Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βροχή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βροχή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Το όνειρο




«Τι ονειρεύεσαι;» την ρώτησε, ενώ ξεκουραζόταν στην αγκαλιά του μετά τον έρωτα.
«Συννεφιασμένο ουρανό, που μέσα από τα κενά του γκρίζου, το φως του ήλιου τρυπώνει δημιουργώντας φανταστικούς προβολείς προς την γη» του απάντησε γυρίζοντας το κεφάλι της για να αντικρύσει τα μάτια του.
«Και τι ονειρεύεσαι;» συνέχισε εκείνος το παιχνίδι που του είχε μάθει χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει.
«Έχουμε αφήσει το αυτοκίνητο κάπου πιο πέρα και περπατάμε με τα χέρια δεμένα μέχρι να φτάσουμε στο μικρό λιμανάκι. Με στηρίζεις και με προσέχεις καθώς περπατάμε κι εγώ σε ακολουθώ χωρίς να ρωτάω τίποτα. Είναι αρχές Απρίλη κι έχει ακόμα αρκετό κρύο, αλλά φτάνοντας βγάζεις το μπουφάν σου και το απλώνεις κάτω για να κάτσουμε. Κάθεσαι από πίσω μου και με τυλίγεις με πόδια και με χέρια κρατώντας με σφιχτά στην αγκαλιά σου καθώς νιώθεις το τρέμουλο του κορμιού μου».
«Και τι ονειρεύεσαι;» ρώτησε ξανά κοιτώντας την για πρώτη φορά από την ώρα που άρχισαν να μιλάνε.
«Νιώθω την ζεστασιά σου ακόμα και πάνω από την ζακέτα που δεν μ’ άφησες να βγάλω. Ακούω την καρδιά σου να χτυπά καθώς παραδίνομαι στην σιγουριά της αγκαλιάς σου. Στρέφω το κεφάλι μου προς τα σένα για να ανταμώσω τα χείλη σου. Ακουμπούν απαλά πάνω στα δικά μου. Ζεστά, υγρά, φιλήδονα χείλη που κάθε φορά στέλνουν θερμά κύματα σε όλο μου το κορμί. Νιώθω την άκρη από το μουστάκι σου να με τσιμπάει ελαφρά καθώς απομακρύνεις τα μαλλιά μου για να φιλήσεις τον λαιμό μου. Ανάμεσα στους μηρούς μου μια θάλασσα γεννιέται , εκεί απέναντι από την άλλη , που ακούμε τα κύματά της να σκάνε λίγα μέτρα μόλις από το σημείο που είμαστε εμείς. Το νιώθεις την ώρα που με γέρνεις στο πλάι σκεπάζοντάς με με το κορμί σου».
«Και τι ονειρεύομαι;» ρωτάει μόνη της καθώς αυτός έχει σιωπήσει και νιώθει στο τέντωμα του κορμιού του, την ασπίδα που σηκώνεται.
«Τα χέρια σου απομακρύνουν κάθε εμπόδιο για να μπεις στο κορμί μου που πάλλεται ζητώντας να ενωθεί με σένα. Μπαίνεις μέσα μου με την σιγουριά, την γνώση και την βεβαιότητα, πως σε περιμένω τόσο ανυπόμονα, πως σε θέλω τόσο παθιασμένα, πως θα βρεις την ζεστασιά που δίνεις. Με την οικειότητα των εραστών, που δεν θυμούνται πόσες φορές έχουν κάνει έρωτα, που έχουν χάσει το μέτρημα της ηδονής, με οδηγείς εκεί ψηλά, στην κορυφή του κύματος, εκεί που θα σ’ ανταμώσω χάνοντας τον εαυτό μου, συναντώντας το «εμείς» την στιγμή που θα χυθείς μέσα μου σαν ορμητικό ποτάμι. Σε κρατώ σφιχτά στην αγκαλιά μου μέχρι να εξαφανιστεί κι ο τελευταίος σπασμός, ρουφώντας μέχρι την ύστερη σταγόνα , γεμίζοντας ολόκληρη από σένα, απόλυτα δοσμένη στην υπέροχη αίσθηση να είμαι ξέχειλη από το ζωοδόχο υγρό, που παλεύει να φτάσει στην μήτρα μου».
«Και τι ονειρεύομαι;» συνεχίζει τον μονόλογο καθώς το βλέμμα του δεν ακουμπά πλέον πάνω της.
«Εκείνη την ώρα αρχίζει και βρέχει. Μια ζεστή ανοιξιάτικη βροχή, πυκνή και δυνατή. Ανασηκώνεις το κορμί σου και με κοιτάζεις στα μάτια ενώ η βροχή κυλά πάνω σου κι εγώ βλέπω τον ήλιο μέσα τους. Ακουμπάς στους αγκώνες σου και κρατάς το κεφάλι μου ανάμεσα στις παλάμες σου πριν σκύψεις να πιεις νερό από τα χείλη μου. Μπαίνεις ξανά μέσα μου ορμητικά , ενώ η βροχή μας μαστιγώνει. Με φέρνεις επάνω σου με μια κίνηση και βλέπεις το κορμί μου να γυαλίζει, τις ρώγες από τα πρησμένα στήθη μου τεντωμένες , καθώς ανεβοκατεβαίνω πάνω σου. Με πιάνεις από τους γοφούς που γλιστράνε στον άγγιγμα και μου δίνεις τον ρυθμό σου για να φτάσουμε ξανά, εκεί, στην άκρη του ουρανού. Η βροχή σταματάει ξαφνικά, έτσι ξαφνικά όπως άρχισε».
«Και τι ονειρεύομαι;» ρωτάει τον εαυτό της μια κι εκείνος δείχνει πλέον να μην ακούει ενώ κρατά τα μάτια του ερμητικά κλειστά.
«Μου ζητάς να ξαπλώσω και να κλείσω τα μάτια. Νιώθω κάτι απαλό να περνάει από τα χείλη μου και να διασχίζει το κορμί μου σταματώντας πάνω στην κοιλιά μου. Κάτι με τσιμπάει ελαφρά καθώς ακούω την φωνή σου να μου λέει να ανοίξω τα μάτια. Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο λάμπει σαν πολύτιμο πετράδι λίγο πιο κάτω από τον αφαλό μου.  Εσύ χαμογελάς καθώς σκύβεις και φιλάς την τρυφερή επιδερμίδα δίπλα του».
«Μην ονειρεύεσαι» της είπε ο Σταύρος ανοίγοντας τα μάτια. «Δεν μπορώ να σε ακολουθήσω σ’ αυτό το όνειρο, ούτε να το πιστέψω πια. Είναι πολύ αργά. Και για το όνειρο και για μας».
Η Βέρα σηκώθηκε από το κρεβάτι και στάθηκε όρθια μπροστά στο παράθυρο. Κοίταξε την κοιλιά της και την χάιδεψε προστατευτικά καθώς είδε τα σημάδια από τα αγκάθια κάτω από τον αφαλό της…

Απολιθωμένος έρωτας



    Κάτι δεν πήγαινε καλά. Δεν χρειαζόταν να είναι ειδικός για να το καταλάβει. Κάθε μέρα κάτι άλλαζε ανεπαίσθητα , αλλά το αποτέλεσμα μετά από όλους αυτούς τους μήνες ήταν εμφανές.
Πλησίασε στον καθρέφτη και κοίταξε εξονυχιστικά το είδωλό της στον καθρέφτη. Το χρώμα της επιδερμίδας της είχε αρχίσει να γκριζάρει. Τα μαλλιά της το ίδιο. Τα μάτια της ξεθώριαζαν και η δυσκαμψία που ένιωθε στα μέλη της είχε αρχίσει να γίνει αισθητή ακόμα και στον τρόπο που στεκόταν. Ανοιγόκλεισε τα μάτια με δυσκολία προσπαθώντας να διώξει την εφιαλτική εικόνα αυτής της γυναίκας, που μέχρι πρόσφατα ήταν τόσο γεμάτη από ζωή.
Είχαν περάσει αρκετά χρόνια από τότε που η Φρύνη ένιωσε τον πάγο να απλώνεται από την καρδιά της σε όλο της το κορμί. Είχαν περάσει αρκετά χρόνια που οι αισθήσεις της υπολειτουργούσαν. Εκείνον τον μαγικό Νοέμβρη που ξεκίνησαν όλα δεν περίμενε τίποτα από την ζωή της. Τον Φεβρουάριο δάγκωνε το μήλο των ξωτικών για δυο μήνες ευτυχίας. Τον Απρίλη της ίδιας χρονιάς δάγκωνε την καρδιά της. Τον Μάιο πούλησε την ψυχή της γι’ αντάλλαγμα την γεύση του μαγεμένου μήλου. Τον Ιούνη το κορμί της γι’ αντάλλαγμα την ζωή. Τον Ιούλιο έψαχνε το ρόδο της Ιεριχούς. Τον Αύγουστο πίστεψε πως το είχε βρει. Τον Σεπτέμβρη κατάλαβε πως το μόνο που έμεινε από το όνειρο ήταν το πλατανόφυλλο που την επέλεξε.

Τότε βίωσε για πρώτη φορά αυτό που θα την ακολουθούσε για όλη της την ζωή. Το πάγωμα του χρόνου, του κορμιού, της καρδιάς, της ψυχής. Ξεκίνησε τόσο ανεπαίσθητα που δεν το κατάλαβε στην αρχή. Ένα ελαφρύ ρίγος όπως όταν ξαφνικά πέφτει επάνω σου μια κρύα σταγόνα νερού το καλοκαίρι. Στην συνέχεια κάτι σαν στιγμιαίο μούδιασμα μετά από παρατεταμένη ακινησία με τα γνωστά επώδυνα τσιμπήματα μετά. Μετά απλά το κενό. Σήμερα δεν μπορούσε να κουνηθεί. Επιτέλους.

Η Κατερίνα ξύπνησε με τα μάτια πρησμένα και με μια αίσθηση απώλειας που ήξερε πως δεν θα την εγκατέλειπε ποτέ. Σηκώθηκε αμέσως από το κρεβάτι αν και θα ήθελε να κάτσει να χουζουρέψει δίπλα στον άντρα που μοιραζόταν εδώ και καιρό το κρεβάτι και την ζωή της. Υπήρχαν πράγματα που δεν ήξερε αν μπορούσε να μοιραστεί ούτε μαζί του και δεν ήταν σίγουρη αν θα το ήθελε . Είχαν κηδέψει την μητέρα της την προηγούμενη μέρα κι έπρεπε να εκτελέσει την τελευταία της επιθυμία. Και να πάρει τις απαντήσεις που περίμενε τόσα χρόνια.
Ο Περικλής κοίταξε το τηλέφωνο που χτυπούσε με περιέργεια. Ο αριθμός ήταν άγνωστος, αλλά κάτι του θύμιζε. Ήταν σχετικά νωρίς το πρωί κι ακόμα δεν είχε σηκωθεί. Η γυναίκα δίπλα του κοιμόταν ακόμα και μην θέλοντας να την ανησυχήσει σηκώθηκε παίρνοντας το τηλέφωνο και πήγε στην κουζίνα. Όταν άκουσε την φωνή της Κατερίνας και του εξήγησε ποια είναι και για ποιο λόγο τον καλεί , ένιωσε πως αυτό το είχε ξαναζήσει. Ο γλυκός εφιάλτης της ζωής του.

Βρεθήκανε στην είσοδο του νεκροταφείου. Κοιταχτήκανε με επιφύλαξη μέχρι την στιγμή που η Κατερίνα του χαμογέλασε κι είπε ερωτηματικά «Περικλάκη, εσύ είσαι;». Ο Περικλής χαμογέλασε αυθόρμητα, αυτό το περίεργο δικό του χαμόγελο που τον έκανε να λάμπει από μέσα. Είχαν περάσει είκοσι χρόνια από την τελευταία φορά που είχαν ειδωθεί. Η μικρή ατίθαση μικρή, που έκοβε τα σύμφωνα είχε γίνει μια όμορφη γυναίκα, που το παιχνιδιάρικο χαμόγελό της θύμιζε την μητέρα της τόσο πολύ, που ο Περικλής για μια στιγμή γύρισε χρόνια πίσω. «Πάμε;» την ρώτησε χωρίς να φανερώσει τίποτα από όσα ένιωσε. «Πάμε» του απάντησε και του άπλωσε το χέρι της.

Περπάτησαν χωρίς να μιλάνε μέχρι που φτάσανε στον φρεσκοσκαμμένο τάφο. Λες και το έκαναν χρόνια μαζί, πέταξαν τα ξεραμένα λουλούδια, άναψαν το καντήλι και το θυμιατό και κάθισαν για λίγα λεπτά σιωπηλοί βλέποντας το γκρίζο άγαλμα που είχε ζητήσει η Φρύνη να της σκεπάσει τον τάφο. Ένα άγαλμα που της έμοιαζε, που θύμιζε το πώς ήταν πριν χάσει το χρώμα και την γεύση της. Φυσούσε εκείνη την μέρα κι ανάμεσα στα χέρια του αγάλματος είχαν μαζευτεί αρκετά ξεραμένα φύλλα. Η Κατερίνα έβγαλε ένα μικρό κουτί από την τσάντα της κι έναν κλειστό φάκελο και τα έδωσε στον Περικλή. Αυτός τα έβαλε στην τσέπη του χωρίς να τα ανοίξει και χωρίς να σχολιάσει.

«Ξέρεις τι μου άφησε κληρονομιά» του είπε η Κατερίνα. «Την αλληλογραφία σας εκείνο τον χρόνο. Μου είπε πως θα καταλάβω όσα δεν μπόρεσε να μου πει». Το χαμόγελο χάθηκε από το πρόσωπό της και τα χείλη της έγιναν μια λεπτή γραμμή. «Την ρωτούσα για χρόνια γιατί δεν ξανάφτιαξε την ζωή της. Γιατί παραιτήθηκε τόσο νωρίς από το δικαίωμα να είναι ευτυχισμένη.
Κι αυτή μόνο χαμογελούσε και μου έλεγε πως δεν ήταν παραίτηση, αλλά υπομονή. Πως περίμενε. Κάθε Χριστούγεννα κοιμόταν κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο γεμάτη προσμονή, μ’ ένα πεισματάτικο χαμόγελο στα χείλη. Το ξεστήναμε κάθε χρόνο στις 14 Φεβρουαρίου και τότε έμπαινε πάλι σ’ αυτό που ίδια ονόμαζε κρύπτη της- στην απάθεια και στην αδιαφορία. Για να ξεκινήσει ξανά τον ίδιο κύκλο στις 3 Νοέμβρη».

Γύρισε και κοίταξε τον Περικλή και συνέχισε καθώς ο ίδιος δεν έλεγε τίποτα. «Ναι, τώρα ξέρω το γιατί. Κι ίσως την καταλαβαίνω. Δεν μπορώ να δικαιολογήσω τις αποφάσεις της, αλλά καταλαβαίνω το γιατί κι αυτό είναι κάτι. Θα ήθελα να ήταν αλλιώς. Ίσως έλπιζα πως θα ήταν αλλιώς, ίσως μου μετάδωσε την ηλίθια αισιοδοξία της. Και περίμενα πως κάτι θα έχεις να μου πεις». Καθώς ο Περικλής συνέχισε να σωπαίνει η Κατερίνα σηκώθηκε, τίναξε τα χέρια της από το χώμα κι έφυγε χωρίς να τον χαιρετήσει.

Αυτός έμεινε λίγη ώρα ακόμα ακίνητος. Κοίταξε τον σφραγισμένο φάκελο που έγραφε το όνομα του για λίγη ώρα, πήγε να τον ανοίξει, κοντοστάθηκε και τον δίπλωσε προσεχτικά, ξανά και ξανά, μέχρι που έγινε όσο ένα δάχτυλο. Το έβαλε προσεχτικά μέσα στο φρεσκοσκαμμένο χώμα μέχρι που δεν φαινόταν πια. Άνοιξε το μικρό κουτί, ξέροντας εκ των προτέρων τι θα βρει μέσα. Το δαχτυλίδι με την γαλάζια πέτρα, που είχε φορέσει στο χέρι της εκείνo το απόγευμα του Δεκέμβρη, το ξεραμένο πλατανόφυλλο και την μικρή κλεψύδρα. Χαμογέλασε μετά από ώρα κι έβγαλε από την τσέπη του ένα κιτρινισμένο χαρτάκι , ένα μικρό χριστουγεννιάτικο δέντρο και μια κόκκινη κορδέλα. Τα πρόσθεσε στο κουτί και το έκλεισε.

Εκείνη την στιγμή άρχισε να βρέχει. Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια του χωρίς να αποφύγει τις στάλες τις βροχής που έπεφταν πάνω του και χωρίς να προφυλαχτεί. Είδε την εικόνα της Φρύνης, έτσι όπως την είχε ονειρευτεί τότε , να χορεύει με το ανυπόταχτο χαμόγελο στα χείλη, για να αντικρύσει αυτόν κάτω από το υπόστεγο να την περιμένει με την αγκαλιά και την καρδιά του ανοιχτή. Είδε μέσα σε δυο λεπτά όσα είχαν κι όσα έχασαν. Έχωσε το κουτάκι στο βρεγμένο χώμα κι έφυγε βιαστικά.
    Γύρισε μετά από λίγη ώρα. Η βροχή δεν είχε κοπάσει ακόμα , αλλά δεν της έδινε καμία σημασία. Έσκυψε πάνω από το γκρίζο άγαλμα που τόσο τον πόνεσε μόλις το πρωτοείδε και που γυάλιζε από τις στάλες της βροχής. Κοίταξε τα μουσκεμένα φύλλα και θυμήθηκε την μέρα στον ονειρότοπο. Έσκυψε και απόθεσε ανάμεσα στα πέτρινα δάχτυλα ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο. Η βροχή και τα δάκρυα δεν τον άφησαν να δει τα δάχτυλα που τυλίχτηκαν γύρω του.         

Το φιλί της βροχής


Υπάρχουν πράγματα που σηματοδοτούν την απαρχή μιας σχέσης πριν τα αντιληφθούμε, πριν καταλάβουμε που οδηγούνε , πριν ακόμα υπάρξει η ίδια η σχέση ή αλλάξει μορφή.
Στην περίπτωσή τους ήταν η βροχή. Ή για να γίνω πιο συγκεκριμένη, η συζήτηση για την βροχή . Η διήγηση του χορού της Φαίης και η φαντασίωση του Πάρη γι’ αυτήν, οριοθέτησε την αρχή μιας σχέσης γεμάτης πάθος, έρωτα και διαμάχες, που άλλες φορές ήταν ψιλοβρόχι, άλλες γλυκές σαν καλοκαιρινή βροχή κι άλλες νεροποντή.
Ό,τι κι αν γινόταν μεταξύ τους, όταν βλέπανε τα μαύρα σύννεφα να μαζεύονται στον ουρανό, σκεφτόταν αντανακλαστικά σχεδόν, ο ένας τον άλλο. Στην αρχή με λαχτάρα, στην συνέχεια με πόθο τρελό, στην πορεία με το χαμόγελο της υπόσχεσης , τον τελευταίο καιρό με νοσταλγία και μερικές φορές με πόνο.
Ήθελε τόσο να χορέψει μπροστά του στην βροχή. Σαν μια άλλη Σαλώμη να πετάξει αργά ένα ένα και τα εφτά πέπλα και να μείνει γυμνή , υγρή, ρευστή, βρεγμένη, μόνο γι’ αυτόν, μόνο μέσα απ’ αυτόν, με μόνη μουσική τον ήχο της βροχής, της δικής τους βροχής. Δεν τα είχε ακόμα καταφέρει. Τόσους μήνες μετά ακόμα περίμενε την ευκαιρία που ολοένα έδειχνε να ξεμακραίνει.
Είχαν πει χαριτολογώντας κάποτε πως ίσως έπρεπε να μετακομίσουν σε άλλη χώρα που οι ηλιόλουστες μέρες είναι λιγότερες, να γίνουν κάτοικοι Αγγλίας, να χαίρονται κάθε μέρα αυτήν την επαφή. Δεν έφυγαν ποτέ μαζί ούτε έξω από την πόλη τους, αλλά είχαν ταξιδέψει παντού τις υπέροχες βροχερές μέρες.
Και σήμερα έβρεξε. Της είχε μόλις πει πως είχε αργήσει και πως έπρεπε να φύγει, όταν ξεκίνησε να βρέχει δυνατά. Έψαξε να βρει την αναγνώριση στα μάτια του, αλλά είδε μόνο την ανησυχία του μην βραχεί. Της φάνηκε στην αρχή αστείο. Και μετά τραγικό. Ήταν ήδη βρεγμένη. Έφτανε να βρεθεί κοντά του για να μην την εγκαταλείπει στιγμή αυτή η αίσθηση. Αλλά όπως είπε κι αυτός, είχε αργήσει.
Όταν κατέβηκε κάτω έβρεχε καταρρακτωδώς. Πήγε μέχρι το αυτοκίνητο κι έμεινε το χέρι μετέωρο και τα κλειδιά στο χέρι , ενώ η βροχή την μαστίγωνε αλύπητα. Έβαλε τα κλειδιά πίσω στην τσάντα κι άπλωσε δισταχτικά τα χέρια. Δοκίμασε μια στροφή και σταμάτησε. Κοίταξε προς τα επάνω, κοίταξε προς την κλειστή πόρτα και κατέβασε τα χέρια της. Περπάτησε δισταχτικά και μετά άρχισε να στροβιλίζεται, ενώ τα δάκρυά της μπερδευόταν με την βροχή. Έμεινε για μια στιγμή , όσο μια αιωνιότητα ακίνητη και κοίταξε πάλι πίσω της.
Δεν μπορούσε να χορέψει χωρίς αυτόν να την περιμένει. Δεν μπορούσε να χαρεί χωρίς αυτόν να είναι κάτω από το υπόστεγο να την παρακολουθεί. Δεν μπορούσε να τον ξεχωρίσει πλέον από την βροχή, όπως δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τον εαυτό της από αυτόν. Ανέβηκε ξανά επάνω ορμητικά. Έφτασε έξω από την πόρτα του και ζωγράφισε ένα «σ’ αγαπώ» με τα βρεγμένα της δάχτυλα. Δεν τόλμησε όμως να χτυπήσει την πόρτα.
Το κινητό της που χτύπησε την έφερε στην πραγματικότητα. Με τρεμάμενα χέρια έβγαλε το αγαπημένο της μπλοκάκι κι έγραψε κάτι βιαστικά. Το έβαλε κάτω από την πόρτα και σηκώθηκε να φύγει με αργά βήματα παραπαίοντας, ενώ παρατηρούσε τα υγρά σημάδια στον διάδρομο. Τα σημάδια που την έφεραν ξανά εκεί.
Όταν βρέθηκε κοντά της έξω στην βροχή, με εκείνο το βλέμμα που τόσες φορές την είχε μαγέψει, δεν μπορούσε παρά να τον ακολουθήσει. Δεν θα μπορούσε παρά να παραδοθεί όταν την έπιασε από το χέρι. Όταν την έσφιξε στην αγκαλιά του, έτσι βρεγμένη δεν θα μπορούσε παρά να κλείσει τα μάτια της. Όταν την φίλησε δεν θα μπορούσε παρά να νιώσει πως επιστρέφει σπίτι. Τον άφησε να την οδηγήσει σαν παιδί, να την ξεντύσει, να την σκουπίσει, να την περιποιηθεί.
Μπήκε μέσα της με το ίδιο πάθος, που δεν τους είχε στιγμή εγκαταλείψει. Την οδήγησε όπως από την πρώτη μέρα στον μαγικό κόσμο, που έγινε γυναίκα μαζί μ’ αυτόν, μέσα από αυτόν, μέσα από την δική του βροχή. Άκουγε διψασμένη τα λόγια που της ψιθύριζε όσο κάνανε έρωτα. Άνοιξε ξανά σαν διψασμένο λουλούδι με κάθε ψίθυρο, με κάθε χάδι, με κάθε κίνηση, περιμένοντας αυτόν , την βροχή και την ζωή,  που πάντα της έδινε.
Με ορθάνοιχτη την μήτρα, την καρδιά και την ψυχή τον περίμενε, όπως ένιωθε πως την περίμενε κι αυτός, με την γνώση και την γεύση των ικανοποιημένων εραστών. Ένιωσε να συγκλονίζεται ξανά όταν ήρθε η βροχή μέσα της, καυτή βροχή, που γέμισε όλη την ύπαρξη και ένιωσε να ξεχειλίζει από τα μάτια της , όταν τον ακολούθησε. Τον κράτησε σφιχτά στην αγκαλιά της θέλοντας όπως κάθε φορά , να επεκτείνει αυτήν την αίσθηση, αυτό το συναίσθημα, αυτή την ρωγμή στον χρόνο, που τους ένωνε σαν ομφάλιος λώρος.
Πάντα την πονούσε όταν έπρεπε να αποχωριστούν μετά. Σαν κάποιος βίαια όχι απλά να έκοβε τον ομφάλιο λώρο που τους ένωνε, αλλά να τον ξερίζωνε.  Προσπαθούσε να τον κρατήσει όσο μπορούσε περισσότερο μέσα της μετά. Κι όταν χαλάρωναν κι οι δυο, προσπαθούσε να αντιμετωπίσει την απώλεια γελώντας. Κατάλαβε ότι σήμερα δεν θα μπορούσε να γελάσει. Κι ένιωσε να στεγνώνει.
Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Η βροχή είχε σταματήσει. Το ίδιο κι η καρδιά της. Δεν ήξερε τι να κάνει για να κρατήσει την βροχή μέσα της. Δεν ήξερε πώς να του πει τι σήμαινε να ζει κανείς αποστεωμένος από αυτή την αίσθηση που μόνο αυτός μπορούσε να ξυπνάει μέσα της- πως ανήκει κάπου, πως έχει σπίτι, πως έχει πατρίδα, πως έχει λιμάνι και απάγκιο. Οι λέξεις γρατζούνισαν τον στεγνό της λαιμό.
Ήπιε λαίμαργα νερό, ήπιε ξανά και ξανά χωρίς να ξεδιψάσει.Κοίταξε με ελπίδα και παράπονο τον ουρανό. Τα σύννεφα της βροχής ήταν ακόμα εκεί...

Η βροχή



     Βρέχει σήμερα από το πρωί και νιώθω πάλι αυτήν την έντονη διάθεση να τρέξω, να χορέψω, να δαιμονιστώ.


     Η βροχή είναι για μένα η δική μου πανσέληνος. Την μυρίζω από μακριά κι ανατριχιάζω. Με πλημυρίζει η προσμονή και βαδίζω νευρικά όσο τα συννέφα μαζεύονται. Περιμένω τις πρώτες στάλες με αδημονία. Κοιτάζω συνεχώς έξω από το παράθυρο και εκνευρίζομαι με την αναμονή.

     Οι πρώτες στάλες, που χτυπούν στο παράθυρο, χαράζουν το πρώτο χαμόγελο της μέρας στο πρόσωπό μου. Κατεβαίνω κλεφτά κάτω και περπατώ με τα χέρια ανοιχτά, σηκώνοντας το κεφάλι μου προς τον ουρανό. Νιώθω την βροχή να πέφτει στο πρόσωπό μου σαν χάδι εραστή, ζεστή και απαλή. Τα χείλη μου μισανοίγουν και γλύφω ηδονικά τη σταγόνα, πού' χει κάτσει πάνω τους. Μ΄ ένα χαμόγελο πειρατικό , στριφογυρνώ μέχρι να ζαλιστώ.

     Γυρίζω στο γραφείο με την ενοχή ζωγραφισμένη στο πρόσωπο και κοκκινίζω όταν τα βλέμματα των συναδέλφων πέφτουν στα βρεγμένα μου ρούχα. Σηκώνω το κεφάλι ψηλά και μουρμουρίζω κάτι, που δεν καταλαβαίνω ούτε εγώ..Πάλι έκανα αταξίες..Η ίδια ενοχή που με κυνηγάει πάντα όταν αφήνομαι στα συναισθήματά μου, στην διάθεση της στιγμής, που δεν μπορώ να αιτιολογήσω.

     Όσο πίσω κι αν γυρίσω, βλέπω εικόνες τυλιγμένες στην βροχή. Ποτέ δεν είχα ομπρέλα. Μετά την δέκατη, φορά που την παράτησα σε άγνωστο σημείο, σταμάτησαν οι δικοί μου να μου αγοράζουν άλλες και να με πιέζουν. Περπατούσα ώρα στην βροχή, τσαλαβουτούσα στις λακούβες , τραγουδούσα και χόρευα. Γυρνούσα στο σπίτι μούσκεμα, με το νερό να τρέχει από πάνω μου, μαλλιά, ρούχα, παπούτσια βρεγμένα και μ' ένα ηλίθιο, ευτυχισμένο χαμόγελο, που προσπαθούσα να κρύψω, όσο με κατσαδιάζανε. Τίποτα δεν άλλαξε από τότε..

     Λατρεύω την βροχή που πέφτει επάνω μου, που με ξεπλένει, που κρύβει τα δάκρια, που προκαλεί αυτό το αίσθημα ευφορίας. Τρελαίνομαι να χορεύω και να χοροπηδώ σαν παιδί, να ξεχνώ το χθες και το σήμερα, να μην φοβάμαι το αύριο. Μου αρέσει η μυρωδιά, ο ήχος, η αίσθηση της.

     Βρέχει σήμερα εδώ κι εγώ δεν έχω διάθεση να χορέψω.
    Εσύ είσαι μακριά. Κι είμαι στεγνή. Από βροχή κι από έρωτα.

Το είδωλο ενός ερωτικού ονείρου


«Ακόμα να σηκωθείς; Πέρασε η ώρα». Η φωνή διέσχισε τα πέπλα της συνείδησης κι έφτασε στ’ αυτιά μου , αποσπώντας με βίαια από την αγκαλιά του Μορφέα. Άνοιξα τα μάτια μου και κοίταξα με απορία. Ανακάθισα στο κρεβάτι με κόπο νιώθοντας τρομερά κουρασμένη. 
Σηκώθηκα μονολογώντας πηγαίνοντας με σερνάμενα βήματα προς το μπάνιο «Η συμφιλίωση με τα όνειρα είναι εφικτή για αυτούς που τα αποδέχονται ως ανάπαυλα, ως ανάσα ενάντια στην καθημερινότητα. Για αυτούς που δεν αποδέχονται ή δεν θέλουν να αποδεχτούν την πραγματικότητα είναι μια πληγή που αιμορραγεί μόλις ανοίξουν τα μάτια τους».
Κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Καθάρισα μορφάζοντας τα σημάδια του μολυβιού γύρω από τα μάτια. Έβγαλα τη νυχτικιά και τα εσώρουχά μου. Επιθεώρησα το είδωλό μου από όλες τις πλευρές, έσκυψα, έστειλα φιλιά, δοκίμασα χαμόγελα , προβάρισα στάσεις και κινήσεις. Έβγαλα κοροϊδευτικά την γλώσσα στο γυμνό κορμί απέναντι μου και αναστέναξα.
«Δεν υπάρχουν όνειρα-καθρέφτες, να κάτι πραγματικά ευχάριστο. Στα όνειρά μου δεν έχω κυτταρίτιδα και ραγάδες, η κοιλιά μου είναι επίπεδη, δεν έχω σημάδια και ρυτίδες. Πάλι άσχημα ξύπνησα και σήμερα – πρέπει να σταματήσω να ονειρεύομαι».
Κάθισα στην άκρη του κρεβατιού και άναψα τσιγάρο. «Σε λίγο πρέπει να είμαι στο γραφείο. Τα όνειρα δεν έχουν πρέπει, είναι ένας υπέροχος κόσμος ασυδοσίας. Πρέπει σημαίνει ακολουθώ την φωνή της λογικής, της ηθικής, του νόμου. Στα όνειρά μόνο είμαι ελεύθερη να ακολουθήσω τα αισθήματά μου χωρίς τον φόβο της τιμωρίας. Μάλωσα με τον Γ. χθες. Κάτω από το φως της λογικής του τα όνειρα γίνονται μακρινές χίμαιρες , ο σκεπτικισμός του με προσγειώνει σε έναν κόσμο επίπεδο χωρίς φως και χρώματα, χωρίς μουσική και τραγούδια, όπου οι λέξεις απομυθοποιούνται και ο έρωτας δεν έχει φτερά. Κι εγώ, φαινομενικά συμβιβασμένη, απέμεινα να τον κοιτάζω με άδειο βλέμμα, περιμένοντας το βράδυ για να αποδράσω, να ξαναβρεθώ στο μαγικό κόσμο των ξωτικών».
Σηκώθηκα και άρχισα να ντύνομαι βιαστικά. Έβαψα τα μάτια , φόρεσα κραγιόν, κούμπωσα το σακάκι, κοιτάχτηκα και πάλι στον καθρέφτη. «Άργησα και πάλι, όπως συχνά συμβαίνει τον τελευταίο καιρό. Άργησα στην δουλειά, στον έρωτα, στην ζωή. Και αυτή η αργοπορία αντί να με αγχώνει , με αδρανοποιεί». Πήγα πάλι στην κουζίνα, άναψα τσιγάρο , πήρα μερικές βαθιές ρουφηξιές και το έσβησα με νευρικές κινήσεις στο τασάκι. Βγήκα κλείνοντας αθόρυβα την πόρτα πίσω μου.
Έξω έβρεχε. Άφησα την βροχή να κυλάει επάνω μου σαν χάδι, σαν λύτρωση, σαν ξέπλυμα αμαρτιών. Την αγαπάω την βροχή ακόμα και σε αυτήν την πόλη που δεν έχει μυρωδιά και ταυτότητα. Τα αυτοκίνητα κορνάρουν ασταμάτητα, οι άνθρωποι τρέχουν με τις ομπρέλες ανοιχτές και εγώ στέκομαι ακίνητη έξω από το αυτοκίνητο, με τα κλειδιά στο χέρι, σκουπίζοντας χαμογελώντας τις στάλες της βροχής από τις βλεφαρίδες μου. Χωρίς ομπρέλα, χωρίς προστασία, χωρίς προφυλακτικό, ενάντια στις συμβουλές της μαμάς και της λογικής που μου επιβάλλουν.
Οδηγώ μηχανικά, έχει πολύ κίνηση, κοιτάζω αφηρημένα έξω από το παράθυρο. « Από πότε έχω να βρεθώ στην φύση, να μυρίσω τις εποχές, να αγγίξω λουλούδια, να ακούσω πουλιά να κελαηδούν, να νιώσω το κορμί μου, από πότε αλήθεια, από πότε;» . Η μουσική με ταξιδεύει, οι υαλοκαθαριστήρες κάνουν το γνωστό μονότονο θόρυβο, η βροχή στην οροφή με νανουρίζει.
Κοιτάζω έξω τα σαλιγκάρια-αυτοκίνητα που έχουν ξεχυθεί στους δρόμους, στριμωγμένα το ένα δίπλα στο άλλο, νευρικοί οδηγοί κορνάρουν ασταμάτητα λες κι έτσι θα εξαφανίσουν την ουρά στα φανάρια, βάζω πρώτη, σταματάω πάλι. Αρχίζω να κάνω σχέδια. « Σήμερα θα κοιμηθώ νωρίς. Τέρμα στα βράδια με μουσική και ονειροπολήματα. Τέρμα στην μεμψιμοιρία και στην απόγνωση. Δεν θα κυνηγήσω ξανά χίμαιρες. Θα κλείσω για πάντα την πόρτα στα παραμύθια.». Το χτύπημα στο παράθυρο με τρομάζει. Κοιτάζω την κοπέλα με το αδιάβροχο και τα διαφημιστικά σαν φάντασμα. Ανοίγω το παράθυρο και παίρνω χαμογελώντας το φυλλάδιο, που μου προσφέρει.
«Εναλλακτικές διακοπές. Ελάτε κοντά στην φύση μπλα,μπλα.» Στη μέση μια φωτογραφία. Ένα μικρό σπίτι στο δάσος, από μακριά ένα ποτάμι με αφρισμένα νερά, πουλιά που πετάνε.. Τα μάτια μου θολώνουν. Νιώθω το χαμόγελο να παγώνει στο πρόσωπό μου και την βροχή να κυλά στο πρόσωπό μου, παρά το κλειστό παράθυρο. Αισθάνομαι τα πόδια μου να βουλιάζουν σε κάτι μαλακό και οικείο. Μυρίζω μουσκεμένο χώμα και φύλλα . Κάτι μου χαϊδεύει το πρόσωπο. Ακούω το θόρυβο που κάνει το νερό στο ποτάμι. Ανοίγω τα μάτια μου.
Κοιτάζω έκθαμβη γύρω μου. Απλωμένο στα πόδια μου ένα καφεκόκκινο χαλί από πεσμένα φύλλα. Γύρω μου δέντρα και ερημιά. Προχωρώ διστακτικά ακούγοντας τα ξεραμένα φύλλα να μεταδίνουν το βήμα μου σπάζοντας . Περπατώ πιο αποφασιστικά κλωτσώντας με απόλαυση φύλλα και χώμα. Ανοίγω τα χέρια διάπλατα και αρχίζω να στροβιλίζομαι στα βήματα ενός αυτοσχέδιου χορού βγάζοντας χαρούμενες κραυγές, όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα .
Σταματώ λαχανιασμένη και σωριάζομαι στο έδαφος. Κοιτώ τα κομμάτια του ουρανού που φαίνονται ανάμεσα στα κλαδιά των δέντρων και συνειδητοποιώ πως έχει αρχίσει να βραδιάζει και εγώ δεν ξέρω που βρίσκομαι και προς τα πού θα πρέπει να πάω. Η φύση είναι περίεργα σιωπηλή. Ο μόνος θόρυβος που ακούγεται είναι η καρδιά μου που χτυπά δυνατά. Πανικοβάλλομαι και αρχίζω να τρέχω δεξιά και αριστερά ψάχνοντας κάποιο σημάδι ζωής. Τα κλαδιά των δέντρων πληγώνουν το πρόσωπό μου, αγκάθια και θάμνοι γρατζουνούν τα χέρια και τα πόδια μου. Ο ιδρώτας που κυλά αλατίζει τις πληγές και με τσούζουν.
«Που βρίσκομαι; Τι μου συμβαίνει; Φοβάμαι, θέλω να γυρίσω πίσω. Πρέπει να βρω τον δρόμο της επιστροφής. Πρέπει να υπάρχει κάποιος δρόμος. Θέλω να γυρίσω πίσω, να γυρίσω πίσω όλα τα ρολόγια, χρόνια πριν το σήμερα, χρόνια πριν από τον φόβο, πριν γεννηθεί στο μυαλό μου αυτό το τέρας που ζητά αίμα καρδιάς για να ξεδιψάσει και κομμάτια της λογικής μου για χορτάσει. Το ναρκώνω με όνειρα, το νανουρίζω σε κρεβάτια δίχως πάθος, του λέω παραμύθια για να γλυτώσω τους εφιάλτες που γεννά. Πήρα το τρένο του ονείρου και κατέβηκα σε λάθος σταθμό. Θα κλείσω ξανά τα μάτια κι όταν τα ανοίξω θα έχω γυρίσει πίσω, μακριά από τον φόβο, μακριά».
Είμαι ακόμα εδώ. Ακούω μόνο την καρδιά μου. Ο αέρας μυρίζει μούχλα και αποσύνθεση. Σηκώνοντας το βλέμμα, βλέπω μπροστά μου ένα πέτρινο σπίτι. Από το παράθυρο αχνοφέγγει μια σιλουέτα που πηγαινοέρχεται. Σταματάω κοντανασαίνοντας μπροστά στην πόρτα. Φτιάχνω μηχανικά τα μαλλιά μου και τινάζω τα φύλλα και το χώμα από το κορμί μου. «Ας είναι κάποιος μέσα, ας είναι αληθινό, ας είναι καταφύγιο. Μην είναι Θεέ μου παγίδα, μην είναι ψέμα, μην είναι απάτη». Κοιτάω πίσω μου τα δέντρα που απλώνουν θαρρείς την σκιά τους να με φτάσουν και κολλάω το δάχτυλο στο κουδούνι.
Ανοίγει τόσο απότομα που πέφτω στα πόδια της ηλικιωμένης γυναίκας που με κοιτά ερευνητικά. « Σας παρακαλώ, βοηθείστε με, έχω χαθεί». Η φωνή μου σπάει, δάκρυα αναβλύζουν από τα μάτια μου. Η γυναίκα με σηκώνει, με αγκαλιάζει και μου χαϊδεύει τα μαλλιά. Η αγκαλιά της είναι ζεστή. Μυρίζει γάλα και σαπούνι . Μου σκουπίζει τα μάτια σιωπηλά και κλείνει πίσω της την πόρτα. Αισθάνομαι μετά από πολύ καιρό ήρεμη και ασφαλής. Ακολουθώ αυτήν την άγνωστη γυναίκα με την οποία αισθάνομαι παράξενα οικεία, την ακολουθώ πειθήνια , γιατί μυρίζει αγάπη.
«Έλα πουλάκι μου, κάτσε κοντά στην σόμπα να ζεσταθείς. Θα σου φτιάξω ένα φλαμούρι και θα ετοιμάσω το μπάνιο. Έλα, τζιγέρι μου, μην κλαις άλλο, αύριο θα είναι όλα διαφορετικά» μου είπε και με έβαλε να κάτσω σε μια πολυθρόνα , ενώ αυτή βγήκε από το δωμάτιο. Άκουγα το θόρυβο από το νερό της βρύσης και τα ντουλάπια που ανοιγόκλεινε στην κουζίνα.
Οι αναμνήσεις βγήκαν από το χρονοντούλαπο. Δεν είχα ποτέ στενή σχέση με την μητέρα μου. Όλες οι προσπάθειες προσέγγισης πάντα μας οδηγούσαν πιο μακριά την μία από την άλλη. Οι μόνοι άνθρωποι που μοιραζόμουν χωρίς τον φόβο της απόρριψης τα συναισθήματά μου, ήταν ο πατέρας μου και η γιαγιά μου, πεθαμένοι και οι δύο χρόνια τώρα. Μ’ αυτούς μπορούσα να υποστώ την κριτική νιώθοντας πάντα σίγουρη ότι δεν επισκίαζε την αγάπη τους. Το κενό που άφησε η φυγή τους δεν έκλεισε ποτέ. «Τζιγέρι μου, μου έλεγε η γιαγιά μου, μην ταΐζεις μαργαριτάρια τα γουρούνια, μην τα δίνεις όλα, κράτα κάτι και για σένα». Κι εγώ πάντα υποστηρίκτρια των φίλων, των ερώτων , των ιδεολογιών, μάλωνα μαζί της. Σήκωνε τους ώμους και μου έλεγε «Ξέρω ότι θα κάνεις του κεφαλιού σου πουλάκι μου. Πάντα κλέβεις στο ζύγι την λογική, όταν αγαπάς».
«Έλα, το φλαμούρι είναι έτοιμο. Πιες το και μπες να κάνεις μπάνιο». Κοίταξα στα μάτια την ηλικιωμένη γυναίκα που χαμογελούσε στοργικά. Το ήπια υπάκουα και την ακολούθησα. Άνοιξε την πόρτα , με έσπρωξε μέσα απαλά και έφυγε. Πέταξα γρήγορα τα ρούχα μου και μπήκα στην μπανιέρα. Άφησα το σώμα μου να χαλαρώσει και σαπούνισα με απόλαυση το κορμί μου. Άφησα το νερό να κυλάει με δύναμη επάνω μου προσπαθώντας μαζί με την βρωμιά να καθαρίσω και το μυαλό μου από τις σκέψεις. Βγήκα και τυλίχτηκα στην άσπρη πετσέτα που ήταν ακουμπισμένη δίπλα στην μπανιέρα. Άνοιξα την πόρτα και ξυπόλυτη περπάτησα στα δάχτυλα με μια παιχνιδιάρικη διάθεση ψάχνοντας την φιλόξενη οικοδέσποινα.
Ανοίγω την πρώτη πόρτα που βρίσκω μπροστά μου και ξαφνιάζομαι βλέποντας την μορφή μου να διαγράφεται θολά σ’ ένα μεγάλο καθρέφτη . Πλησιάζω πιο κοντά και στο φως των κεριών βλέπω ακουμπισμένα δίπλα του μία μαύρη διάφανη ρόμπα και χοντρές χρυσές κλωστές. Φοράω την ρόμπα και πλέκω τα υγρά ακόμα μαλλιά μου με τις κλωστές, Κοιτάζω αχόρταγα το είδωλο στον καθρέφτη. Οι χρυσές κλωστές φωτίζουν παράξενα το πρόσωπό μου. Αγγίζω τα χείλη μου, χαϊδεύω απαλά τα στήθη , την μέση, τους γοφούς, τους μηρούς που διαγράφονται κάτω από την μακριά ρόμπα.
Δίπλα στον καθρέφτη έχει μια πορφυρή βελούδινη κουρτίνα,. Την τραβάω με περιέργεια και αδημονία. Πίσω της υπάρχει μια αψίδα, που οδηγεί σε ένα άλλο δωμάτιο. Το δωμάτιο είναι κυκλικό , χωρίς πόρτες και με πολλά μικρά παράθυρα , που βλέπουν στον ουρανό. Εκατοντάδες κεριά τοποθετημένα σε διάφορες θέσεις φωτίζουν ένα κυκλικό κρεβάτι στο κέντρο του, Επάνω του, γυμνός, δεμένος με χρυσές κλωστές , ίδιες με των μαλλιών μου , είναι ο Π.
Σκιές και φως παίζουν στα μάτια του και στο κορμί του. Νιώθω το βλέμμα του να με καίει σε κάθε μου κίνηση. Πλησιάζω αργά. Στέκω μπροστά του και βγάζω την ρόμπα. Γελάω, νιώθοντας περίεργα ελεύθερη. Βλέπω το κορμί μου να καθρεφτίζεται στα μάτια του και αυτή η εικόνα γιατρεύει τις ανασφάλειες μου. Γελάω δυνατά τώρα. Είμαι η γυναίκα αράχνη, η αρχέγονη γυναίκα θεά που κρατάω τα νήματα της ζωής και του θανάτου. Χαϊδεύω παιχνιδιάρικα όλο του το κορμί με τα χέρια, τα χείλη, τη γλώσσα μου. Σταματάω κοιτώντας τον ορθωμένο του φαλλό σαν να αναμετρώ έναν αντίπαλο. Γελώ προκλητικά και τον βάζω στην υγρή μου ήβη.
Το πρόσωπό του αλλάζει. Γίνεται μια μεγάλη οθόνη που πάνω της παρελαύνουν σαν ασπρόμαυρη ταινία άλλης εποχής, όλοι οι άντρες που αγάπησα και μ’ αγάπησαν, που πρόδωσα και με πρόδωσαν, που πλήγωσα και με πλήγωσαν. Κλείνω τα μάτια μου και κλαίω σιωπηλά.
Ο Π. σπάει τις κλωστές και με κρατά σφιχτά στην αγκαλιά του. Μαζεύει τα δάκρυα με τη γλώσσα του. Με χαϊδεύει απαλά, ψιθυρίζοντας λέξεις μαγικές «Άσε με να σε γνωρίσω, να μπω στο μυαλό, στην καρδιά, στο κορμί σου. Άσε με να σ’ αγγίξω, να ταξιδέψω στο σώμα σου. Δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι σε αυτό το παιχνίδι. Και οι δυο μας ζητάμε την λύτρωση από αυτήν την άσκοπη μάχη. Το φόβο που νιώθεις εσύ, νιώθω κι εγώ, το αίμα μου χτυπά δυνατά στις φλέβες μου , όπως και το δικό σου. Μην ματώνεις άλλο πουλί μου, άσε με να σ’ αγαπήσω».
Τα χέρια του με αγγίζουν απαλά, ψάχνουν κάθε σπιθαμή του κορμιού μου. Τα χείλη του ακολουθούν την διαδρομή τρυφερά στην αρχή, επίμονα μετά, ιχνηλατούν αντιδράσεις, ζητούν συνενοχή. Κοιτώντας με στα μάτια , μπαίνει αργά μέσα μου.
 Αυτός κολυμβητής, που απελπισμένα παλεύει με τα κύματα, χτυπιέται στα τοιχώματα της μήτρας μου, θέλοντας να εισχωρήσει πιο βαθειά , να επανακτήσει την πρωταρχική μορφή της ύπαρξής του, να ξαναγεννηθεί. Κι εγώ, μάνα, θάλασσα και γη, ζητώ για αντάλλαγμα την έκρηξη της δημιουργίας στο κεφάλι και στο σώμα μου. Ο έρωτας μεσίτης κρατά για αμοιβή την απειροελάχιστη στιγμή που θα βρεθούμε μαζί στο κενό.
Ένα εκκρεμές είμαστε, εγώ το νήμα κι εσύ το βαρίδιο στην άκρη. Αιωρούμαστε μαζί διαγράφοντας μεγάλη αργή τροχιά στην αρχή, στην συνέχεια πιο μικρή και σύντομη, όλο και πιο μικρή και σύντομη, ώσπου να φτάσουμε και πάλι στην αρχή. Σε κίνηση μας κρατάει ο έρωτας κι εμείς επαναλαμβάνουμε την παράλογη αιώρησή μας, ως την στιγμή που ακίνητοι θα παραδοθούμε στο νόμο της βαρύτητας, στο νόμο της φύσης, στον νόμο του έρωτα.
Παραδομένοι ο ένας στο κορμί του άλλου, ισορροπούμε για ένα λεπτό, έναν χρόνο, έναν αιώνα. Δεν κινιόμαστε φοβούμενοι μην σπάσει το νήμα που μας ενώνει. Δεν μιλάμε ξέροντας πως μόνο η σιωπή μπορεί να εκφράσει τα συναισθήματα , που μας συγκλονίζουν.
Αγκαλιαζόμαστε σφιχτά και αφουγκραζόμαστε το αίμα της καρδιάς μας να χτυπά. Με τρεμάμενα δάχτυλα χαϊδεύω το περίγραμμα των χειλιών του. Φιλάει τις άκρες των δαχτύλων μου και φέρνει το χέρι μου πάνω στο στήθος του, πάνω στην καρδιά του. Κοιταζόμαστε στα μάτια για μια ατελείωτη στιγμή. Είμαστε ο Αδάμ κι η Εύα που επαναλαμβάνουμε το προπατορικό αμάρτημα για να μείνουμε αθάνατοι, για να γίνουμε θεοί. Μοιραζόμαστε τον απαγορευμένο καρπό και γελάμε.
Σηκώνομαι και κρατώντας τον από το χέρι πάμε μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη. Ακούω το χτύπημα στην πόρτα. Έντονο. Επίμονο. Γυρίζω το κεφάλι μου και βλέπω μπροστά μου κάποιον να χτυπά το παράθυρο του αυτοκινήτου δείχνοντας αρκετά θυμωμένος. Πίσω μου ακούγονται κόρνες . Βάζω μπρος και ξεκινάω.
Το κεφάλι μου γυρίζει . Εκατοντάδες σφυριά χτυπάνε στους κροτάφους μου. «Το μυαλό μου είναι ο αντίπαλος. Δημιουργεί φαντασιώσεις και εγώ ακροβατώ σε ένα τεντωμένο σκοινί , την λογική μου , για να τις φτάσω. Η άβυσσος κάτω μου τρομακτική κι εγώ προσπαθώ να ισορροπήσω , τρελός σαλτιμπάγκος , που εκτελεί το νούμερό του χωρίς δίκτυ προστασίας. 
Ταλαντεύομαι διαρκώς ενώ η απόσταση που με χωρίζει από το τέρμα όλο και μεγαλώνει. Δεν θέλω να ονειρεύομαι, δεν θέλω, δεν θέλω. Δεν θέλω να ακροβατώ, δεν θέλω, δεν θέλω. Τα όνειρα γίνονται εφιάλτες, οι φαντασιώσεις παραλήρημα κι εγώ διαλύομαι , γίνομαι κομμάτια επιστρέφοντας στην πραγματικότητα».
Κοιτώ αφηρημένα στον καθρέφτη .Βλέπω το είδωλό μου να χαμογελάει . Αποστρέφω το βλέμμα σοκαρισμένη. Η καρδιά μου χτυπά τρελά. Ξανακοιτώ κλεφτά σαν ακούσιος ηδονοβλεψίας , που παρακολουθεί μια ερωτική σκηνή κόντρα στην φωνή της ηθικής του. Το χαμόγελο- αποστάτης είναι ακόμα κρεμασμένο στα χείλη μου. « Τρελαίνομαι, Θεέ μου, τρελαίνομαι!!».
Φτάνω τρέχοντας στο γραφείο. Δεν θυμάμαι καμιά από τις δικαιολογίες που είχα ετοιμάσει τόσο προσεκτικά. Απαντάω μονολεκτικά στις ερωτήσεις για την καθυστέρηση, οι φωνές των συναδέλφων έρχονται από μακριά σαν αέρας που περνά μέσα από κλειστές πόρτες και παράθυρα. Γνέφω καταφατικά χωρίς να έχω καταλάβει τίποτα. 
Γαυγίζω στο τηλέφωνο που χτυπά ασταμάτητα , ατενίζω με απλανές βλέμμα την οθόνη του υπολογιστή μου ,κοιτάζω επίμονα τις σημειώσεις μου προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσω τα ιερογλυφικά . Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Απελπισμένη αφήνω τον εαυτό μου να βουλιάξει στην σκοτεινή πλευρά του μυαλού μου , όπου δεν υπάρχουν σκέψεις, εικόνες, αναμνήσεις.
Περνώ την υπόλοιπη μέρα κοιτώντας αγριωπά όποιον με πλησιάσει, φτύνω απαντήσεις με το ζόρι, κάνω την δουλειά μου μηχανικά. Στο τέλος του ωραρίου, φεύγω από το γραφείο σαν δαιμονισμένη. Γυρίζω σπίτι και κλειδώνομαι στο μπάνιο.
Προσπαθώ να μαζέψω τα κομμάτια του μυαλού μου, να βρω λογικές εξηγήσεις. «Ίσως φταίει η βροχή. Πάντα γίνομαι υπερβολικά συναισθηματική όταν βρέχει- είναι η δική μου πανσέληνος. Ίσως φταίει η υπερένταση των τελευταίων ημερών και τα προβλήματα στην δουλειά. Κι εγώ κάτω από αυτήν την πίεση , άφησα την φαντασία μου να με παρασύρει σε μονοπάτια κακοτράχαλα κι αυτό με οδήγησε σε υπερβολικές αντιδράσεις. Θα χαλαρώσω, θα ξεκουραστώ, θα μιλήσω με τον Γ. , θα ξεχάσω».
Το βράδυ με βρίσκει να διηγούμαι στον Γ. με ανάλαφρο τόνο την πρωινή μου φαντασίωση. Ο πρωινός πανικός μου φαντάζει γελοίος. Γελάω ευτυχισμένη δίπλα σε αυτόν τον άντρα που πατάει γερά στην γη, που δεν τον φοβίζουν τα αερικά, που δεν πιστεύει στα παραμύθια. Η σταθερότητα, η ακλόνητη λογική, η επιφυλακτικότητά του, όλα αυτά που μέχρι χθες με εκνεύριζαν , σήμερα φαντάζουν ως τα κυριότερα προτερήματά του.
 Κάνουμε έρωτα με πάθος κι εγώ αφήνομαι να πλημμυρίσω από αυτήν την γήινη δύναμη, με εγκατάλειψη και ανακούφιση. Κοιμάμαι στην αγκαλιά του κουλουριασμένη σαν έμβρυο, σίγουρη πως έχω ξορκίσει τα φαντάσματα, πως έχω διώξει όλες τις σκιές.
Ξυπνάω χαρούμενη. Δεν υπάρχουν αναμνήσεις ονείρων σήμερα. Δεν έχω την γνωστή πικρίλα στο στόμα. Αισθάνομαι ξεκούραστη και ανάλαφρη. Τραγουδάω ενώ ντύνομαι κοιτάζοντας με τρυφερότητα τον Γ. που κοιμάται ακόμα. Ανοίγει τα μάτια του και με παρατηρεί σιωπηλός. Του στέλνω ένα φιλί, του κλείνω το μάτι και φεύγω βιαστικά πριν προλάβει να αντιδράσει.
Ο ήλιος λάμπει έξω. Τίποτα δεν θυμίζει την χθεσινή νεροποντή. Σηκώνω το πρόσωπό μου στον ήλιο, απλώνω τα χέρια και χαμογελάω. Μπαίνω στο αυτοκίνητο και αλλάζω το καταθλιπτικό μου cd με κάτι πιο χαρούμενο, πιο πρωινό, πιο κεφάτο. Σιγοτραγουδάω οδηγώντας. Δεν έχει πολύ κίνηση σήμερα και ακόμα και οι υπόλοιποι οδηγοί δείχνουν πιο χαλαροί και ευδιάθετοι. Στο γνωστό φανάρι καθυστερώ λίγο. Ανοίγω χαμογελώντας το παράθυρο στην κοπελιά που μοιράζει διαφημιστικά.
«Εναλλακτικές διακοπές. Ελάτε κοντά στην φύση μπλα,μπλα.» Στη μέση μια φωτογραφία. Ένα μικρό σπίτι στο δάσος, από μακριά ένα ποτάμι με αφρισμένα νερά, πουλιά που πετάνε.. Ετοιμάζομαι να το βάλω στη θήκη μαζί με τα υπόλοιπα , όταν κάτι τραβάει την προσοχή μου. Δίπλα στο ποτάμι στέκει όρθια μια γυμνή γυναίκα , που έχει τα μαλλιά της πλεγμένα με χρυσές κλωστές και χαμογελάει στον άντρα που ξαπλωμένος στο έδαφος, της τείνει το χέρι του..