της και να καθαρίσει τις σκέψεις σαν τον βαρδάρη που φυσώντας διώχνει τα σύννεφα και καθαρίζει την ατμόσφαιρα στην πόλη τους.
Όλες οι σχέσεις δοκιμάζονται σε μια στιγμή αδυναμίας κι είναι αυτή που καθορίζει αν θα εξελιχθεί ή θα προσπεράσει. Κάποτε της είχε πει πως θα την περίμενε από την άλλη πλευρά, όπως κι αν είχαν τα πράγματα. Μόνο που σήμερα όλες οι πλευρές ήταν ίδιες. Δεν ήταν σίγουρη αν ήθελε να περιμένει άλλο. Ούτε ήταν ήξερε αν θα τον έβρισκε στην άκρη του δρόμου. Κι η σιωπή δεν μπορούσε να δώσει απάντηση. Έσβησε βιαστικά το δεύτερο τσιγάρο, που της έκαιγε τα δάχτυλα και γύρισε πίσω.
Εκείνος καθόταν στην καρέκλα, στην ίδια θέση που τον άφησε. Δεν γύρισε να την κοιτάξει και για μια στιγμή ένιωσε να λιποψυχά. Σκάλισε την μνήμη της για να βρει κάτι να πιαστεί και να πάρει θάρρος και να νικήσει την διάθεση παραίτησης , που την είχε κυριεύσει πριν. Προχώρησε κοντά του, κρατώντας ακούσια την ανάσα της και τον άγγιξε στον ώμο. «Θα είμαι εδώ» του είπε κι έκανε να φύγει.
Ένιωσε τα χέρια του να την αγκαλιάζουν και να την σφίγγουν επάνω του με σταθερότητα και πάθος. Τον αγκάλιασε κι αυτή και τρύπωσε μέσα στο λιμάνι της αγκαλιάς του, αφήνοντας έναν αναστεναγμό , που μπερδεύτηκε με τον δικό του. Έμειναν εκεί, μετέωροι στην στιγμή, να ακουμπάνε και να σφίγγουν, να απαντάνε σ’ όλες τις ανείπωτες ερωτήσεις, να γιατρεύουν τις πληγές, να καλύπτουν τα κενά της σιωπής και να την γεμίζουν με φως .
Γαντζώθηκε επάνω του με τα νύχια της να μπαίνουν στην σάρκα του σαν ναυαγός που βρήκε την σανίδα σωτηρίας και κρέμεται επάνω της για να επιβιώσει. Ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει κάτω από την παλάμη της στο ρυθμό της δικής της καρδιάς, την ζεστασιά του κορμιού του να απλώνεται μέσα της , την ανάσα του στον λαιμό της να κάνει το κορμί της να πάλλεται και να ανατριχιάζει.
Η σιωπή που τόσο απεχθανόταν και της θύμιζε νεκροταφείο συναισθημάτων, ξαφνικά μεταμορφώθηκε στην Ιθάκη της καρδιάς της. Η μυρωδιά του κορμιού του μπερδεύτηκε με την δική της και δεν μπορούσε πλέον να ξεχωρίσει που τελείωνε ο εαυτός της κι άρχιζε εκείνος.
Έκλεισε τα μάτια της και χάιδεψε τα φτερά του. Αφέθηκε και παραδόθηκε στην αγκαλιά ,όταν άκουσε το φτερούγισμα. Δεν είδε το φως ,που τους τύλιξε, όταν χαμογέλασε .Άπλωσε το χέρι της στα τυφλά και πήρε ένα βέλος από την φαρέτρα.

Το κλειστό παράθυρο



Η Νίκη καθόταν στην αγαπημένη της θέση. Δίπλωσε να πόδια της και αγκαλιάζοντάς τα, ακούμπησε το πιγούνι στα γόνατά της. Έτσι κουβαριασμένη , κοίταξε έξω από το κλειστό παράθυρο.
Ήταν βράδυ κι όπως πολλά βράδια δεν μπορούσε και δεν ήθελε να κοιμηθεί. Της άρεσε αυτή η ώρα, που η πόλη ησύχαζε και τα όνειρα βγαίνανε βόλτα στους έρημους δρόμους. Της άρεσε να ακούει τους θορύβους και να τους αποκωδικοποιεί πριν κοιτάξει έξω για να επιβεβαιώσει την προέλευσή τους. Μα πιο πολύ απ’ όλα της άρεσε η αίσθηση εγγύτητας και απόστασης με τους άλλους συνταξιδιώτες του ονείρου, όπως αποκαλούσε τις σκιές στα φωτισμένα παράθυρα των πολυκατοικιών.
Σήμερα είχε διάθεση για κρυφτούλι. Δεν άναψε φως. Το φως του φεγγαριού έμπαινε από το παράθυρο και την γέμιζε με νοσταλγία για την χαμένη μαγεία. Την μαγεία που χάθηκε μαζί του και ξεκίνησε τον εκούσιο εγκλεισμό της στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού της, στους τέσσερις τοίχους , που φυλάκιζαν την ψυχή της. Θα μπορούσε να δραπετεύσει. Θα μπορούσε να αντισταθεί στην διάθεση της παραίτησης. Αλλά δεν ήταν έτοιμη. Ήθελε να επανακτήσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό και στα αισθήματά της.
Άναψε το κερί, που είχε πάντα κοντά της και το ακούμπησε δίπλα της. Η μουσική που είχε βάλει να παίζει μόλις που ακουγόταν , αλλά αυτή άκουγε ξεκάθαρα την μουσική και τους στίχους των τραγουδιών, που είχε επιλέξει για το σημερινό ξενύχτι. Κοίταξε πάλι έξω από το παράθυρο, προσπαθώντας να αδειάσει το κεφάλι της από τις σκέψεις, να λυτρωθεί για λίγο από το βάσανο της λογικής. Τράβηξε τις κουρτίνες και κλείνοντας τα μάτια έγειρε το κεφάλι της προς τα πίσω, τυλίγοντας τα χέρια της ακόμα πιο σφιχτά γύρω από τα γόνατα.
Τότε άκουσε τον θόρυβο . Κάτι βρισκόταν έξω από το παράθυρο. Κάτι που η προσγείωση στο περβάζι του παραθύρου διέκοψε την ονειροπόλησή της. Κάτι που σερνόταν θαρρείς προσπαθώντας να φτάσει κοντά της. Άνοιξε τα μάτια και κόντρα στο φως του φεγγαριού, είδε την σκιά μιας γάτας. Με αργές κινήσεις για να μην την τρομάξει, ανασηκώθηκε και τράβηξε τις κουρτίνες.
Βρέθηκε μπροστά σε έναν μαύρο γάτο που την κοιτούσε κατάματα με τα κίτρινα μάτια του να φέγγουν. Με μια ξαφνική παρόρμηση, άνοιξε το παράθυρο και περίμενε να δει τις αντιδράσεις του. Εκείνος , αφού δίστασε μια στιγμή, πήδηξε ανάλαφρα μέσα στο δωμάτιο. Αφού περπάτησε για λίγη ώρα με την ουρά σηκωμένη, νιαουρίζοντας περίεργα , σε όλο το δωμάτιο, σταμάτησε την εξερεύνηση της μικρής της φυλακής και έκατσε δίπλα της.
Η Νίκη είχε πάρει την προηγούμενη στάση της μπροστά στο παράθυρο και δεν γύρισε να τον κοιτάξει. Άπλωσε το χέρι της μόνο και τον χάιδεψε. Της άρεσε η απαλή γούνα κάτω από τα δάχτυλά της, η ζεστασιά που ανέδινε, το απαλό γουργουρητό. Η σιωπή της νύχτας γέμισε με την παρηγοριά της συντροφιάς. Σε λίγη ώρα ένιωσε τα μάτια της να κλείνουν. Αισθανόταν χαλαρή και νωχελική σαν γάτα. Χαμογέλασε στην σκέψη και πήγε για ύπνο, αφήνοντας τον απρόσμενο επισκέπτη μπροστά στο μισάνοιχτο παράθυρο.
Ξύπνησε το πρωί χωρίς τον γνωστό πονοκέφαλο, γεμάτη ενεργητικότητα και σιγοτραγουδώντας πήγε στο σαλόνι. Ο γάτος είχε φύγει. Χαμογέλασε μαζεύοντας το γεμάτο καφέ ακόμα φλιτζάνι , άδειασε το τασάκι, αντικατέστησε το λιωμένο κερί και έκλεισε το ανοιχτό παράθυρο. Δεν ήταν σίγουρη πως δεν το ονειρεύτηκε , αλλά ήταν σίγουρη πως κάτι είχε αλλάξει. Και αυτή η αλλαγή την γέμισε αισιοδοξία.
Το βράδυ την βρήκε με μια αίσθηση προσμονής. Έκατσε στην γνωστή της θέση, αλλά ένιωθε πως κάτι έλειπε από την συνήθεια. Σηκώθηκε κρατώντας στο χέρι το κερί και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Ο γάτος ήταν ξαπλωμένος στο περβάζι της και κοιμόταν. Άνοιξε το παράθυρο και στο άκουσμά του, αυτός ξύπνησε και τεντώθηκε. Αμέσως μετά πήδηξε μέσα στο δωμάτιο και κουλουριάστηκε στην θέση, που πέρασε την προηγούμενη βραδιά.
Κάθισε δίπλα του οκλαδόν κι άρχισε να τον χαϊδεύει. Οι λέξεις που κρυμμένες μέσα της την έπνιγαν βγήκαν επιτέλους από τα χείλη της. Μιλούσε για ώρα, εκμυστηρευόμενη όλα όσα είχε στην καρδιά της, όλα όσα φίμωναν μέχρι τώρα τα αισθήματά της, όλα όσα δεν είχαν ειπωθεί. Κι ακούγοντας την φωνή της να λέει τα ανομολόγητα , ένιωθε το βάρος στο στήθος της να υποχωρεί και τον πόνο να απομυθοποιείται.
Κατάλαβε πως ο εγκλεισμός της είχε πάρει τέλος. Έτσι απλά, χωρίς τυμπανοκρουσίες, ένιωσε πως θα μπορούσε να προχωρήσει. Να ανοίξει και πάλι την καρδιά και τις αισθήσεις της. Να εμπιστευτεί , εμπιστευόμενη τις οδηγίες της ψυχής της. Να απλώσει το χέρι και να χαϊδέψει τον μαύρο γάτο , που θα ερχόταν όταν δεν τον περίμενε.
Δεν έκλεισε το παράθυρο πηγαίνοντας για ύπνο. Δεν θα προσπαθούσε να κρατήσει την συντροφιά του γάτου, δεσμεύοντάς τον. Ήξερε πως θα ερχόταν ξανά. Και πως θα τον άφηνε να φύγει ξανά χωρίς πικρία. Ο έρωτας θα ερχόταν σαν απροσδόκητο δώρο , όπως ο γάτος, κι αυτή θα δεχόταν το δώρο αυτό, ανοίγοντας διάπλατα το παράθυρο .

Τα μάτια της ψυχής


Τελευταίες μέρες του Οκτώβρη κι ο καιρός βάλθηκε να θυμίσει πως ξεκινάει ο χειμώνας. Μαύρα σύννεφα σκέπαζαν τον ουρανό κι η ατμόσφαιρα ήταν βαριά. Ο Σπύρος άνοιξε το παράθυρο του αυτοκινήτου και μύρισε την βροχή που ερχόταν.

Τότε την είδε. Προχωρούσε ανάμεσα στα σταματημένα αμάξια και τα μαύρα μαλλιά της της σκεπάζανε το πρόσωπο. Οι πρώτες σταγόνες άρχισαν να πέφτουν όταν πλησιάσε το αυτοκίνητο Εκείνη την στιγμή σήκωσε το χέρι της και τράβηξε τα μαλλιά που της σκέπαζαν το πρόσωπο Κι είδε τα μάτια της λίγο πιο μακριά από τα δικά του.

Αυτά τα μάτια θα τα αναγνώριζε όπου και να τα έβλεπε, όποτε και να τα έβλεπε. Είχαν περάσει πολλά χρόνια, αλλά μόλις ένα δευτερόλεπτο από τον χρόνο της καρδιάς του. Στο τρελό του καρδιοχτύπι , αναγνώρισε τον έφηβο , που ζούσε ακόμα μέσα του, τον έφηβο εκείνου του καλοκαιριού.

Τα καλοκαίρια της εφηβείας του είχαν το ίδιο χρώμα, την ίδια μυρωδιά, το ίδιο πάντα παρασκήνιο. Χρόνια πήγαιναν με τους γονείς του σ' ένα παραλιακό χωριό της Χαλκιδικής. Περίμενε όλη την χρονιά εκείνες τις μέρες, που θα βρισκόταν και πάλι εκεί, χωρίς υποχρεώσεις , χωρίς διάβασμα, μέρες γεμάτες ξεγνοισιά και την προσμονή του έρωτα.

Το καλοκαίρι που την συνάντησε ήταν δεκεπέντε χρονών. Ήταν ρομαντικός τότε κι όχι ιδιαίτερα τολμηρός, δεν ήξερε να ελίσσεται και να υποκρίνεται. Κάποτε αυτός ο συνδυασμός τον βοηθούσε κι άλλοτε τον χαντάκωνε, αλλά δεν του έκοβε την φόρα για καινούριες περιπέτειες καρδιάς.

Την πρώτη φορά που την είδε ήταν με τους γονείς και τον μικρό της αδερφό, περπατώντας νωχελικά κάτω από τον καυτό ήλιο του Αυγουστιάτικου πρωινού. Έπεσε σχεδόν επάνω της τρέχοντας με το ποδήλατό του για να προλάβει τους φίλους του, που είχαν ήδη πάει για μπάνιο στην θάλασσα. Φρενάρισε απότομα, βάζοντας τα πόδια του κάτω και στρίβοντας το τιμόνι, με αποτέλεσμα τελικά να βρεθεί πεσμένος μπροστά στα πόδια της με το ποδήλατο επάνω του.

Ενώ ο πατέρας της σήκωνε το ποδήλατο και το κρατούσε όρθιο, ένιωσε τα μακριά μαλλιά της να τον χαϊδεύουν , καθώς έσκυψε και του έδωσε το χέρι της για να σηκωθεί. Σηκώθηκε κατακόκκινος από κάτω για να βρεθεί στην ίδια ευθεία με τα υπέροχα μαύρα της μάτια, που τον κοιτούσαν με ανησυχία.

Ένιωσε να ζαλίζεται καθώς έπιανε μηχανικά το τιμόνι του ποδηλάτου, που κρατούσε υπομονετικά ο άγνωστος άντρας και ψελλίζοντας ένα βιαστικό συγνώμη, καβάλησε το ποδήλατο για να φύγει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Μετά τις πρώτες πεταλιές , γύρισε και κοίταξε πίσω του, είδε την πλάτη της , που στεφάνωναν τα μαύρα της μαλλιά και πριν προλάβει να αντιδράσει, αυτή έστρεψε το κεφάλι της κοιτάζοντάς τον για μια ατέλειωτη στιγμή.

Παραδόθηκε σ’ εκείνο το βλέμμα, όπως θα παραδινόταν και κάθε μέρα, όλες εκείνες τις μέρες του μακρινού καλοκαιριού, μέχρι την τελευταία στιγμή. Το χωριό ήταν μικρό και ήταν φυσικό να συναντιούνται κάθε μέρα στα ίδια μέρη. Και κάθε μέρα περίμενε τις κλεφτές στιγμές , που θα ξέφευγε από την προσοχή των φίλων και θα έβρισκε την ευκαιρία να βυθιστεί στα μάτια της και με τα δικά του να αστράφτουν να της διηγείται τον έρωτά του.

Κάθε μέρα ετοίμαζε την φράση που θα της έλεγε όταν θα την πλησίαζε, προετοίμαζε τις απαντήσεις του στους φανταστικούς διαλόγους, ονειρευόταν την στιγμή που θα έβλεπε εκείνα τα μάτια από τόσο κοντά , ώστε να διακρίνει την κόρη που χανόταν στο μαύρο τους. Όταν όμως την αντίκρυζε την επομένη το πρωί, τα λόγια εξανεμίζονταν κι έμενε να την κοιτάει σιωπηλός, περιμένοντας την επόμενη φορά, το επόμενο πρωινό, την επόμενη μέρα.

Εκείνη την μέρα έβρεχε από νωρίς το πρωί. Η γλυκειά καλοκαιρινή βροχή, προάγγελος του φθινοπώρου που πλησίαζε, γέμισε με μελαγχολία την καρδιά του. Καθόταν κάτω από ένα υπόστεγο, με το ποδήλατο δίπλα του ακουμπισμένο στον τοίχο, περιμένοντας την βροχή να σταματήσει , όταν είδε το ξέχυλο από πράγματα αυτοκίνητο.

Έφευγε. Δεν είχε προλάβει να της πει τίποτα και τώρα ήταν αργά. Την είδε να κοιτάζει από το πίσω τζάμι του αυτοκινήτου καθώς περνούσε από μπροστά του. Χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά και αγνοώντας την βροχή που συνέχιζε να πέφτει ασταμάτητα, καβάλησε το ποδήλατο και το ακολούθησε .

Το ακολούθησε για δύο περίπου χιλιόμετρα κάνοντας πετάλι σαν τρελός, βλέποντας το πρόσωπό της κολλημένο στο τζάμι του αυτοκινήτου, τα μάτια της καρφωμένα επάνω του, και συνέχισε μέχρι που κόπηκε η ανάσα του, για να συνεχίσει να βλέπει εκείνα τα μάτια για όσο περισσότερο μπορούσε.

Σταμάτησε κοντανασαίνοντας με την καρδιά του να βροντοχτυπάει στο στήθος του. Μουσκεμένος τριπλά, από ιδρώτα , βροχή και δάκρυα, είδε το όνειρο να ξεμακραίνει και κλείδωσε την στερνή ματιά της στην ψυχή του, μαζί με τα ανείπωτα λόγια και τα συναισθήματα. Δεν έκλαψε ξανά από τότε.

Στα χρόνια που περάσαν, κλείδωσε κι άλλα στην ψυχή του, βάζοντας για φύλακες τον αυτοσαρκασμό και την τσουχτερή γλώσσα του, την λογική και την υπευθυνότητα. Ο θησαυρός του παρελθόντος τον περίμενε κάθε φορά που δεν τα έβγαζε πέρα με τα συναισθήματά του, τον περίμενε να κρυφτεί και σαν φιλάργυρος τοκογλύφος να μετρήσει αυτά που είχαν μείνει.

Ένιωθε συχνά σαν δέντρο που έμεινε δίχως φύλλα, γιατί οι ρίζες των συναισθημάτων του είχαν αποδυναμωθεί και δεν μπορούσαν να ρουφήξουν ζωή από τον σημερινό συμβιβασμένο του εαυτό και πως τα όνειρα είχαν πεθάνει μαζί με την τελευταία βροχή των δακρύων του χθες.

Και να που σήμερα εμφανιζόταν μπροστά του μετά από τόσα χρόνια αυτή η σκιά από το παρελθόν του για να τον καλέσει πίσω. Ο σημερινός Σπύρος ήταν αρκετά εύγλωττος και ετοιμόλογος γενικά . Δεν είχε καμιά σχέση με τον ρομαντικό δεκαπεντάχρονο έφηβο. Έπρεπε να κλείσει τους ανοιχτούς λογαριασμούς.

Οι λέξεις που δεν της είχε πει τότε και που στοίχειωναν το μυαλό του όλα αυτά τα χρόνια, ζητούσαν δικαίωση. Ενώ τα αυτοκίνητα ξεκινούσαν και πίσω του οργισμένοι οδηγοί κορνάριζαν βρίζοντας, βγήκε από το αυτοκίνητο και έτρεξε πίσω της. Θέλησε να την φωνάξει και συνειδητοποίησε πως δεν ήξερε το όνομά της, πως δεν το είχε μάθει ποτέ, κι αυτό τον ακινητοποίησε.

Την είδε να μπαίνει σ’ ένα άλλο αυτοκίνητο στην θέση του συνοδηγού και να κλείνει την πόρτα. Την είδε να σκύβει και να δίνει ένα πεταχτό φιλί στον οδηγό του. Την άκουσε λίγα μέτρα μπροστά του να γελάει για κάτι που της είπε. Το αυτοκίνητο ξεκίνησε κι αυτή δεν στράφηκε ούτε μια στιγμή να κοιτάξει πίσω της.

Γύρισε στάζοντας στο αυτοκίνητο , που τον περίμενε με την πόρτα ανοιχτή και την μηχανή ακόμα αναμμένη. Σωριάστηκε στο κάθισμα και σκούπισε αφηρημένα το μουσκεμένο του πρόσωπο .Όταν ένιωσε την αλμύρα των ξεχασμένων δακρύων στα χείλη του κατάλαβε πως ξεκινούσε από την αρχή.




Το τελευταίο ροδοπέταλο







Η Αθηνά κοίταξε έξω από το παράθυρο. Μαύρα σύννεφα σκέπαζαν τον ουρανό και, αν και ήταν πρωί ακόμα, είχες την εντύπωση, πως σε λίγο θα νύχτωνε.
Το εσωτερικό της ρολόι μπερδεύτηκε για μια στιγμή κι ένιωσε ένα ρίγος συγκίνησης να την διαπερνά. Σήμερα το απόγευμα θα τον συναντούσε μετά από πολύ καιρό.
Είχε ώρες μπροστά της για να ετοιμαστεί και να προετοιμαστεί. Αν και σπάνια βοηθούσε η προετοιμασία. Πάντα την αιφνιδίαζε με μία λέξη, ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο. Και με τον αναπάντεχο θυμό του, που ξέσπαγε σαν θύελλα επάνω της και σπάνια κατάφερνε να εξευμενίσει. Τα μαύρα σύννεφα της σχέσης τους και της ψυχής της.
Ήθελε τόσο να τον δει και του μιλήσει, που ήξερε πως οι ώρες θα περνούσαν βασανιστικά αργά. Έβγαλε το άσπρο κοντομάνικο φόρεμα από την ντουλάπα και το κοίταξε με ερευνητικό βλέμμα. Το είχε πάρει το καλοκαίρι με σκοπό να το φορέσει όταν θα βρισκόταν. Είχε πλέον χειμωνιάσει και το φόρεμα ήταν πολύ λεπτό , αλλά για κάποιο λόγο της φαινόταν ότι είναι το μόνο ταιριαστό για την περίσταση. Θα το φορούσε όσο κρύο κι αν είχε.
Μπήκε στο μπάνιο κι άφησε την βρύση να τρέχει. Όσο ξεντυνόταν, δοκίμαζε την θερμοκρασία του νερού με το χέρι της, ενώ σκεφτόταν την πρώτη φορά , που ένιωσε το προειδοποιητικό σκίρτημα στην καρδιά της. Και που δεν το είχε πάρει σοβαρά. Όπως κι αυτόν. Το καυτό νερό της έκαψε τα δάχτυλα και τα τράβηξε με μια γκριμάτσα. Αφηρημένη και απρόσεχτη με το νερό και με τον έρωτα, πάντα το καταλάβαινε αργά.
Μπήκε κάτω από το ζεστό νερό ανοίγοντας κι άλλο τη βρύση, ώστε να νιώθει το νερό να πέφτει επάνω της με ορμή. Έκατσε λίγη ώρα ακίνητη , με σκυμμένο το κεφάλι και το νερό να χτυπάει στους ώμους της. Σαπουνίστηκε κι άφησε το κορμί και το μυαλό της να χαλαρώσει. Μισή ώρα μετά, καθόταν μπροστά στον αχνισμένο καθρέφτη και σχεδίαζε καρδιές και χαμόγελα με το δάχτυλό της, σιγοτραγουδώντας ένα αγαπημένο της τραγούδι.
Έτσι απότομα περνούσε από το ένα άκρο στο άλλο. Τα συναισθήματα την πόλωναν , ήταν ένας ασπρόμαυρος κόσμος που κυριαρχούσαν το άσπρο ή το μαύρο, όπως εναλλάσσονται η μέρα με την νύχτα, χωρίς όμως να παρεμβάλλεται η ανατολή και η δύση του ήλιου. Μόνο το κόκκινο της καρδιάς άλλαζε την εικόνα, τονίζοντας με την παρουσία του την έλλειψη των υπόλοιπων χρωμάτων.
Έβαλε το κάτασπρο φόρεμα, χτένισε τα μαύρα της μαλλιά και κοίταξε την ασπρόμαυρη εικόνα στον καθρέφτη. Το είδωλο ήταν λάθος. Πήγε βιαστικά στο σαλόνι και γύρισε κρατώντας ένα μεγάλο κόκκινο τριαντάφυλλο. Η κόκκινη πινελιά έσπασε την αυστηρότητα του γκρίζου ειδώλου κι έκανε τα μαγουλά της να κοκκινίσουν. Έλπιζε πως θα καταλάβαινε το μήνυμά της.
Ο Αλέξανδρος έπαιξε με τα κλειδιά του αυτοκινήτου που κρατούσε στο δεξί του χέρι. Τα έβαλε στην τσέπη του κι άναψε τσιγάρο. Κοίταξε το ρολόι του και συνοφρυώθηκε καθώς είδε πως δεν του έμειναν παρά λίγα λεπτά για να αποφασίσει Και δεν μπορούσε να το αναβάλει. Το ραντεβού ήταν για σήμερα. Τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά και άνοιξε την πόρτα.
Δεν έβρεχε, αλλά όλα γύρω μύριζαν βροχή. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά και η υγρασία που θόλωνε τον ορίζοντα έκανε το κρύο να μπαίνει μέσα του και να παγώνει τα πάντα. Μπήκε στο αυτοκίνητο και έβαλε μπρος. Έκατσε για λίγο με τα χέρια τεντωμένα πάνω στο τιμόνι και το βλέμμα καρφωμένο κάπου μακριά. Εκεί που την γνώρισε. Τότε που όλα ήταν διαφορετικά.
Έδειχνε σαν παιδί που έχει χάσει τον δρόμο του, όταν την γνώρισε. Προστατευτικός από την φύση του δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον πειρασμό να την βοηθήσει. Τον ξάφνιασε , αν και το περίμενε, ο έρωτας που του πρόσφερε μόλις στάθηκε στα πόδια της. Εκείνο που δεν περίμενε ήταν η διάρκεια και το πάθος της που δυνάμωνε, αντί να εξασθενίζει.
Έστριψε στο δρόμο που οδηγούσε στο δασάκι , που είχαν συμφωνήσει να βρεθούν. Έκανε στην άκρη και σταμάτησε το αυτοκίνητο. Δεν ήθελε να την πληγώσει, αλλά δεν μπορούσε να το αποφύγει. Έβλεπε στα μάτια της τον εαυτό του να μετατρέπεται σ’ έναν ήρωα, που δεν ήθελε να στηρίξει. Στην αρχή τον είχε κολακεύσει, μα τώρα τον βάραινε.
Η Αθηνά έφτασε νωρίτερα στο σημείο του ραντεβού. Πιστή στην αρχική της απόφαση φορούσε το κοντομάνικο φόρεμα και κρατώντας το τριαντάφυλλο στα χέρια περπατούσε πάνω κάτω προσπαθώντας να σταματήσει το τρέμουλο του κορμιού της. Θα έπρεπε να είχε φορέσει τουλάχιστον μία ζακέτα. Αλλά δεν ήθελε να αλλάξει το όνειρο με μικρές παραχωρήσεις.
Ονειρευόταν μήνες αυτή την μέρα και τώρα φοβόταν μην κάνει κάποιο λάθος και την καταστρέψει. Ήταν πάντα ευαίσθητες οι ισορροπίες μεταξύ τους κι έφτανε μία λάθος λέξη, μια μικρή λεπτομέρεια, για να πάνε όλα στραβά. Συνήθως την έλεγε αυτή, που σπάνια μπορούσε να ελέγξει τα συναισθήματά της και τα άφηνε να ξεχειλίζουν από μέσα της χωρίς να τα φρενάρει πριν γίνουν λέξεις.
Κούνησε το κεφάλι της προσπαθώντας να διώξει τις αρνητικές σκέψεις. Σε λίγο θα ήταν εδώ. Κι όλα θα μπαίνανε στην θέση τους. Οι λέξεις, τα όνειρα, οι ελπίδες, τα θέλω. Ήταν εδώ διαγράφοντας το παρελθόν, έτοιμη να αρχίσει από την αρχή , λευκή σελίδα που περίμενε το δικό του μελάνι για να διηγηθεί την ιστορία της. Σε λίγο θα ήταν εδώ.
Ο Αλέξανδρος προσπάθησε να βάλει σε μια σειρά τις σκέψεις του. Δεν είχε νόημα να πάει στο ραντεβού τους. Ήταν πιο εύκολο και για τους δυο τους να αποχαιρετιστούν χωρίς λόγια. Δεν της είχε υποσχεθεί ποτέ τίποτα. Προσπάθησε να την προσγειώσει πολλές φορές, αλλά αυτή δεν ήθελε να ακούσει τίποτα ενάντια στο όνειρό της για εκείνον. Δεν θα τον άκουγε ούτε σήμερα.
Δεν είχε τρόπο να την ενημερώσει πως δεν θα πάει. Ήξερε πως δεν έπαιρνε ποτέ το κινητό μαζί της όταν έβγαιναν. Δεν το είχε σχεδιάσει έτσι, αλλά τώρα δεν έβλεπε άλλη λύση. Αν πήγαινε δεν θα τον άφηνε να φύγει. Όχι χωρίς ερωτήσεις. Κι αυτός δεν ήθελε να δώσει απαντήσεις. Η σιωπή του θα έλεγε περισσότερα από την παρουσία του.
Η Αθηνά κοίταξε το τριαντάφυλλο που κρατούσε στα χέρια της. Είχε αργήσει πολύ. Το ανεξέλεγκτο ρίγος του κορμιού της την προειδοποίησε πως ήταν ώρα να φύγει. Παρά τον πόνο που ένιωσε να της δαγκώνει την καρδιά, δεν δάκρυσε. Ένα τρεμάμενο χαμόγελο άνθισε στα χείλη της καθώς έκοψε και άφησε να πέσει κάτω το πρώτο ροδοπέταλο.
Το βέλος που έφυγε από τόξο του έρωτα ποτέ δεν θα μπορούσε να της κάνει κακό. Δεν είχε αχίλλειο φτέρνα. Ήταν όλη μια φτέρνα κι αυτό την έκανε δυνατή. Συνέχισε να μαδάει το τριαντάφυλλο , πετώντας μακριά τα ροδοπέταλα, διώχνοντας μακριά την σιωπή, την άρνηση, την απόσταση, το ψέμα, τον θυμό, την αναμονή, την προδοσία, όλα όσα λέρωσαν τον έρωτά της κατά καιρούς.
Στα χέρια της έμεινε ένα τελευταίο ροδοπέταλο. Το ένιωσε ζεστό πάνω στο παγωμένο της χέρι. Το χαμόγελο, το χάδι, το φιλί , ο έρωτας του Αλέξανδρου είχαν αφήσει το αποτύπωμά τους . Το έφερε στα χείλη της και το χαμόγελο μεγάλωσε.Το τελευταίο ροδοπέταλο, θα ήταν πάντα δικό της.

Το καράβι



Η Νατάσσα στάθηκε στην κορφή του βράχου και κοίταξε το καράβι που ξεμάκραινε.
Ο αέρας που φυσούσε έριχνε τα μακριά μαλλιά της στο πρόσωπό της και της έκοβε την ορατότητα. Το φουστάνι της φούσκωνε και σηκωνόταν ανάλογα με την φορά του ανέμου.
Τράβηξε τα μαλλιά της ανυπόμονα και κοίταξε το καράβι , που είχε γίνει μια μικρή κουκίδα στον ορίζοντα. Δάγκωσε τα χείλη της που είχαν αρχίσει να ξεραίνονται από τον αέρα και τα ένιωσε να ματώνουν. Τα έγλυψε μηχανικά νιώθοντας την αλμύρα των δακρύων της να μπερδεύεται με της θάλασσας, που αν και μακριά, έφτανε κοντά της σαν ψιλοβρόχι ,καθώς τα κύματα έσκαζαν στον βράχο.
Έβγαλε από την τσέπη της ένα χαρτομάντιλο και αφού σκούπισε τα μάτια της, το πίεσε απαλά ,αλλά σταθερά στα χείλη για να σταματήσει το αίμα. Το ένιωσε να κολλάει κι ανατρίχιασε στην ιδέα του γλυκού πόνου, που θα ένιωθε τραβώντας το. Κι αυτή είχε κολλήσει. Εδώ και χρόνια. Κι ο πόνος ήταν εξίσου γλυκός.
Είχε μήνες να έρθει εδώ. Αλλά ήρθε χθες .Και σήμερα ξανά. Κάποτε ερχόταν κάθε μέρα και καθόταν για ώρες. Μόνη και με παρέα. Και για αρκετά χρόνια μαζί του. Με τον παιδικό της φίλο και πρώτο της έρωτα. Τον έρωτα που δεν πρόλαβε να εξομολογηθεί. Και που τον αποχαιρέτησε κλαίγοντας κρυφά , από τούτο εδώ το σημείο.
Γνωριζόταν από παιδιά. Μεγάλωσαν στην ίδια γειτονιά, πήγαν στα ίδια σχολεία, είχαν τις ίδιες παρέες. Παρά τις διαφορές τους, τους ένωνε η κοινή αγάπη για την θάλασσα και τα ταξίδια. Τα ταξίδια που ονειρευόταν να κάνουν μεγαλώνοντας. Θαλασσινά ταξίδια με πυξίδα την φαντασία τους.
Τα χρόνια που περνούσαν από πάνω τους δεν άλλαζαν την αγάπη και την συνενοχή που τους έδενε. Δέσανε τα όνειρά τους στο ίδιο καράβι και περίμεναν να μπαρκάρουν. Αυτός έφυγε πρώτος. Αυτή θα ακολουθούσε. Δέκα χρόνια μετά , αυτή ήταν ακόμα εδώ.
Όταν έφυγε πήρε το πρώτο ξύλινο καραβάκι. Το έβαψε κόκκινο , να ξεχωρίζει σαν σημαδούρα στην θάλασσα των ονείρων κι έγραψε με πινέλο την λέξη έρωτας στο πλάι του. Το τοποθέτησε στην βιβλιοθήκη της , σ’ ένα ράφι που άδειασε γι’ αυτόν τον σκοπό, στριμώχνοντας βιβλία και περιοδικά, ώστε να φαίνεται ξεκάθαρα , από μακριά κι από κοντά, ο στόχος και το όνειρο.
Στα χρόνια που πέρασαν , δημιούργησε έναν μικρό στόλο. Ένα καραβάκι για κάθε ανεκπλήρωτο όνειρο. Το καθένα με διαφορετικό χρώμα, ένα χρώμα από ουράνιο τόξο της ελπίδας. Πίστευε πως κάποτε θα έφευγαν από το λιμάνι, που προσάραξαν προσωρινά, ότι κάποτε θα άνοιγαν πανιά και αυτή θα ταξίδευε μαζί τους. Το καθένα με το δικό του όνομα, σύμβολο του συναισθήματος που γέννησε την ανάγκη για ταξίδι.
Όλα της τα καράβια είχαν άσπρα πανιά. Συχνά έσκυβε επάνω τους και φυσούσε μέχρι να φουσκώσουν τα πανιά, να δείχνουν πως είναι έτοιμα να σαλπάρουν. Χαμογελούσε τρυφερά και χάιδευε με το δάχτυλα τις λέξεις , ειδικά στα σημεία , που άρχιζαν να ξεθωριάζουν. Μέχρι αυτό το Σαββατιάτικο πρωινό δεν ήθελε να αλλάξει τίποτα..
Εμφανίστηκε μπροστά της σαν φάντασμα από τα παλιά. Είχε έρθει για λίγο στην πόλη τους και θα έφευγε ξανά. Ήταν εύκολο να την βρει. Έμενε ακόμα στο ίδιο σπίτι απέναντι από το πατρικό του. Κι όλοι την ήξεραν. Τώρα αναρωτιόταν αν είχε μείνει περιμένοντας αυτήν την στιγμή. Την επιστροφή του Οδυσσέα της.
Παρά το αρχικό ξάφνιασμα, η χαρά της ήταν μεγάλη. Μίλησαν στην αρχή μουδιασμένα και μόλις άρχισε η ατμόσφαιρα να ζεσταίνεται της ζήτησε να πάνε μια βόλτα. Τα βήματά τους οδήγησαν στον αγαπημένο τους βράχο. Κι έκατσαν ώρες συζητώντας για όλα τα θαυμαστά που είχε δει αυτός, που είχε κάνει, για τις θάλασσες και τα ταξίδια. Τότε ένιωσε το πρώτο σκίρτημα.
Τα ταξίδια που δεν έκανε, οι θάλασσες που δεν αρμένισε, οι στεριές που δεν γνώρισε, όλα της ζητούσαν τον λόγο. Κοιτάζοντας τα θαλασσιά του μάτια, κατάλαβε πως δεν ήταν αυτός που περίμενε. Και πως το μόνο που τους έδενε ήταν η ανάμνηση των εραστών, που θα μπορούσαν να γίνουν. Τότε. Όσο τα όνειρά τους είχαν κοινό σημείο αναφοράς.
Γυρίζοντας σπίτι έκατσε για ώρα μπροστά στο ράφι της βιβλιοθήκης με τον ξύλινο στόλο. Πήρε στα χέρια της το κόκκινο καράβι κι είδε πως ο καιρός είχε σβήσει το πρώτο και το τελευταίο γράμμα του ονόματός του. Ένα περήφανο «ρωτα» φαινόταν να της χαμογελά. Κι ας ήταν αργά για ερωτήσεις.
Πήρε την τσάντα της και την γέμισε με τα μικρά καράβια. Και κίνησε για τον βράχο. Είδε το καράβι που έφευγε και το παρακολούθησε μέχρι που έγινε μια μικρή κουκίδα στον ορίζοντα. Τράβηξε με μια αποφασιστική κίνηση το ματωμένο χαρτομάντιλο, που είχε κολλήσει στα χείλη της.
Χωρίς να σκουπίσει τα δάκρυα που της αυλάκωναν το πρόσωπο, έβγαλε το πρώτο καραβάκι από την τσάντα. Το κοίταξε για μια στιγμή και πηγαίνοντας στην άκρη του βράχου, το πέταξε στην φουρτουνιασμένη θάλασσα . Το επανέλαβε μέχρι που η τσάντα άδειασε.
Τα ανεκπλήρωτα όνειρα θα μάθαιναν να επιπλέουν ή θα βούλιαζαν οριστικά. Δεν θα τα ντάντευε χαϊδεύοντας τα άλλο πια. Είχε ήδη αργήσει, αλλά δεν σκόπευε να χάσει το υπόλοιπο ταξίδι. Στο επόμενο καράβι , θα ήταν μέσα.

Οι εκκρεμότητες






Όλα ξεκίνησαν όταν χτύπησε το τηλέφωνό μου. «Δεν ανοίγει πάλι ο υπολογιστής μου» ήρθε από το καλώδιο η τηλεφωνική διαμαρτυρία. Κοίταξα μηχανικά την ώρα στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου. Ήταν ακόμα οκτώ παρά δέκα.
Αναστέναξα. Έβαλα μπρος τον αυτόματο πιλότο. «Ρεύμα έχετε; Τα καλώδια είναι στην θέση τους; Πέρασε χθες η καθαρίστρια;».


Φυσικά πέρασε την προηγούμενη μέρα η καθαρίστρια. Και φυσικά κανείς δεν κοίταζε τα καλώδια πριν μου τηλεφωνήσουν. Ήταν πιο εύκολο να περιμένουν να καθοδηγήσει κάποιος την σκέψη τους και να τους προσφέρει ταυτόχρονα ψυχολογική υποστήριξη. Δύο σε ένα και χωρίς χρέωση. Αλλά η ιώβεια υπομονή μου με τους χρήστες της εταιρείας είχε αρχίσει να εξαντλείται.


Τους τελευταίους μήνες είχα γίνει πολύ ευερέθιστη και τα νεύρα μου ήταν συνέχεια τεντωμένα. Αγαπούσα ακόμα την δουλειά μου, αλλά κάτι είχε βάλει φρένο στην καλή μου διάθεση. Συνέχιζα περισσότερο από συνήθεια να ανταποκρίνομαι τις μυστήριες ώρες , που συνήθιζαν να με παίρνουν τηλέφωνο για ψήλου πήδημα, αλλά έπιανα τον εαυτό μου να εκνευρίζεται πριν ακόμα σηκώσει το εταιρικό κινητό και απαντήσει.


Προσπάθησα να αποφύγω τον ηλικιωμένο κύριο που οδηγούσε ανάμεσα στις δύο λωρίδες του δρόμου αμέριμνος, έχοντας μείνει στην εποχή που στην Θεσσαλονίκη κυκλοφορούσαν δύο αυτοκίνητα. Βρέθηκα κολλημένη πίσω από μία τύπισσα που πήγαινε με ογδόντα στην γραμμή ταχείας κυκλοφορίας, μιλώντας στο κινητό της , αδιάφορη παντελώς για το τι γίνεται γύρω και πίσω της. Ευτυχώς, δεν είχα αρχίσει ακόμα να εκνευρίζομαι με την ηλιθιότητα των οδηγών.


Το μυαλό μου ξαναγύρισε στο πρώτο τηλεφώνημα , ακούγοντας το τηλέφωνο να χτυπάει ξανά κι έχοντας μεγάλη διάθεση να ανοίξω το παράθυρο και να το πετάξω έξω. Αλλά σκέφτηκα την ουρά από πίσω που μεγάλωνε χάρη στην αδιάφορη οδηγό και τον παππού, που κρατούσε σταθερά την θέση του. Το σήκωσα. «Σε πόση ώρα θα είσαι στο γραφείο; Μας πέταξε έξω! Άντε, θέλουμε να διώξουμε δρομολόγια» ήρθε η νέα ερώτηση- δήλωση-απαίτηση . «Στις οκτώ και τέταρτο, όπως πάντα» απάντησα κι έκλεισα νευριασμένα το τηλέφωνο.


Σίγουρα δεν ξεκινούσε η μέρα μου με τις καλύτερες προοπτικές. Πριν ακόμα πάω στο γραφείο, ένιωθα πως θέλω να φύγω! Κι αυτή την διάθεση την είχα όλο και περισσότερες μέρες αυτό το διάστημα. Τους τελευταίους δέκα μήνες. Κάτι είχε αλλάξει μέσα μου κι εγώ το άφησα να περάσει απαρατήρητο .


Είναι περίεργο πως μία μόνο πρόταση μπορεί να σταθεί αφορμή για να ανοίξουν οι ασκοί του Αιόλου. Δεν μου άρεσε να εθελοτυφλώ. Ούτε να κρύβομαι πίσω από φτηνές δικαιολογίες. Η κατάσταση είχε ξεφύγει και όφειλα στον εαυτό μου μερικές εξηγήσεις. Κι ένα διάλειμμα.


Είχα δεχτεί μεγάλη πίεση τους τελευταίους μήνες τόσο σε εργασιακό , όσο και σε προσωπικό επίπεδο. Αλλά δεν ήταν αυτό το πρόβλημα. Δεν ήταν η πρώτη φορά , που βρισκόμουν αντιμέτωπη με δύσκολες καταστάσεις. Είμαι φύσει αισιόδοξη και βρίσκω την έξοδο και την διέξοδο τρέχοντας, περπατώντας, σκαρφαλώνοντας, έρποντας, με όποιο τρόπο ταιριάζει στην κατάσταση και στις συνθήκες.


Ξημεροβραδιαζόμουνα στο γραφείο προσπαθώντας να έχω τους πάντες ευχαριστημένους. Το αποτέλεσμα ήταν το αντίθετο. Έτρεχα τα Σαββατοκύριακα προσπαθώντας να καλύψω τις τρύπες της απουσίας μου από το σπίτι. Το αποτέλεσμα δεν με ικανοποιούσε και γυρνούσα ακόμα πιο κουρασμένη στο γραφείο. Για να επαναλάβω τον ίδιο κύκλο.


Τώρα όμως ένιωθα να ασφυκτιώ , την αέρα να λιγοστεύει επικίνδυνα, το σκοτάδι να γίνεται πιο πυκνό. Δεν ήμουν σίγουρη τι έφραζε την έξοδο, αλλά είχε την σκονισμένη γεύση παλιού εφιάλτη. Έπρεπε να βγω από αυτήν την καταστροφική δίνη, πριν με τραβήξει στον βυθό. Έσφιξα τα δόντια μου και πάρκαρα το αμάξι.


Παρά το ανάποδο ξεκίνημα, η μέρα κύλισε ήρεμα. Η στοίβα μπροστά στο γραφείο μου με τις εκκρεμότητες αν και δεν μειώθηκε, μπήκε σε μια τάξη σύμφωνα με τις προθεσμίες για την ολοκλήρωση των εργασιών. Μετά την αρχειοθέτηση, κατηγοριοποίηση, ταξινόμηση και σήμανση των εκκρεμοτήτων, ένιωσα πως ολοκλήρωσα κάτι που έπρεπε να είχα κάνει από καιρό.


Βλέποντας το ρολόι να δείχνει πέντε, σηκώθηκα κι ετοιμάστηκα να φύγω, πράγμα που είχα να κάνω πολύ καιρό. Έπρεπε να φύγω. Έπρεπε να διαχωρίσω την δουλειά από την προσωπική μου ζωή. Κι έπρεπε να κοιτάξω και εκείνες τις εκκρεμότητες, που δεν ήταν περασμένες στο outlook , αλλά η υπενθύμιση της καρδιάς τις εμφάνιζε μπροστά μου συνεχώς.


Ενώ κατευθυνόμουν προς το αυτοκίνητο, χτύπησε το κινητό. Το σήκωσα χωρίς δισταγμό. «Είσαι στο γραφείο; Έχουμε ένα πρόβλημα με τον εκτυπωτή» ήρθε από το καλώδιο η τηλεφωνική διαμαρτυρία. Στάθηκα αναποφάσιστη για μια στιγμή. Ένιωσα ένα χαμόγελο να σκάει στα χείλη μου πριν απαντήσω.«Λυπάμαι. Ο υπολογιστής μου είναι εκτός δικτύου αυτή την στιγμή. Όπως κι εγώ» .


Δεν υπήρξαν διαμαρτυρίες. Υπάρχουν πράγματα που μπορούν να περιμένουν. Κι εγώ είχα ξεχωρίσει τις προτεραιότητες. Ο αέρας έγινε πιο ανάλαφρος κι άρχισα να βλέπω την έξοδο. Αυτή τη φορά θα πήγαινα πετώντας.

Η κλειδωμένη πόρτα






Ο ήλιος έλαμπε στον ουρανό. Ούτε ένα σύννεφο δεν σκιάζε το απέραντο γαλάζιο του κι η μέρα προμηνυόταν ζεστή. Αρχές Οκτώβρη και τίποτα δεν θύμιζε τον επερχόμενο χειμώνα. Η Ανδρομάχη χαμογέλασε και τεντώθηκε με απόλαυση σαν γάτα . Της άρεσαν οι συμβολισμοί, οι κρυμμένες έννοιες των λέξεων, οι προσωπικές οπτασίες, που φορτώνουμε σε κοινά πράγματα.
Αρχές του μήνα και θα πήγαινε να τον βρει . Να του ζητήσει μια καινούρια αρχή. Να του προτείνει να βρεθούνε και να τα πούνε από κοντά. Φοβόταν μην τον χάσει, αλλά πιο πολύ φοβόταν πως θα χανόταν σ’ αυτήν την γλωσσική Βαβέλ που είχανε μπλέξει. Ντύθηκε στα γρήγορα και ανηφόρισε προς το σπίτι του. Ο ήλιος φαινόταν καλός σύμμαχος κι ένιωθε να την πλημμυρίζει η αισιοδοξία.
Σε λίγη ώρα είχε φτάσει. Άνοιξε την αυλόπορτα και προχώρησε σταθερά προς την εξώπορτα. Χτύπησε το κουδούνι και περίμενε. Δεν άκουσε τα βήματά του, ούτε κάτι άλλο να υποδηλώνει την παρουσία του εκεί. Ήταν όμως προετοιμασμένη γι’ αυτό. Έβγαλε το μικρό φάκελο και τον έριξε κάτω από την κλειστή πόρτα. Θα της απαντούσε μόλις το διάβαζε. Πάντα απαντούσε.
Γύρισε να φύγει όταν το μάτι της πήρε ένα χαρτί πεταμένο στην αυλή. Το σήκωσε με περιέργεια. «Φορώ το μακρύ μου φουστάνι, στέκω όρθια με απόμακρο ύφος, αποτρέποντας τον υπόλοιπο κόσμο να με πλησιάσει και σε κοιτώ κάτω από τις χαμηλωμένες βλεφαρίδες μου..» διάβασε και πάγωσε. Κοίταξε γύρω της ερευνητικά. Παντού στην αυλή ήταν πεταμένα χαρτάκια και σελίδες. Σήκωσε ένα άλλο. «Έχει ένα περίεργο φεγγάρι σήμερα..Φωτεινό σαν νά' ναι πανσέληνος, αλλά του λείπει ένα μεγάλο κομμάτι. Κάπως έτσι είμαι κι εγώ..» διάβασε και το πρόσωπό της σκοτείνιασε.
Το άφησε να πέσει κάτω λες κι έκαιγε. Ήταν τα μηνύματά της. Πεταμένα. Και δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Σίγουρα υπήρχε εξήγηση , αλλά αισθάνθηκε σαν να της είχαν δώσει μια γερή γροθιά στο στομάχι. Κι ο πόνος που ένιωθε εκεί το επιβεβαίωνε. Δεν ήταν ώρα να το σκεφτεί τώρα. Περίμενε πολύ καιρό για να μαζέψει το θάρρος που χρειαζόταν και να κάνει αυτό το βήμα. Θα περίμενε την απάντηση στο σημερινό της μήνυμα. Αυτό μόνο είχε σημασία.
Οι ώρες πέρασαν αργά. Δίστασε για μια στιγμή , όταν είδε το γνωστό φάκελο να καταφτάνει. Τον κράτησε λίγο στα χέρια της ,μαζί με την αναπνοή της, πριν τον ανοίξει. Έβγαλε το άσπρο χαρτί και διάβασε τις λίγες λέξεις , που ήταν γραμμένες πάνω του. Τα μάτια της έτσουξαν, αλλά τα δάκρυα δεν ήρθαν. Το ξαναέβαλε μέσα στο φάκελο προσεκτικά. Κάθισε για λίγη ώρα ακίνητη κοιτώντας στο κενό. Μία ακόμα άρνηση.
Βγήκε τρέχοντας χτυπώντας την πόρτα πίσω της. Έξω είχε σκοτεινιάσει και βαριά μαύρα σύννεφα έκρυβαν τον ουρανό. Το σπίτι ήταν γεμάτο σκιές όταν έφτασε. Αλλά το φως ήταν ανοιχτό. Χτύπησε ανυπόμονα το κουδούνι. Και στην συνέχεια την πόρτα με τις γροθιές της. «Σχίσε κι αυτό το μήνυμα, πέταξέ το μαζί με όλα τα άλλα» του φώναξε. «Σβήσε με από την ζωή σου αφού αυτό θέλεις. Αλλά κάντο αντρίκια. Στο φως του ήλιου!».
Η πόρτα άνοιξε για λίγο. Η απάντησή του ήρθε άμεσα κι ήταν γεμάτη θυμό. «Είσαι ηλίθια αν πιστεύεις πως θα πετούσα τα γράμματά σου. Κι ειδικά , αν εξακολουθείς να μου γράφεις μετά απ’ αυτό. Προσβάλλεις εμένα και τον εαυτό σου αποδεχόμενη ένα τέτοιο ενδεχόμενο ». Η πόρτα έκλεισε μπροστά της κι άκουσε το κλειδί που γυρνούσε στην κλειδαριά.
Χτύπησε την πόρτα φωνάζοντας και βρίζοντας ξανά και ξανά. Ο πόνος από το στομάχι ανέβηκε προς τα πάνω. Και το μυαλό της αρνιόταν να λειτουργήσει. Δεν ήθελε να σκεφτεί τίποτα. Χτυπούσε τις γροθιές της στην πόρτα μέχρι που μάτωσαν. Τότε ακούμπησε την πλάτη της πάνω και κουλουριάστηκε. Έμεινε έτσι στην σιωπή, έξω από την πόρτα του μέχρι που ένιωσε το χιόνι. Το χιόνι που έπεφτε στην καρδιά της. Που αργά και σταθερά την πάγωνε. Όπως παλιά. Όπως πριν τον γνωρίσει.
Έφυγε με αργά βήματα. Περπάτησε γύρω από το σπίτι προσπαθώντας να μαζέψει το μυαλό της και τα συναισθήματά της. Είχε δίκιο , το ήξερε. Δεν θα έκανε ποτέ του τέτοια μικρότητα. Κι αυτή παρασυρμένη από την άρνησή του , τα ισοπέδωσε όλα. Θέλοντας να αμαυρώσει την εικόνα της καρδιάς και να τον αποκαθηλώσει. Τον πρόσβαλλε θέλοντας να διευκολύνει τον εαυτό της να αποδεχτεί πως δεν θα ανοίξει ποτέ η πόρτα του. Όχι γι’ αυτήν.
Γύρισε πίσω με το κεφάλι ψηλά. Έπρεπε να του ζητήσει συγνώμη. Με το δικό της τρόπο. Με τον μόνο τρόπο που ήξερε. Να μην κρύψει τίποτα. Και να εξηγήσει. Κι όχι για να ξεκλειδώσει την πόρτα. Ούτε για να την συχωρέσει. Κι ας της ήταν δύσκολο σήμερα. Αύριο θα ήταν πολύ αργά. Έκοψε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο από τον κήπο και έκατσε στα σκαλιά που οδηγούσαν στην εξώπορτα.
Έβγαλε από την τσάντα της το τετράδιο, που πάντα κουβαλούσε μαζί της, ένα στυλό κι ένα φάκελο. Δάγκωσε την άκρη του στυλό και προσπάθησε να βάλει σε μια σειρά τις λέξεις και τα συναισθήματα. Πέρασε πολύ ώρα. Οι λέξεις είχαν αδειάσει από το νόημά τους και δεν ανταποκρινόταν σ’ αυτό που ήθελε να πει. Έγραψε τρεις λέξεις και σταμάτησε. Όλα ήταν εκεί, στριμωγμένα σε τρεις λέξεις, αλλά πάλι δεν ήταν αρκετό.
Κοίταξε το τριαντάφυλλο που είχε φέρει μαζί της και άρχισε με τα νύχια της να αφαιρεί ένα-ένα τα αγκάθια. Και μετά τα ροδοπέταλα Έκοψε μια λευκή σελίδα από το τετράδιο κι έβαλε πάνω της προσεχτικά το άδειο κοτσάνι και τα ροδοπέταλα και την δίπλωσε. Την έβαλε στο φάκελο και τον έκλεισε.
Ξαναδιάβασε τις τρεις λέξεις. «Συγνώμη, αγάπη μου» του είχε γράψει. Χαμογέλασε μελαγχολικά. Ποτέ της δεν τον αποκάλεσε «αγάπη μου» στις μεταξύ τους συνομιλίες. Μόνο στα όνειρά της. Και στο παραμιλητό της. Δεν μπορούσε να το κάνει τώρα. Κι ας έκλεινε μέσα της όσα ήθελε να πει. Έσκισε κι αυτή την σελίδα κι έβαλε πάνω της τ’ αγκάθια. Την τσαλάκωσε μέχρι να γίνει μια μικρή μπάλα.
Στάθηκε μπροστά στην κλειστή πόρτα και την αγκάλιασε. Έμεινε ακίνητη με το κορμί της να εφάπτεται επάνω της νιώθοντας την σκληρή υφή της να πιέζει το ευαίσθητο κορμί της. Έριξε τον φάκελο κάτω από την πόρτα κι έφυγε κρατώντας σφιχτά στο χέρι της την μπαλίτσα.
Άκουσε το κλειδί που γυρνούσε στην κλειδαριά, ενώ απομακρυνόταν. Άκουσε την πόρτα που άνοιξε για μια στιγμή. Παρά τον πειρασμό δεν γύρισε να κοιτάξει. Την άκουσε που έκλεισε ξανά. Αλλά δεν κλείδωσε.

Ο σελιδοδείχτης



Ο Μίλτος πήρε στα χέρια του το βιβλίο. Ήταν μια παλιά συλλεκτική έκδοση με παραμύθια, με σκούρα καλαίσθητη δερματόδετη βιβλιοδεσία, κιτρινισμένα ελαφρώς φύλλα και πλούσια εικονογράφηση . Ήταν δώρο από τον φίλο του τον Χρήστο, που τον ξάφνιασε ευχάριστα και τον συγκίνησε.
Δεν του το είπε φυσικά. Αλλά από το μπινελίκι που του έριξε, γιατί ξοδεύτηκε χωρίς λόγο , από την ερώτηση αν τον περνούσε για γυναικωτό ή πιτσιρίκι, και άλλα ευτράπελα , ενώ τα μάτια του έλαμπαν, ο Χρήστος ήξερε πόσο τον ενθουσίασε και η σκέψη και η πράξη. Όπως για πολλούς άντρες της γενιάς τους, τα συναισθήματα ήταν πάντα κωδικοποιημένα.
Σύντομα έγινε το αγαπημένο του βιβλίο. Δεν ήταν το περιεχόμενο που τον γοήτευε , αλλά το βάρος του όταν το κρατούσε, το απαλό και συνάμα σκληρό εξώφυλλο, το τρίξιμο των σελίδων όταν τις γυρνούσε, η ιδιαίτερη μυρωδιά του, η εικονογράφηση μιας εποχής ξεχασμένης και τόσο κοντινής ταυτόχρονα. Τον ηρεμούσε να το ξεφυλλίζει ταχτικά και το πρόσεχε ιδιαίτερα.
Στην αρχή του φαινόταν παράξενο που επιλέχθηκε ένα τόσο σοβαρό και βαρύ εξώφυλλο για να ντύσει παραμύθια, αλλά στην συνέχεια συνειδητοποίησε πως τα περισσότερα από τα παραμύθια που φιλοξενούσε το βιβλίο, μιλούσαν για τον ανεκπλήρωτο έρωτα.. Διάβαζε ένα παραμύθι κάθε εβδομάδα περιμένοντας να βρει σε κάποιο το γνωστό τέλος «και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», αλλά δεν το είχε συναντήσει ακόμα.
Παρατηρώντας πως το δέρμα άρχισε να σπάει , επειδή συχνά άφηνε το βιβλίο ανοιχτό ανάμεσα σε δύο παραμύθια, αποφάσισε να αγοράσει έναν καλό σελιδοδείχτη. Αντισυμβατικός και λάτρης του ωραίου, δεν ήθελε έναν χάρτινο ή πλαστικό σελιδοδείχτη , απ’ αυτούς που κυκλοφορούσαν με το κιλό. Ήθελε κάτι ιδιαίτερο που να ταίριαζε στο ιδιαίτερο ύφος του βιβλίου.
Ρωτώντας διάφορους γνωστούς, κατέληξε σε ένα μικρό παλαιοβιβλιοπωλείο, φιλικό και καλαίσθητο, κρυμμένο θαρρείς σε ένα στενοσόκακο της πόλης. Δυσκολεύτηκε να το βρει, αλλά όταν μπήκε τελικά μέσα , πίστεψε πως άξιζε την ταλαιπωρία. Απαλή instrumental μουσική, ξύλινες βιβλιοθήκες και πάγκοι φορτωμένοι με βιβλία, ετερόκλιτος κόσμος που ξεφύλλιζε βιβλία και συζητούσε χαμηλόφωνα, η ιδιαίτερη μυρωδιά των βιβλίων διάσπαρτη στον αέρα.
Βρήκε εύκολα αυτό που έψαχνε. Στο βάθος του μαγαζιού είχε μια βιβλιοθήκη, που τα ράφια της δεν ήταν φορτωμένα με βιβλία, αλλά με διάφορα άλλα αντικείμενα. Βιβλιοστάτες, αναλόγια, φακοί και σελιδοδείχτες, σε μεγάλη ποικιλία σχεδίων και υλικών, ήταν τοποθετημένοι στα ράφια της. Μπροστά στο ράφι με τους σελιδοδείχτες έστεκε μία γυναίκα με γυρισμένη την πλάτη, απόλυτα αφοσιωμένη στην αναζήτησή της.
Ο Μίλτος κοίταξε τη λεπτή σιλουέτα, τα μακριά μαύρα μαλλιά, τα δάχτυλα που περνούσαν χαϊδεύοντας τους σελιδοδείχτες καθώς τους σήκωνε για να τους δει και την πλησίασε. Λάτρης του ωραίου φύλλου, πάντα είχε τον τρόπο του να πλησιάζει τις γυναίκες που τον ενδιέφεραν, και τις περισσότερες φορές πετύχαινε το στόχο του. Ήταν έτοιμος να της μιλήσει , όταν αυτή απότομα γύρισε .
Τα μάτια της ήταν θλιμμένα , όμως χαμογέλασε αμέσως μόλις την κοίταξε. Το χαμόγελό της , φωτεινό και αυθάδικο, φώτισε το πρόσωπό της και έκανε την αντίθεση με τα μάτια της ακόμα πιο έντονη. Ήταν ντυμένη στα μαύρα και ο κόκκινος σελιδοδείχτης που κρατούσε τρυφερά στα χέρια της, φαινόταν από μακριά σαν φάρος. Την είδε να κοκκινίζει λες και διάβασε την σκέψη του και γύρισε αφήνοντας πίσω στο ράφι τον κόκκινο φάρο.
Βρέθηκε δίπλα της κοιτώντας τους σελιδοδείχτες, που ήταν παρατεταγμένοι στο ράφι. Σελιδοδείχτες από δέρμα, χαρτί, ύφασμα, μέταλλο, ξύλο, σε πολλά χρώματα και σχέδια, περίμεναν να επιλεχθούν ως σημάδια αναφοράς σε βιβλία αγαπημένα, και μ’ αυτή την επιλογή να τονίσουν κάποια σημεία της προσωπικότητας του αναγνώστη.
«Δυσκολεύομαι να διαλέξω. Σπάνια χρησιμοποιώ σελιδοδείχτες. Αλλά το βιβλίο που διαβάζω τώρα είναι ιδιαίτερο και πιστεύω πως του αξίζει «, είπε χωρίς να την κοιτάει , έτσι σαν να μονολογούσε. Γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια και τον ρώτησε χωρίς περιστροφές «Τι βιβλίο διαβάζεις;» ενώ τα χέρια της άρχισαν πάλι να τρέχουν πάνω στους σελιδοδείχτες, χαϊδεύοντας τους όπως πριν.
«Ένα βιβλίο με παραμύθια» της απάντησε, περίεργος να δει την αντίδρασή της. Εκείνη του χαμογέλασε ξανά κι αυτή τη φορά το χαμόγελο έφτασε στα μάτια της. «Πάντα τα παραμύθια θέλουν ιδιαίτερη μεταχείριση» του απάντησε «ειδικά αυτά που γράφουμε εμείς». Ήταν έτοιμος να την ρωτήσει τι εννοούσε , όταν χτύπησε το κινητό του. Καθώς άρχισε να μιλάει την είδε να απομακρύνεται διακριτικά. Μέχρι να κλείσει το τηλέφωνο είχε φύγει από το μαγαζί.
Κοίταξε ξανά το ράφι με τους σελιδοδείχτες και πήρε στα χέρια του τον κόκκινο σελιδοδείχτη, που είχε αφήσει η γυναίκα εσπευσμένα πριν. Ήταν απλός, φαρδύς, με το γνωστό κόψιμο στο τέλος κι είχε κάτι σοβαρό και προκλητικό ταυτόχρονα. «Όπως το βιβλίο με τα παραμύθια» σκέφτηκε και μειδιώντας περιπαιχτικά με τον συνειρμό τον πήγε στο ταμείο.
Είχαν περάσει έξι εβδομάδες από την μέρα που πήρε τον σελιδοδείχτη και αυτό το Σαββατιάτικο πρωινό διάβαζε το τελευταίο παραμύθι. Συχνά έπιανε τον εαυτό του να σκέφτεται την γυναίκα του βιβλιοπωλείου και να δανείζει το πρόσωπό της στις ηρωίδες των παραμυθιών. Φτάνοντας στο τέλος του παραμυθιού, έστρωσε μηχανικά τον σελιδοδείχτη μπροστά στην λευκή σελίδα, όταν πρόσεξε ότι ακολουθούσαν κι άλλες σελίδες, λευκές κι αυτές.
«Έχει αρκετές σελίδες για το δικό μου παραμύθι» μονολόγησε και σηκώθηκε απότομα. Ντύθηκε βιαστικά και πήγε στο μικρό βιβλιοπωλείο, ακολουθώντας την παρόρμηση της στιγμής, μην ξέροντας και ο ίδιος τι ακριβώς έψαχνε. Κοίταζε γύρω του ερευνητικά μέχρι που εντόπισε το τμήμα με τα παραμύθια. Στον ξύλινο πάγκο μπροστά από την βιβλιοθήκη είδε αυτό που τον οδήγησε ως εκεί.
Ανάμεσα σε άλλα βιβλία εντόπισε κατευθείαν το μικρό κόκκινο βιβλιαράκι. Στο εξώφυλλό του είχε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία σε πλαίσιο, που έδειχνε την γυναίκα που είχε συναντήσει να διαβάζει μπροστά σ’ ένα παράθυρο. Ο Μίλτος το πήρε βιαστικά στα χέρια του κι άρχισε να το ξεφυλλίζει.
«Το δικό μου παραμύθι ξεκίνησε σ’ ένα βιβλιοπωλείο, όταν έψαχνα βρω έναν σελιδοδείχτη για το αγαπημένο μου βιβλίο. Εκεί τον είδα για πρώτη φορά.» διάβασε στις πρώτες γραμμές. Με την καρδιά να χτυπάει δυνατά το έκλεισε και το ξανάνοιξε αμέσως μετά για να διαβάσει το τέλος. Όταν είδε την φράση ««και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» χαμογέλασε και το χαμόγελο μεγάλωσε μόλις είδε τον ζωγραφισμένο κόκκινο σελιδοδείχτη με τα περίεργα σχέδια.
Φέρνοντας τη σελίδα πιο κοντά στα μάτια του, κατάλαβε πως δεν ήταν σχέδια, αλλά αριθμοί, δέκα συνεχόμενοι αριθμοί. Έβγαλε το κινητό από την τσέπη του και κάλεσε το νούμερο. Μόλις άκουσε την φωνή της , της είπε «Έχω τον σελιδοδείχτη σου. Κι άρχισα να γράφω το δικό μου παραμύθι».