Το κλειδί





Ο Νίκος κοίταξε με ικανοποίηση το αποτέλεσμα του κόπου του. Το παλιό σεκρετέρ , πάντα ξεκλείδωτο και σε κοινή θέα, δεν έδειχνε να έχει αλλάξει σε τίποτα. Χάιδεψε το μικρό χρυσό κλειδί βάζοντας το χέρι του μέσα στην τσέπη του παντελονιού του και χαμογέλασε.
Το μόνο που θα μπορούσε να προδώσει την ύπαρξη της κρυψώνας ήταν το κλειδί , που έδινε πρόσβαση σ’ αυτήν. Αλλά δεν σκόπευε να το κρατήσει επάνω του. Αν και καχύποπτος και επιφυλακτικός απέναντι στους ανθρώπους, είχε αποφασίσει να το εμπιστευτεί στα χέρια κάποιου άλλου, στα χέρια της γυναίκας που τον έκανε να σκεφτεί αυτό το τέχνασμα.
Έβγαλε το κλειδί από την τσέπη του κι άνοιξε το μικρό κρυφό συρτάρι του σεκρετέρ. Έβγαλε την χρυσή αλυσίδα με το μενταγιόν που είχε αγοράσει πριν από λίγες μέρες γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό και το ξανακλείδωσε προσεχτικά, βάζοντας στην συνέχεια μπροστά του το κανονικό συρτάρι που το έκρυβε.
Πέρασε το κλειδί στην αλυσίδα μαζί με το μενταγιόν και το έριξε μέσα στην τσέπη του ξανά. Ήταν πέρα από ένα κόσμημα κι ήξερε πως αυτή θα το καταλάβαινε. Θα της το έδινε το ίδιο κιόλας απόγευμα που θα την συναντούσε.
Ήταν ακόμα μεσημέρι και κοιτώντας το ρολόι ένιωσε την ανυπομονησία του να φουντώνει. Δεν θα την έβλεπε πριν περάσουν εφτά ώρες ακόμα , αλλά θα την συναντούσε ακόμα κι αν ερχόταν η συντέλεια του κόσμου. Το ρολόι τον κορόιδεψε κουνώντας αργά τους λεπτοδείκτες του.
Η Ζωή κοιτούσε το κινητό της κάθε δυο λεπτά ενώ η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή. Από το πρώτο τους ραντεβού μέχρι σήμερα δεν την εγκατέλειπε αυτή η ευδαιμονία σκεπασμένη με αυτήν την παράξενη αίσθηση , πως κάθε φορά θα ήταν η τελευταία. Δεν είχε λόγο να αμφισβητεί την αγάπη του, αλλά κάτι στον τρόπο που την κοιτούσε μερικές φορές την έκανε να φοβάται πως θα τον χάσει.
Το τηλέφωνο χτύπησε κι είδε τον αριθμό του στην οθόνη του κινητού και το όνομα που φώναζε στα όνειρά της. Φόρεσε βιαστικά το μπουφάν της, πήρε βιαστικά την τσάντα της , έβγαλε τα κλειδιά του αυτοκινήτου και σήκωσε το τηλέφωνο. «Σε δυο λεπτά θα είμαι στο γνωστό σημείο» του είπε πριν ακούσει την φωνή του. Τον άκουσε να γελάει και γέλασε χαρούμενη κι αυτή με μια ανακούφιση που δεν μπόρεσε να κρύψει.
Είδε τα φώτα του αυτοκινήτου να λάμπουν σαν πυγολαμπίδες στο σκοτάδι καθώς πλησίαζε προς το συμφωνημένο μέρος. Σταμάτησε δίπλα του και άνοιξε το παράθυρο. Χαμογέλασαν ζεσταίνοντας με τις ανάσες τους την απόσταση. Ξεκίνησε αυτός κι αυτήν τον ακολούθησε, όπως κάθε φορά. Σταμάτησαν λίγα μέτρα μετά. Κατέβηκε από το αυτοκίνητο και μπήκε στο δικό του αστράφτοντας από έρωτα και χαρά.
Ο Νίκος οδήγησε το αυτοκίνητο λίγα μέτρα πιο πέρα, χωρίς να αφήνει το χέρι της Ζωής όσο άλλαζε ταχύτητες και χωρίς να σταματά να την κοιτά κλεφτά και φανερά μέχρι που σταματήσανε στο γειτονικό δασάκι, το αγαπημένο τους μέρος. Πριν σβήσει καλά καλά η μηχανή, την είχε στην αγκαλιά του και βυθιζόταν στο φιλί που ζητούσε να σβήσει την μοναξιά τους.
Καθόταν αγκαλιά στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου όταν ο Νίκος έβγαλε αιφνιδιαστικά την αλυσίδα με το μικρό κλειδί από την τσέπη του και χωρίς να πει τίποτα της την κρέμασε στο λαιμό. Είδε το κλειδί να αστράφτει ανάμεσα στα στήθη της και βεβαιώθηκε ακόμα μια φορά για την επιλογή του πριν αρχίσει να της μιλάει.
«Αυτό το κλειδί ανοίγει το συρτάρι που έχω κρύψει ό,τι πιο πολύτιμο έχω στον κόσμο. Δεν είναι πολλά, αλλά όσα έχω είναι δικά σου» της είπε. «Σου εμπιστεύομαι το κλειδί και την καρδιά μου γιατί ξέρω πως θα τα κρατήσεις το ίδιο σφιχτά πάνω σου ό,τι κι αν συμβεί» συνέχισε χαιδεύοντας με τα ακροδάχτυλά του την απαλή επιδερμίδα που πάνω της αναπαυόταν το πολύτιμο κλειδί του.
Η Ζωή ένιωσε το χρυσό κλειδάκι να καίει την επιδερμίδα της, όπως και το χάδι του. Άπλωσε τα τρεμάμενα από την συγκίνηση χέρια της κι έπιασε το μικρό κλειδί με το ένα ενώ με το άλλο έφερε το χέρι του σταθερά πάνω στο μέρος της καρδιάς της. «Όσο χτυπάει αυτή η καρδιά που νιώθεις κάτω από την παλάμη σου, θα προστατεύω το κλειδί και την δική σου καρδιά. Θα περιμένω να μου ζητήσεις να ανοίξω το συρτάρι ή να στο επιστρέψω».
Λίγες μέρες μετά οδηγώντας βιαστικά για να τον συναντήσει ξανά, έγινε το μοιραίο. Έχασε, άγνωστο πως, τον έλεγχο του αυτοκινήτου κι έπεσε σ’ ένα χαντάκι. Τον πήρε τηλέφωνο μόλις κατόρθωσε να βγει. Πήγε στο νοσοκομείο για να ανακαλύψουν πως είχε πάθει μια ζημιά στον αυχένα που θα την ακολουθούσε για καιρό. Γυρίζοντας στο σπίτι της το ίδιο βράδυ, την ώρα που προσπαθούσε να βάλει το κολάρο που της σύστησαν οι γιατροί, ανακάλυψε έντρομη πως είχε χάσει το κλειδί.
Είχε προλάβει στο μεσοδιάστημα να εξερευνήσει το μυστικό συρτάρι και τους θησαυρούς που έκρυβε. Ήξερε, χωρίς να της το έχει πει, πως δεν είχε άλλο κλειδί. Η καρδιά της πόνεσε περισσότερο από τον αυχένα και το χτύπημα ήταν μεγαλύτερο από αυτό του ατυχήματος. Το είχε χάσει. Της το εμπιστεύτηκε κι αυτή το έχασε. Δεν ήξερε πώς να του το πει.
Μάζεψε όλο της το θάρρος και του τηλεφώνησε. «Το έχασα» το είπε «έχασα το κλειδί σου». Για αρκετή ώρα αυτός δεν μίλησε. Τελικά της αποκρίθηκε «δεν πειράζει, δεν φταις εσύ. Εγώ φταίω που σου το εμπιστεύτηκα». Το τηλέφωνο σίγησε κι η καρδιά της σταμάτησε.
Την επόμενη μέρα βρήκε μπροστά στο σπίτι της το παλιό σεκρετέρ. Το έβαλε μέσα βρίζοντας ενώ καταριόταν την αδυναμία που της έφερε το ατύχημα. Το έβαλε στο σαλόνι και τράβηξε προσεκτικά το συρτάρι που ήταν μπροστά από την κρυψώνα. Η μικρή κλειδαριά την έκανε να πονέσει αναπάντεχα. Έπρεπε να το βρει. Όσο καιρό κι αν έπαιρνε, όσο κι αν κόστιζε. Έπρεπε να το βρει.
Πέρασε ένας χρόνος. Η Ζωή κάθε μέρα σηκωνόταν κι κατέστρωνε ένα καινούριο σχέδιο δράσης. Κάθε μέρα έψαχνε σε όλο τον κόσμο, ρωτούσε, σύγκρινε, προσπαθούσε ασταμάτητα, αλλά κανένα κλειδί δεν ταίριαζε, κανένα κλειδί δεν μπορούσε να ανοίξει την κλειδαριά που της έδειχνε τι είχε χάσει.
Γυρίζοντας ένα βράδυ από τις άσκοπες περιπλανήσεις της, σκόνταψε λίγο πριν την είσοδο του σπιτιού της σ’ ένα μικρό αντικείμενο. Έσκυψε να το μαζέψει κι έμεινε να το κοιτάει χωρίς να πιστεύει στα μάτια της. Το περιβόητο κλειδί ήταν εκεί. Ήταν εκεί μπροστά στα μάτια της τόσο καιρό κι αυτή δεν το έβλεπε.
Το πήρε σπίτι , το καθάρισε, το γυάλισε και με τα χέρια της να τρέμουν το έβαλε στην κλειδαριά. Ταίριαζε τέλεια. Χωρίς να ανοίξει το συρτάρι , έψαξε ανυπόμονα στα παλιά της κοσμήματα να βρει μία αλυσίδα. Δεν του τηλεφώνησε. Θα πήγαινε την άλλη μέρα από το σπίτι του φορώντας το.
Δεν κοιμήθηκε όλο το βράδυ κι οι ώρες κυλούσαν αργά. Μόλις ξημέρωσε πήγε να τον βρει. Είχε σχεδόν συνηθίσει στα αδιάφορα βλέμματα και στην απαξιωτική συμπεριφορά του, αλλά ήταν σίγουρη πως όλα θα άλλαζαν όταν θα την έβλεπε σήμερα. Χτύπησε ανυπόμονα την πόρτα για άλλη μια φορά και βρέθηκε μπροστά του χαμογελώντας όταν αυτός την άνοιξε.
Την κοίταξε για αρκετή ώρα χωρίς να ξεκολλάει το βλέμμα του από το κλειδί. Κάθισε μπροστά στο καινούριο του γραφείο και χωρίς να μιλήσει έβγαλε από το συρτάρι ένα μικρό κλειδί, ίδιο μ’ αυτό που είχε περασμένο στην αλυσίδα στον λαιμό της. Το ακούμπησε πάνω στο γραφείο και την κοίταξε περιπαικτικά.
Η Ζωή ένιωσε να ζαρώνει και να μικραίνει. Το χαμόγελο έσβησε από τα χείλη της κι έμεινε να κοιτάει το μικρό χρυσό κλειδί χωρίς να καταλαβαίνει τι γίνεται. Ο σφυγμός της ανέβηκε όταν σκέφτηκε όλο αυτόν τον χρόνο που έψαχνε να βρει το κλειδί και πόσο της στοίχισε η απώλειά του. Λίγα λεπτά μετά είχε εξαφανιστεί αφήνοντας το κλειδί ακριβώς δίπλα στο κρυφό δίδυμό του.
Ο Νίκος γέλασε πικρά κοιτάζοντας τα δίδυμα κλειδιά. Είχε και τα δύο κλειδιά τελικά. Αλλά δεν είχε τι να ανοίξει. Έβαλε τα κλειδιά στην τσέπη του παντελονιού του και συνέχισε την δουλειά που έκανε πριν να εμφανιστεί η Ζωή.

Το όνειρο




«Τι ονειρεύεσαι;» την ρώτησε, ενώ ξεκουραζόταν στην αγκαλιά του μετά τον έρωτα.
«Συννεφιασμένο ουρανό, που μέσα από τα κενά του γκρίζου, το φως του ήλιου τρυπώνει δημιουργώντας φανταστικούς προβολείς προς την γη» του απάντησε γυρίζοντας το κεφάλι της για να αντικρύσει τα μάτια του.
«Και τι ονειρεύεσαι;» συνέχισε εκείνος το παιχνίδι που του είχε μάθει χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει.
«Έχουμε αφήσει το αυτοκίνητο κάπου πιο πέρα και περπατάμε με τα χέρια δεμένα μέχρι να φτάσουμε στο μικρό λιμανάκι. Με στηρίζεις και με προσέχεις καθώς περπατάμε κι εγώ σε ακολουθώ χωρίς να ρωτάω τίποτα. Είναι αρχές Απρίλη κι έχει ακόμα αρκετό κρύο, αλλά φτάνοντας βγάζεις το μπουφάν σου και το απλώνεις κάτω για να κάτσουμε. Κάθεσαι από πίσω μου και με τυλίγεις με πόδια και με χέρια κρατώντας με σφιχτά στην αγκαλιά σου καθώς νιώθεις το τρέμουλο του κορμιού μου».
«Και τι ονειρεύεσαι;» ρώτησε ξανά κοιτώντας την για πρώτη φορά από την ώρα που άρχισαν να μιλάνε.
«Νιώθω την ζεστασιά σου ακόμα και πάνω από την ζακέτα που δεν μ’ άφησες να βγάλω. Ακούω την καρδιά σου να χτυπά καθώς παραδίνομαι στην σιγουριά της αγκαλιάς σου. Στρέφω το κεφάλι μου προς τα σένα για να ανταμώσω τα χείλη σου. Ακουμπούν απαλά πάνω στα δικά μου. Ζεστά, υγρά, φιλήδονα χείλη που κάθε φορά στέλνουν θερμά κύματα σε όλο μου το κορμί. Νιώθω την άκρη από το μουστάκι σου να με τσιμπάει ελαφρά καθώς απομακρύνεις τα μαλλιά μου για να φιλήσεις τον λαιμό μου. Ανάμεσα στους μηρούς μου μια θάλασσα γεννιέται , εκεί απέναντι από την άλλη , που ακούμε τα κύματά της να σκάνε λίγα μέτρα μόλις από το σημείο που είμαστε εμείς. Το νιώθεις την ώρα που με γέρνεις στο πλάι σκεπάζοντάς με με το κορμί σου».
«Και τι ονειρεύομαι;» ρωτάει μόνη της καθώς αυτός έχει σιωπήσει και νιώθει στο τέντωμα του κορμιού του, την ασπίδα που σηκώνεται.
«Τα χέρια σου απομακρύνουν κάθε εμπόδιο για να μπεις στο κορμί μου που πάλλεται ζητώντας να ενωθεί με σένα. Μπαίνεις μέσα μου με την σιγουριά, την γνώση και την βεβαιότητα, πως σε περιμένω τόσο ανυπόμονα, πως σε θέλω τόσο παθιασμένα, πως θα βρεις την ζεστασιά που δίνεις. Με την οικειότητα των εραστών, που δεν θυμούνται πόσες φορές έχουν κάνει έρωτα, που έχουν χάσει το μέτρημα της ηδονής, με οδηγείς εκεί ψηλά, στην κορυφή του κύματος, εκεί που θα σ’ ανταμώσω χάνοντας τον εαυτό μου, συναντώντας το «εμείς» την στιγμή που θα χυθείς μέσα μου σαν ορμητικό ποτάμι. Σε κρατώ σφιχτά στην αγκαλιά μου μέχρι να εξαφανιστεί κι ο τελευταίος σπασμός, ρουφώντας μέχρι την ύστερη σταγόνα , γεμίζοντας ολόκληρη από σένα, απόλυτα δοσμένη στην υπέροχη αίσθηση να είμαι ξέχειλη από το ζωοδόχο υγρό, που παλεύει να φτάσει στην μήτρα μου».
«Και τι ονειρεύομαι;» συνεχίζει τον μονόλογο καθώς το βλέμμα του δεν ακουμπά πλέον πάνω της.
«Εκείνη την ώρα αρχίζει και βρέχει. Μια ζεστή ανοιξιάτικη βροχή, πυκνή και δυνατή. Ανασηκώνεις το κορμί σου και με κοιτάζεις στα μάτια ενώ η βροχή κυλά πάνω σου κι εγώ βλέπω τον ήλιο μέσα τους. Ακουμπάς στους αγκώνες σου και κρατάς το κεφάλι μου ανάμεσα στις παλάμες σου πριν σκύψεις να πιεις νερό από τα χείλη μου. Μπαίνεις ξανά μέσα μου ορμητικά , ενώ η βροχή μας μαστιγώνει. Με φέρνεις επάνω σου με μια κίνηση και βλέπεις το κορμί μου να γυαλίζει, τις ρώγες από τα πρησμένα στήθη μου τεντωμένες , καθώς ανεβοκατεβαίνω πάνω σου. Με πιάνεις από τους γοφούς που γλιστράνε στον άγγιγμα και μου δίνεις τον ρυθμό σου για να φτάσουμε ξανά, εκεί, στην άκρη του ουρανού. Η βροχή σταματάει ξαφνικά, έτσι ξαφνικά όπως άρχισε».
«Και τι ονειρεύομαι;» ρωτάει τον εαυτό της μια κι εκείνος δείχνει πλέον να μην ακούει ενώ κρατά τα μάτια του ερμητικά κλειστά.
«Μου ζητάς να ξαπλώσω και να κλείσω τα μάτια. Νιώθω κάτι απαλό να περνάει από τα χείλη μου και να διασχίζει το κορμί μου σταματώντας πάνω στην κοιλιά μου. Κάτι με τσιμπάει ελαφρά καθώς ακούω την φωνή σου να μου λέει να ανοίξω τα μάτια. Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο λάμπει σαν πολύτιμο πετράδι λίγο πιο κάτω από τον αφαλό μου.  Εσύ χαμογελάς καθώς σκύβεις και φιλάς την τρυφερή επιδερμίδα δίπλα του».
«Μην ονειρεύεσαι» της είπε ο Σταύρος ανοίγοντας τα μάτια. «Δεν μπορώ να σε ακολουθήσω σ’ αυτό το όνειρο, ούτε να το πιστέψω πια. Είναι πολύ αργά. Και για το όνειρο και για μας».
Η Βέρα σηκώθηκε από το κρεβάτι και στάθηκε όρθια μπροστά στο παράθυρο. Κοίταξε την κοιλιά της και την χάιδεψε προστατευτικά καθώς είδε τα σημάδια από τα αγκάθια κάτω από τον αφαλό της…

Το τσιρότο




Πώς φτάσαμε ως εδώ; Αναρωτήθηκε η Φιλομένη ενώ σκούπιζε τα δάκρυα που κυλούσαν χωρίς σταματημό από τα μάτια της. Τι ήταν πιο σημαντικό από την αγάπη; Τι ήταν πιο πολύτιμο από το όνειρο που άφησαν να φύγει μέσα από τα χέρια τους; Πόσο έπρεπε να πληρώσουν γι’ αυτόν τον έρωτα; Πόσο καιρό ακόμα θα άντεχε;
Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Δεν τολμούσε να γυρίσει να τον κοιτάξει για να μην δει το αδιάφορο βλέμμα του. Δεν τολμούσε να του μιλήσει γιατί ό,τι κι αν έλεγε δεν οδηγούσε παρά σε ατελείωτες παρεξηγήσεις. Δεν τολμούσε να τον αγγίξει γιατί φοβόταν μην απορρίψει το χάδι της. Δεν τολμούσε τίποτα πια.
Είχε εξαντλήσει κάθε τρόπο να τον πλησιάσει ξανά. Κι είχε εξαντληθεί. Δεν είχε δύναμη ούτε να αναπνεύσει. Η ανάσα της ήταν αυτός. Κι αυτός ήταν απών. Η απουσία του γινόταν πιο έντονα αισθητή όταν ήταν μαζί. Είχε μείνει μόνη.
Δεν είχε φοβηθεί ποτέ κανέναν στην μέχρι σήμερα ζωή της. Εδώ και λίγο καιρό όμως φοβόταν αυτόν, τον μέχρι χθες άντρα, σύντροφο, εραστή και φίλο της. Της είχε ζητήσει να ακουμπήσει επάνω του όλη της την ύπαρξη, να βρει στήριγμα και απάγκιο στην αγάπη του. Κι αυτή για πρώτη φορά στην ζωή της, άφησε τον εαυτό της έρμαιο στα χέρια και στην καρδιά του.
Πονούσε τόσο που χρειαζόταν να καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για να σηκωθεί από το κρεβάτι της το πρωί. Κι όταν τελικά τα κατάφερνε προσπαθούσε να οπλιστεί με αισιοδοξία, να σηκώσει την ασπίδα της αγάπης, να πάρει για ξίφος την ελπίδα και να χαράξει μια καινούρια μέρα γι’ αυτούς. Την έβγαζε εκτός μάχης όλο και πιο εύκολα, όλο και πιο γρήγορα.
Τον εμπιστευόταν απόλυτα και δεν αμφέβαλλε ποτέ για την δύναμη της αγάπης τους. Όσα κι αν είχαν γίνει μεταξύ τους δεν μπόρεσαν να το αλλάξουν αυτό. Δεν εμπιστευόταν όμως τον εαυτό της πια. Ο έρωτάς της είχε γίνει μια μαύρη τρύπα που ρουφούσε όλη της την ενέργεια και την άφηνε ξέπνοη να ψάχνει τρόπο να επιβιώσει στην καθημερινότητά της. Συχνά δεν τα κατάφερνε.
Χρόνια είλωτας του εφιάλτη και της αϋπνίας είχε βρει στην αγκαλιά του το φάρμακο που χρειαζόταν. Αυτό το φάρμακο έγινε φαρμάκι από εκείνην την πρώτη φορά, που την άφησε μόνη. Κι αυτή συνέχιζε να φαρμακώνεται έκτοτε χωρίς να μπορεί να βρει τον δρόμο της επιστροφής.
Άρχισε να πίνει. Στην αρχή λίγο για να χαλαρώσει, μετά λίγο περισσότερο για να κοιμηθεί, μετά ακόμα περισσότερο για να μην βλέπει εφιάλτες, μετά άσκοπα για να βγάλει την βραδιά. Η μοναξιά ήταν σκληρή πάντα, αλλά τώρα ήταν αβάσταχτη κι αυτός έδειχνε να το αγνοεί.
Είχε την πεποίθηση πως ότι κι αν συνέβαινε θα μπορούσαν να το συζητήσουν και να το λύσουνε μαζί. Είχε πολλά χρόνια που πίστευε πως τα ανείπωτα στοιχειώνουν μυαλό, καρδιά και ψυχή και διαγράφουν μονοκονδυλιά όσα έχουν γίνει ή ειπωθεί πριν. Και τώρα ανακάλυπτε έντρομη πως δεν μπορούσε να του μιλήσει.
Σαν όμηρος με το τσιρότο στο στόμα, αγωνιζόταν να αναπνεύσει και τα λόγια της χανόταν καθώς το μόνο που ακουγόταν ήταν άναρθρες κραυγές. Τον κοιτούσε προσπαθώντας να πει με τα μάτια όσα το φιμωμένο της στόμα δεν μπορούσε, αλλά αυτός δεν τα έβλεπε. Κι όταν τα έβλεπε δεν ήθελε να διαβάσει αυτά που του έλεγαν.
Τράβηξε δυνατά το τσιρότο από τα χείλη της προσπαθώντας να απελευθερώσει τις φυλακισμένες λέξεις, τις προτάσεις , τα συναισθήματα, την αγάπη . Το τράβηξε βίαια κι έμεινε για ώρα κοιτώντας το λερωμένο με αίμα αυτοκόλλητο.
Σήκωσε τα τρεμάμενα χέρια της στο πρόσωπό της ψηλαφώντας απαλά σαν τυφλός που ψάχνει να μάθει με την αφή καινούρια μονοπάτια. Ανατρίχιασε από την φρίκη επιβεβαιώνοντας με την αφή αυτό που η όραση της έδειχνε.
Πήρε το ματωμένο τσιρότο που πάνω του ήταν κολλημένα τα χείλη της στο ύστερο φιλί και το έβαλε στην τσάντα της. Έβγαλε το άχρηστο κραγιόν, ζωγράφισε μ' αυτό στον καθρέφτη του μπάνιου το φιλί που θα του έδινε, έγραψε τις λέξεις που θα του έλεγε και το πέταξε στο καλάθι των αχρήστων. Έφυγε προτού να ξημερώσει.

Ο μαγικός καθρέφτης




        Ο Στράτος γύρισε κουρασμένος στο άδειο σπίτι. Έβγαλε βιαστικά τα παπούτσια και τις κάλτσες του, τράβηξε με μια απότομη κίνηση το λεπτό φούτερ πετώντας το στην καρέκλα, αποδεσμεύτηκε με μια κίνηση από το τζιν παντελόνι αφήνοντάς το στο πάτωμα κι έμεινε με τα εσώρουχα.
Άνοιξε το ψυγείο ψάχνοντας κάτι να φάει. Είχε πάλι ξεχάσει να εφοδιαστεί με τα απαραίτητα κι αυτό από την μία τον έκανε να θυμώνει με τον εαυτό του και από την άλλη του δημιουργούσε ένα αίσθημα παραίτησης. Η βαριά μυρωδιά από τρόφιμα ξεχασμένα του χτύπησε την μύτη και τον έκανε να το κλείσει βιαστικά, αφού έβγαλε πρώτα μία παγωμένη μπύρα.
Έψαξε στα ράφια να βρει κάτι φαγώσιμο , κάποια ξεχασμένη κονσέρβα, κάποιο από τα εύκολα έτοιμα φαγητά, αλλά δεν βρήκε τίποτα. Σήκωσε το κινητό του για να παραγγείλει κάτι απ’ έξω όταν διαπίστωσε πως είχε τελειώσει η μπαταρία του. Βλαστήμησε μέσα από τα δόντια του κι ετοιμάστηκε να το βάλει να φορτίσει , όταν άξαφνα το φως έσβησε.
«Ωραία, πιάσαμε πάτο» μούγκρισε ενώ έψαχνε στα τυφλά τον αναπτήρα του. Άνοιξε το ντουλάπι κι έβγαλε ένα κερί. Το άναψε με τον αναπτήρα κι άναψε μ’ αυτό το τσιγάρο που κρεμόταν εδώ και λίγη ώρα στα χείλη του. «Κομμένη η επικοινωνία με τον έξω κόσμο» σκέφτηκε «και με τον μέσα» άκουσε μια φωνή να μουρμουρίζει, την δική του βραχνή από τα τσιγάρα φωνή.
Στάθηκε για μια στιγμή αναποφάσιστος μπροστά στην ντουλάπα . Θα έπρεπα να ντυθεί και να βγει έξω. Να μην μείνει μόνος. Η μοναξιά είναι κακός σύμβουλος όταν σε τυλίγει το φως των κεριών. Δεν είχε όμως νόημα να πάει κάπου έξω. Κι εκεί φυλακισμένος στο ίδιο κλουβί θα ήταν, στο κλουβί που μόνος άνοιξε την πόρτα για να μπει πιστεύοντας πως θα έμπαινε στον Παράδεισο.
Πήρε το κερί και στάθηκε μπροστά στον παλιό καθρέφτη. Τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει και το γκρίζο τους ταίριαζε με την διάθεσή του κι αυτήν την παραίτηση στα χείλη και στα μάτια. Πολεμούσε για να αναπνεύσει κι αυτή η μάχη τον εξαντλούσε. Τράβηξε μια μεγάλη τζούρα από το τσιγάρο και καθώς πήγε να το τραβήξει με το αριστερό του χέρι κόλλησε στα χείλη του κι έπεσε κάτω. Το παρατήρησε για λίγο να αργοσβήνει χωρίς να έχει την δύναμη ούτε να θυμώσει , όταν με την άκρη του ματιού του έπιασε μια κίνηση στον καθρέφτη.
Σήκωσε τα μάτια του και έκπληκτος είδε αντί για το είδωλό του μια γυναίκα. Ακούμπησε δίπλα του το κερί και κοίταξε ξανά κλεφτά σίγουρος πως είχε παραισθήσεις από την κούραση, την πείνα και τον ατελείωτο εκνευρισμό. Η γυναίκα ήταν ακόμα εκεί με κι άπλωνε το χέρι της προς το μέρος του χαμογελώντας τρυφερά. Έκανε ένα βήμα πίσω κι είδε το χαμόγελο της να μεγαλώνει.
Κάτι ξεχασμένο ξύπνησε μέσα του στην θέα αυτού του χαμόγελου. Κάτι που είχε θάψει μαζί μ’ εκείνη την πλευρά του εαυτού του που πίστευε πως είχε χάσει για πάντα κι ήταν η αιτία που συμβιβάστηκε. Συμβιβάστηκε γιατί δεν πίστευε πως μπορούσε να αλλάξει ούτε καν τον ίδιο του τον εαυτό. Κοίταξε ξανά την γυναίκα στον καθρέφτη και θυμήθηκε.
Άξαφνα άναψαν όλα τα φώτα κι η μουσική από το ράδιο που έπαιζε στη διαπασών το «Wonderful tonight” του Clapton , αντί να τον συνεφέρει τον γύρισε πίσω. Τότε που έπαιζε μουσική. Τότε που έγραφε μουσική. Τότε που ήξερε να εκφράζει τα συναισθήματά του. Τότε που δεν ήταν γρανάζι αλλά μηχανή στον τροχό του χρόνου. Βρήκε την ξεχασμένη κιθάρα του και την πήρε στην αγκαλιά του τρυφερά κοιτώντας τον καθρέφτη , που δεν έδειχνε τίποτα άλλο πια, παρά το είδωλό του.
Τα δάχτυλα, ο καρπός, το χέρι του μέχρι επάνω στον ώμο πιάστηκαν σχετικά σύντομα, αλλά αυτός συνέχισε να παίζει μέχρι που η θύμηση με το σήμερα έγιναν ένα. Ήταν καλός. Όπως σε οτιδήποτε αφιέρωνε τον εαυτό του ή έστω ένα μέρος του. Το ήξερε και τότε και τώρα. Τώρα όμως δεν υπήρχε κάτι ή κάποιος να τον ενθαρρύνει, να τον κάνει να νιώθει μοναδικός, όπως τότε.
Ξύπνησε περίεργα ορεξάτος και κεφάτος το άλλο πρωινό. Του άρεσε η δουλειά του αν και εδώ και καιρό δεν αντιμετώπιζε προκλήσεις τέτοιες , που να τον κάνουν να αισθάνεται πως πραγματικά κάνει κάτι αξιόλογο . Αυτό ίσως ήταν που τον έκανε να αισθάνεται ημιτελής. Αυτό καθώς και όλα τα όνειρα που άφησε στην μέση, την μουσική, τον έρωτα, ακόμα και τον γάμο του.
Έφυγε για το πρώτο ραντεβού της ημέρας με μια αίσθηση παραίτησης κι αδιαφορίας. Ήξερε εκ των προτέρων πως θα εξελισσόταν. Ήξερε τις απαιτήσεις του πελάτη, ήξερε τον χρόνο αποκατάστασης, ήξερε τον χρόνο που θα ξόδευε για να δικαιολογήσει το συμβόλαιο που είχε με την εταιρεία που δούλευε. Όλα ήταν προκαθορισμένα. Μέχρι που έφτασε εκεί.
Την είχε δει πολλές φορές μέχρι εκείνη την μέρα, αλλά τίποτα δεν τον είχε προετοιμάσει για την έκπληξη. Την αναγνώρισε όχι όταν τον κοίταξε, ούτε όταν του χαμογέλασε , αλλά από μια στιγμή που έκλεψε απ’ αυτήν, την στιγμή που αντίκριζε τον καθρέφτη του χρόνου τεντώνοντας το κορμί της νωχελικά για να διώξει την ένταση της ημέρας. Τότε την είδε πραγματικά για πρώτη φορά. Εκείνη την στιγμή κατάλαβε πως είναι η γυναίκα του καθρέφτη.
Λίγους μήνες μετά οι συναντήσεις μέσω του καθρέφτη έγιναν πιο τακτικές, όλο και πιο τακτικές κι αυτό του δημιούργησε μια ανάγκη που δεν ήξερε πως υπήρχε. Την ανάγκη να γυρίσει πίσω τον χρόνο και να βρει τον χαμένο του εαυτό, την ανάγκη να εκφράσει τα συναισθήματά του και να εκφραστεί μέσω αυτών, την ανάγκη να είναι ο άντρας που ονειρεύτηκε να είναι.
Δεν σκόπευε να της μιλήσει για όσα αισθανόταν γι’ αυτήν. Ούτε έλπιζε πως ο καθρέφτης θα είχε κάτι να του δείξει εκτός από την απόρριψη του ονείρου. Εκείνο το βράδυ όμως, κάτι τον έσπρωξε να βγει από το καβούκι του, να αφήσει τους ενδοιασμούς και τις φοβίες και να της πει πως την αγαπάει. Δεν περίμενε τίποτα εκτός από το να χάσει ακόμα κι εκείνες τις κλεμμένες στιγμές που έβλεπε τον εαυτό του στα μάτια της.
Η εξέλιξη ήταν μαγευτική και αναπάντεχη. Σαν πραγματικό είδωλο του ίδιου, του επέστρεψε όλο το πάθος, την αγάπη, τον έρωτα , τα κλειδωμένα συναισθήματα , επεκτείνοντας και εντείνοντας την αίσθηση πως το άλλο του μισό ήταν εκεί, απέναντι στο μαγικό καθρέφτη ,απέναντι σ’ αυτό το χαμόγελο, απέναντι στην κρυμμένη ομορφιά της ψυχής του.
Μετά από πολλά χρόνια, άφησε τον εαυτό του ελεύθερο και αφέθηκε χωρίς αλεξίπτωτο, χωρίς πυξίδα, χωρίς προφυλάξεις σ’ αυτόν τον έρωτα που του έδειχνε πως δεν είναι μόνος, πως αυτό που ονειρευόταν υπήρχε, πως αυτό που περίμενε δεν ήταν ουτοπία. Σαν πρωτόβγαλτος ναυτικός, μαγεύτηκε από την απύθμενη και απέραντη θάλασσα των αισθήσεων και των παραισθήσεων που προκαλεί η παρατεταμένη επαφή με το ταξίδι στο απέραντο γαλάζιο, εκεί που δεν ξεχωρίζεις αν είναι ο ουρανός ή η θάλασσα που διαγράφει τον ορίζοντα του μέλλοντος.
Αν δεν ήταν τόσο ρασιοναλιστής, θα πίστευε πως του είχαν κάνει μάγια. Αν δεν ήταν τόσο ρεαλιστής , θα πίστευε πως ζούσε στο όνειρο. Αν δεν είχε τόσα αγκάθια αυτός ο έρωτας, θα πίστευε πως το κόκκινο τριαντάφυλλο που της έδωσε θα έφτανε για να προδιαγράψει ένα αύριο γεμάτο ροδοπέταλα. Όμως δεν ήταν τίποτα από όλα αυτά, δεν μπόρεσε να γίνει ακόμα κι όταν θέλησε να ξεχάσει ποιος ήταν και γιατί. Η αμφιβολία ήταν πιο δυνατή από την πίστη.
Πέρασε πολλά βράδια κοιτώντας, ερευνώντας, αναλύοντας κάθε εικόνα που περνούσε μπροστά του στον μαγικό καθρέφτη. Κάθε φορά που σήκωνε το κερί για να την δει απέναντι του ανακάλυπτε και κάποια ατέλεια στο χαμογελαστό είδωλο. Και κάθε φορά θύμωνε με τον εαυτό του που έψαχνε για ψεγάδια, όσο και με την γυναίκα που δεν τα έκρυβε ,αλλά αντιθέτως τα τόνιζε φέρνοντας τα πιο κοντά στο φως.
Τον πονούσε και τον διέλυε αυτή η διαδικασία όσο και την γυναίκα , που μέρα με την μέρα έβλεπε να χάνει το χαμόγελο και τα άστρα των ματιών της. Κάτι μέσα του αντιστεκόταν στο παραμύθι με το αίσιο τέλος, στο δικό τους παραμύθι που θα τους έφερνε μαζί, όχι απέναντι , αλλά δίπλα τον έναν στον άλλο. Ένας αντικατοπτρισμός δεν μπορεί να γίνει ποτέ πραγματικότητα σκεφτόταν και ο καθρέφτης δείχνει τα πράγματα αντεστραμμένα, τόσο τα καλά όσο και τα κακά.
Άπλωσε τα χέρια του να την αγγίξει και την είδε να κάνει το ίδιο από την άλλη πλευρά. Τα χέρια τους ενώθηκαν εικονικά, πάνω στον κρύο καθρέφτη, τον μέχρι τότε παράθυρο στον έρωτα, το σύνορο της επαφής τους και τώρα το εμπόδιο ανάμεσά τους. Ήθελε την ζεστασιά της αλλά εισέπραττε μόνο την παγωνιά της απόστασης. Χτύπησε θυμωμένος τις γροθιές του στον καθρέφτη.
Θα καταλάβαινε την ρωγμή ακόμα κι αν δεν την έβλεπε, ακόμα κι αν δεν αντίκριζε το αίμα να κυλάει από τα δάχτυλά του, θα την καταλάβαινε και με κλειστά τα μάτια από τον πόνο που ένιωσε να τον κόβει στα δύο. Πήγε παραπατώντας μέχρι το κρεβάτι και ξάπλωσε προσπαθώντας να ηρεμίσει, να κοιμηθεί, να ξαποστάσει. Έπρεπε να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις του πριν την αντικρίσει ξανά.
Λίγη ώρα αργότερα στάθηκε γυμνός μπροστά στον καθρέφτη, έτοιμος να αντιμετωπίσει αυτήν και τον εαυτό του, αποφασισμένος να τελειώνει με αυτό το παιχνίδι παραλόγου μια κι έξω. Όταν στάθηκε απέναντί της κι είδε τα δάκρυα που κυλούσαν από τα μάτια της ενώ προσπαθούσε να του χαμογελάει ένιωσε έναν τρελό θυμό μέσα του που δεν μπόρεσε να ελέγξει.
«Γιατί άργησες τόσο να έρθεις;» την ρώτησε. «Πόσους πριν από μένα περίμενες με το ίδιο κερί, με το ίδιο χαμόγελο, για πόσους έγινες ο καθρέφτης τους;». Την είδε να κρατά την ανάσα της πριν τον πλησιάσει, ενώ τα μαύρα μάτια της έλαμπαν από τα δάκρυα και τον έρωτα, το φως που τον τράβηξε κοντά της.
«Για σένα θέλησα να περάσω από την άλλη πλευρά, να μην είμαι όνειρο της νύχτας, να μην είμαι είδωλο, να είμαι πραγματική. Για σένα κρατώ αναμμένο το κερί εδώ και χρόνια, για σένα αγάπη μου θα είμαι εδώ, μέχρι να φέρεις δίπλα σου μέχρι να με κάνεις γυναίκα σου» του απάντησε και κόλλησε τα χείλη της πάνω στην ρωγμή απλώνοντας ταυτόχρονα και τα δυο χέρια προς το μέρος του.
Ο Στράτος άπλωσε τα δικά του και την τράβηξε δυνατά προς το μέρος του , ενώ θραύσματα του καθρέφτη έπεφταν γύρω τους. Βρέθηκε στην αγκαλιά του κι ο χρόνος σταμάτησε εκεί, σ’ εκείνη την στιγμή που βυθίστηκε στα μάτια της και ένιωσε το κορμί της να τρέμει κάτω από τα χέρια του.
Ξύπνησε νιώθοντας ένα κενό που ολοένα μεγάλωνε και μια αγωνία, που δεν ήξερε τι την προκαλούσε. Κοίταξε το άδειο μαξιλάρι δίπλα του και καταράστηκε τα όνειρα και την πίκρα του πρωινού. Είδε τα αίματα που ξεκινούσαν από το κρεβάτι του και οδηγούσαν μέχρι τον σπασμένο καθρέφτη.
Άπλωσε το χέρι του και φόρεσε τα γυαλιά του μια κίνηση μηχανική, που του έδινε τον χρόνο να σκεφτεί λογικά πριν σηκωθεί. Πήγε ξυπόλυτος μέχρι τον σπασμένο καθρέφτη, προσέχοντας να μην πατήσει πάνω στα κομμάτια που γυάλιζαν γύρω του, στέλνοντας κομμένες εικόνες και κλεμμένο φως παντού στο δωμάτιο.
Στάθηκε λίγη ώρα παρατηρώντας τα μέρη που παραμορφωμένα αντικαθρεφτιζόταν σ’ ότι είχε απομείνει από τον παλιό καθρέφτη. Το αριστερό του μάτι με το σημαδάκι, το χέρι με τα ματωμένα δάχτυλα, τα χείλη του που μόρφαζαν, το λιωμένο κερί.
Φόρεσε τις παντόφλες του και μάζεψε με προσοχή τα σπασμένα κομμάτια. Έβαλε την ηλεκτρική σκούπα και εξαφάνισε τα θρύψαλα που είχαν απομείνει. Πήρε τον καθρέφτη στα χέρια του και μεθοδικά ξεκόλλησε τα κομμάτια που είχαν απομείνει πάνω του, μέχρι που έμεινε μόνο το ξύλο με την κόλλα να γυαλίζει ακόμα επάνω του σαν ξεχασμένη διαδρομή.
Όταν την πρωτοείδε στον καθρέφτη πίστεψε πως αν ποτέ σπάσει ο καθρέφτης, θα έχει την υπομονή να τον κολλήσει φτιάχνοντάς τον από την αρχή. Πίστευε πως θα τον έκανε καλύτερο από πρώτα, μόνο και μόνο για να βλέπει αυτήν όταν ξυπνάει. Τώρα συνειδητοποιούσε πως θα ήταν άχρηστος. Δεν θα έβλεπε παρά κομμάτια που θα τον έκαναν να θυμάται πως ήταν κάποτε.
Έκλεισε σφιχτά την σακούλα με τα σπασμένα κομμάτια, βάζοντας μαζί και το λιωμένο κερί. Ήξερε πως δεν θα τον καταλάβαινε, αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Ντύθηκε σε λίγα λεπτά, πήρε την σακούλα και κλείδωσε την πόρτα πίσω του. Πέταξε τα σκουπίδια κατεβαίνοντας και πήγε προς το αμάξι του.
Είδε το σημείωμα στην πόρτα του οδηγού και χωρίς να το διαβάσει το δίπλωσε και το έβαλε στην τσέπη του. Ήξερε τι έγραφε. Ήταν σίγουρος πως θα ερχόταν να τον βρει την ίδια κιόλας μέρα. Αλλά γι’ αυτόν το σήμερα ήταν πολύ αργά. Ο μαγικός καθρέφτης δεν υπήρχε πια.

Απολιθωμένος έρωτας



    Κάτι δεν πήγαινε καλά. Δεν χρειαζόταν να είναι ειδικός για να το καταλάβει. Κάθε μέρα κάτι άλλαζε ανεπαίσθητα , αλλά το αποτέλεσμα μετά από όλους αυτούς τους μήνες ήταν εμφανές.
Πλησίασε στον καθρέφτη και κοίταξε εξονυχιστικά το είδωλό της στον καθρέφτη. Το χρώμα της επιδερμίδας της είχε αρχίσει να γκριζάρει. Τα μαλλιά της το ίδιο. Τα μάτια της ξεθώριαζαν και η δυσκαμψία που ένιωθε στα μέλη της είχε αρχίσει να γίνει αισθητή ακόμα και στον τρόπο που στεκόταν. Ανοιγόκλεισε τα μάτια με δυσκολία προσπαθώντας να διώξει την εφιαλτική εικόνα αυτής της γυναίκας, που μέχρι πρόσφατα ήταν τόσο γεμάτη από ζωή.
Είχαν περάσει αρκετά χρόνια από τότε που η Φρύνη ένιωσε τον πάγο να απλώνεται από την καρδιά της σε όλο της το κορμί. Είχαν περάσει αρκετά χρόνια που οι αισθήσεις της υπολειτουργούσαν. Εκείνον τον μαγικό Νοέμβρη που ξεκίνησαν όλα δεν περίμενε τίποτα από την ζωή της. Τον Φεβρουάριο δάγκωνε το μήλο των ξωτικών για δυο μήνες ευτυχίας. Τον Απρίλη της ίδιας χρονιάς δάγκωνε την καρδιά της. Τον Μάιο πούλησε την ψυχή της γι’ αντάλλαγμα την γεύση του μαγεμένου μήλου. Τον Ιούνη το κορμί της γι’ αντάλλαγμα την ζωή. Τον Ιούλιο έψαχνε το ρόδο της Ιεριχούς. Τον Αύγουστο πίστεψε πως το είχε βρει. Τον Σεπτέμβρη κατάλαβε πως το μόνο που έμεινε από το όνειρο ήταν το πλατανόφυλλο που την επέλεξε.

Τότε βίωσε για πρώτη φορά αυτό που θα την ακολουθούσε για όλη της την ζωή. Το πάγωμα του χρόνου, του κορμιού, της καρδιάς, της ψυχής. Ξεκίνησε τόσο ανεπαίσθητα που δεν το κατάλαβε στην αρχή. Ένα ελαφρύ ρίγος όπως όταν ξαφνικά πέφτει επάνω σου μια κρύα σταγόνα νερού το καλοκαίρι. Στην συνέχεια κάτι σαν στιγμιαίο μούδιασμα μετά από παρατεταμένη ακινησία με τα γνωστά επώδυνα τσιμπήματα μετά. Μετά απλά το κενό. Σήμερα δεν μπορούσε να κουνηθεί. Επιτέλους.

Η Κατερίνα ξύπνησε με τα μάτια πρησμένα και με μια αίσθηση απώλειας που ήξερε πως δεν θα την εγκατέλειπε ποτέ. Σηκώθηκε αμέσως από το κρεβάτι αν και θα ήθελε να κάτσει να χουζουρέψει δίπλα στον άντρα που μοιραζόταν εδώ και καιρό το κρεβάτι και την ζωή της. Υπήρχαν πράγματα που δεν ήξερε αν μπορούσε να μοιραστεί ούτε μαζί του και δεν ήταν σίγουρη αν θα το ήθελε . Είχαν κηδέψει την μητέρα της την προηγούμενη μέρα κι έπρεπε να εκτελέσει την τελευταία της επιθυμία. Και να πάρει τις απαντήσεις που περίμενε τόσα χρόνια.
Ο Περικλής κοίταξε το τηλέφωνο που χτυπούσε με περιέργεια. Ο αριθμός ήταν άγνωστος, αλλά κάτι του θύμιζε. Ήταν σχετικά νωρίς το πρωί κι ακόμα δεν είχε σηκωθεί. Η γυναίκα δίπλα του κοιμόταν ακόμα και μην θέλοντας να την ανησυχήσει σηκώθηκε παίρνοντας το τηλέφωνο και πήγε στην κουζίνα. Όταν άκουσε την φωνή της Κατερίνας και του εξήγησε ποια είναι και για ποιο λόγο τον καλεί , ένιωσε πως αυτό το είχε ξαναζήσει. Ο γλυκός εφιάλτης της ζωής του.

Βρεθήκανε στην είσοδο του νεκροταφείου. Κοιταχτήκανε με επιφύλαξη μέχρι την στιγμή που η Κατερίνα του χαμογέλασε κι είπε ερωτηματικά «Περικλάκη, εσύ είσαι;». Ο Περικλής χαμογέλασε αυθόρμητα, αυτό το περίεργο δικό του χαμόγελο που τον έκανε να λάμπει από μέσα. Είχαν περάσει είκοσι χρόνια από την τελευταία φορά που είχαν ειδωθεί. Η μικρή ατίθαση μικρή, που έκοβε τα σύμφωνα είχε γίνει μια όμορφη γυναίκα, που το παιχνιδιάρικο χαμόγελό της θύμιζε την μητέρα της τόσο πολύ, που ο Περικλής για μια στιγμή γύρισε χρόνια πίσω. «Πάμε;» την ρώτησε χωρίς να φανερώσει τίποτα από όσα ένιωσε. «Πάμε» του απάντησε και του άπλωσε το χέρι της.

Περπάτησαν χωρίς να μιλάνε μέχρι που φτάσανε στον φρεσκοσκαμμένο τάφο. Λες και το έκαναν χρόνια μαζί, πέταξαν τα ξεραμένα λουλούδια, άναψαν το καντήλι και το θυμιατό και κάθισαν για λίγα λεπτά σιωπηλοί βλέποντας το γκρίζο άγαλμα που είχε ζητήσει η Φρύνη να της σκεπάσει τον τάφο. Ένα άγαλμα που της έμοιαζε, που θύμιζε το πώς ήταν πριν χάσει το χρώμα και την γεύση της. Φυσούσε εκείνη την μέρα κι ανάμεσα στα χέρια του αγάλματος είχαν μαζευτεί αρκετά ξεραμένα φύλλα. Η Κατερίνα έβγαλε ένα μικρό κουτί από την τσάντα της κι έναν κλειστό φάκελο και τα έδωσε στον Περικλή. Αυτός τα έβαλε στην τσέπη του χωρίς να τα ανοίξει και χωρίς να σχολιάσει.

«Ξέρεις τι μου άφησε κληρονομιά» του είπε η Κατερίνα. «Την αλληλογραφία σας εκείνο τον χρόνο. Μου είπε πως θα καταλάβω όσα δεν μπόρεσε να μου πει». Το χαμόγελο χάθηκε από το πρόσωπό της και τα χείλη της έγιναν μια λεπτή γραμμή. «Την ρωτούσα για χρόνια γιατί δεν ξανάφτιαξε την ζωή της. Γιατί παραιτήθηκε τόσο νωρίς από το δικαίωμα να είναι ευτυχισμένη.
Κι αυτή μόνο χαμογελούσε και μου έλεγε πως δεν ήταν παραίτηση, αλλά υπομονή. Πως περίμενε. Κάθε Χριστούγεννα κοιμόταν κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο γεμάτη προσμονή, μ’ ένα πεισματάτικο χαμόγελο στα χείλη. Το ξεστήναμε κάθε χρόνο στις 14 Φεβρουαρίου και τότε έμπαινε πάλι σ’ αυτό που ίδια ονόμαζε κρύπτη της- στην απάθεια και στην αδιαφορία. Για να ξεκινήσει ξανά τον ίδιο κύκλο στις 3 Νοέμβρη».

Γύρισε και κοίταξε τον Περικλή και συνέχισε καθώς ο ίδιος δεν έλεγε τίποτα. «Ναι, τώρα ξέρω το γιατί. Κι ίσως την καταλαβαίνω. Δεν μπορώ να δικαιολογήσω τις αποφάσεις της, αλλά καταλαβαίνω το γιατί κι αυτό είναι κάτι. Θα ήθελα να ήταν αλλιώς. Ίσως έλπιζα πως θα ήταν αλλιώς, ίσως μου μετάδωσε την ηλίθια αισιοδοξία της. Και περίμενα πως κάτι θα έχεις να μου πεις». Καθώς ο Περικλής συνέχισε να σωπαίνει η Κατερίνα σηκώθηκε, τίναξε τα χέρια της από το χώμα κι έφυγε χωρίς να τον χαιρετήσει.

Αυτός έμεινε λίγη ώρα ακόμα ακίνητος. Κοίταξε τον σφραγισμένο φάκελο που έγραφε το όνομα του για λίγη ώρα, πήγε να τον ανοίξει, κοντοστάθηκε και τον δίπλωσε προσεχτικά, ξανά και ξανά, μέχρι που έγινε όσο ένα δάχτυλο. Το έβαλε προσεχτικά μέσα στο φρεσκοσκαμμένο χώμα μέχρι που δεν φαινόταν πια. Άνοιξε το μικρό κουτί, ξέροντας εκ των προτέρων τι θα βρει μέσα. Το δαχτυλίδι με την γαλάζια πέτρα, που είχε φορέσει στο χέρι της εκείνo το απόγευμα του Δεκέμβρη, το ξεραμένο πλατανόφυλλο και την μικρή κλεψύδρα. Χαμογέλασε μετά από ώρα κι έβγαλε από την τσέπη του ένα κιτρινισμένο χαρτάκι , ένα μικρό χριστουγεννιάτικο δέντρο και μια κόκκινη κορδέλα. Τα πρόσθεσε στο κουτί και το έκλεισε.

Εκείνη την στιγμή άρχισε να βρέχει. Έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια του χωρίς να αποφύγει τις στάλες τις βροχής που έπεφταν πάνω του και χωρίς να προφυλαχτεί. Είδε την εικόνα της Φρύνης, έτσι όπως την είχε ονειρευτεί τότε , να χορεύει με το ανυπόταχτο χαμόγελο στα χείλη, για να αντικρύσει αυτόν κάτω από το υπόστεγο να την περιμένει με την αγκαλιά και την καρδιά του ανοιχτή. Είδε μέσα σε δυο λεπτά όσα είχαν κι όσα έχασαν. Έχωσε το κουτάκι στο βρεγμένο χώμα κι έφυγε βιαστικά.
    Γύρισε μετά από λίγη ώρα. Η βροχή δεν είχε κοπάσει ακόμα , αλλά δεν της έδινε καμία σημασία. Έσκυψε πάνω από το γκρίζο άγαλμα που τόσο τον πόνεσε μόλις το πρωτοείδε και που γυάλιζε από τις στάλες της βροχής. Κοίταξε τα μουσκεμένα φύλλα και θυμήθηκε την μέρα στον ονειρότοπο. Έσκυψε και απόθεσε ανάμεσα στα πέτρινα δάχτυλα ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο. Η βροχή και τα δάκρυα δεν τον άφησαν να δει τα δάχτυλα που τυλίχτηκαν γύρω του.         

Το ρολόι



Η Χρυσάνθη άκουσε το ξυπνητήρι να χτυπά και χωρίς να ανοίξει τα μάτια της άπλωσε το χέρι της κι έπιασε το ρολόι. Το έβαλε κάτω από την κουβέρτα και στα τυφλά το έκλεισε. Το έφερε δίπλα στο μαξιλάρι της κι άκουγε το ρυθμικό ήχο των δευτερολέπτων να χτυπάει μαζί με την καρδιά της. «Τικ-τακ» είπε το ρολόι , «τικ-τακ» απάντησε η καρδιά και συγχρονίστηκαν. Τράβηξε την κουβέρτα πάνω από το κεφάλι της και κουλουριάστηκε χώνοντας το ρολόι και την καρδιά της κάτω από το μαξιλάρι.

Είχε κοιμηθεί στις πέντε κι ήταν μόλις επτά και μισή. Το είχε βάλει μηχανικά όπως κάθε βράδυ ξεχνώντας πως ξημέρωνε Σάββατο. Δεν δούλευε, αλλά η συνήθεια ετών την έκανε να στριφογυρίσει στο κρεβάτι χωρίς να μπορεί να ξανακοιμηθεί. Πεισματικά κράτησε τα μάτια της κλειστά και κάλεσε το όνειρο. Το μόνο που είδε με τα μάτια της ψυχής της όμως, ήταν το ρολόι.
Σηκώθηκε αναστατωμένη και σκουντουφλώντας πήγε στο μπάνιο. Ενώ έπλενε το πρόσωπό της άκουσε το κελάηδημα. Γύρισε ξαφνιασμένη κοιτώντας έξω από το μικρό παράθυρο, αλλά δεν είδε τίποτα. Σκουπίστηκε στα γρήγορα και αποφάσισε να βρει την πηγή της περίεργης μελωδίας.
Βγήκε στο μπαλκόνι και κοίταξε γύρω της ερευνητικά έχοντας τα αυτιά της τεντωμένα προσπαθώντας να εντοπίσει από πού ερχόταν. Το κελάηδημα ακουγόταν πιο αχνά τώρα, πράγμα που την έκανε να συνειδητοποιήσει ξαφνιασμένη, πως προερχόταν μέσα από το σπίτι κι όχι απ' έξω. Αυτή όμως, δεν είχε κάποιο πουλί στο σπίτι.
Πάντα απεχθανόταν τα κλουβιά κι όλων των ειδών τις φυλακές. Είχε πάντα τον τρόπο να δραπετεύει σχεδόν από όλα περιόριζαν την ψυχή της, ακόμα και από τον χρόνο. Χουντίνι των  δευτερολέπτων την φώναζε μια φίλη της καθώς κατάφερνε να επεκτείνει μαγικά το 24ωρο και να χωρέσει μέσα του όσα ονειρευόταν.
Η μαγική της κλεψύδρα όμως είχε σπάσει εδώ και καιρό κι ένιωθε πως παρά την μάχη που έδινε κάθε μέρα οι τοίχοι στένευαν και ο χρόνος συρρικνωνόταν επικίνδυνα. Μπήκε μέσα στο σπίτι και έψαξε νευρικά το κινητό της. Κοίταξε την ώρα- ήταν οκτώ κι αυτή ένιωθε πως είχε περάσει το μισό της πρωινό ψάχνοντας το κλειδί για να βγει από την φυλακή της υπενθύμισης.
Πήγε στην κρεβατοκάμαρα κι άνοιξε την ντουλάπα. Κοίταξε το μακρύ άσπρο φόρεμα και με μια ξαφνική παρόρμηση το φόρεσε. Την στένευε λίγο, είχε περάσει σχεδόν ένας χρόνος από τότε που το είχε αγοράσει και στο ενδιάμεσο είχε βάλει μερικά κιλά, αποτέλεσμα της ανεξέλεγκτης βουλιμίας, σημάδι ότι ήταν στεναχωρημένη. Απορούσε που χωρούσε ακόμα.
Χάιδεψε το απαλό ύφασμα στρώνοντας το στο κορμί της ξεκινώντας από το στήθος μέχρι την τονισμένη μέση. Πέρασε σαν χάδι τα χέρια της από την φαρδιά φούστα που άνοιγε φτάνοντας μέχρι τους αστραγάλους της κι έμεινε εκεί ακίνητη με τα χέρια χωμένα στο μετάξι. «Τικ-τακ» φώναξε η καρδιά της δυνατά, «τικ-τακ» απάντησε το ρολόι αχνά κάτω από το μαξιλάρι.
Της είχε πει πως θα την περιμένει όσα χρόνια κι αν περάσουν στο ρολόι της καρδιάς, στο ρολόι του χρόνου, στο ρολόι του σύμπαντος. Της είχε πως θα περιμένει να την δει ντυμένη στα λευκά να έρχεται προς το μέρος του χαμογελώντας μόνο για εκείνον. Της είχε πει πως θα ήξερε πως είναι η ώρα όταν θα έβλεπε την ανθοδέσμη με τα άσπρα και κόκκινα τριαντάφυλλα, για να προχωρήσουν μαζί στην μικρή συνομωσία του έρωτα και της αγάπης.
Πότε ήταν αλήθεια αυτό; Πως μετράς τον χρόνο της εγκατάλειψης; Πως μετράς τον χρόνο του κενού; Πώς μετράς τον χρόνο του ονείρου; Μόνο με το ρολόι του έρωτα απάντησε κι άρχισε πάλι να νιώθει εκείνο το βάρος στο στήθος, αυτό που την ακολουθούσε εδώ και χίλια δευτερόλεπτα καρδιάς. Το δωμάτιο σκοτείνιασε κι οι τοίχοι έγιναν μαύροι. Το πάτωμα εξαφανίστηκε κάτω από τα πόδια της κι έμεινε κολλημένη στους μαύρους τοίχους σαν περίεργο αυτοκόλλητο.
Το μόνο φως που μπορούσε να διακρίνει ήταν από την χαραμάδα κάτω από την πόρτα και το μεγάλο άσπρο ρολόι πάνω της. Το ρολόι ήταν σταματημένο ενώ η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή. Προσπάθησε να πάει προς την πόρτα κι ανακάλυψε έκπληκτη πως μπορούσε να πετάξει. Για να διώξει τον φόβο άρχισε να τραγουδάει χαμηλόφωνα και μετά όλο και πιο δυνατά καθώς έφτανε στην περίεργη πόρτα. «Σαν τα ρολόγια που σιωπούν...» τραγούδησε καθώς κοιτούσε επίμονα το ρολόι.
Η πόρτα δεν είχε πόμολο κι ακούγοντας τις φωνές απ’ έξω άρχισε να φωνάζει. Ένιωθε τον αέρα να λιγοστεύει και να πνίγεται, ενώ η ναυτία που αισθανόταν την προειδοποίησε για τον πανικό της κλειστοφοβίας. Κι ενώ έχανε την αίσθηση του χρόνου, άκουσε πιο καθαρά τα λόγια έξω από την πόρτα. «Είδες τελικά; Ήθελε τον χρόνο του! Σήμερα από το πρωί δεν σταμάτησε να κελαηδάει» έλεγε μια γυναικεία φωνή. «Εξακολουθώ να πιστεύω πως είναι άχρηστο» άκουσε την αντρική φωνή να απαντάει και πάγωσε. Θα την αναγνώριζε όσα άτομα κι αν μιλούσαν, όσα μακριά κι αν ήταν.
Το ρολόι πάνω από την πόρτα άρχισε ξαφνικά να μετράει τα δευτερόλεπτα, ενώ η ίδια ένιωθε την καρδιά της να επιβραδύνει συνεχώς. Ένιωσε πως έπεφτε, έπεφτε συνεχώς στο μαύρο κενό που κάποτε ήταν το πάτωμα του δωματίου ενώ την ακολουθούσε το περίεργο ρολόι φωνάζοντας με τους δείχτες του τον χρόνο που περνούσε.
Ξύπνησε κάθιδρη και παγωμένη. Της πήρε μια ατέλειωτη στιγμή να συνειδητοποιήσει πως βρισκόταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της φορώντας το άσπρο φόρεμα που είχε γίνει κουβάρι . Έψαξε κάτω από το μαξιλάρι κι έβγαλε το ξυπνητήρι. Το κράτησε στα χέρια της και το έβαλε κοντά στο αυτί της. «Τικ-τακ» της είπε το ρολόι ενώ εκείνη την στιγμή άκουσε ξανά το κελάηδημα του πουλιού.
Σηκώθηκε αποφασιστικά κι άρχισε να ψάχνει γύρω της . Το είδε πριν να μπει στο σαλόνι. Το περίεργο χρυσό κλουβί με το λευκό πουλί μέσα του που κελαηδούσε. Έφτασε με δυο βήματα μπροστά του κι άνοιξε την πόρτα του κλουβιού. Του μιλούσε γλυκά κρατώντας μια μικρή απόσταση μέχρι που το είδε να βρίσκει την έξοδο. Έτρεξε,τράβηξε τις κουρτίνες κι άνοιξε διάπλατα το παράθυρο.
Το παρακολούθησε να βγαίνει έξω και να πετάει δειλά με το μούδιασμα του φυλακισμένου. Το ακολούθησε με το βλέμμα μέχρι που χάθηκε από τα μάτια της. Έσκυψε και πήρε από κάτω το ρολόι που είχε πετάξει αφηρημένα κάτω, το έβαλε μέσα στο κλουβί και το έβγαλε στο μπαλκόνι. Έμεινε εκεί μέχρι το απόγευμα σιγοτραγουδώντας και ζωγραφίζοντας κόκκινα τριαντάφυλλα…

Στην άκρη του ουράνιου τόξου



Οι εφτά νεραϊδούλες παρατάχθηκαν στη σειρά, έτοιμες να ξεκινήσουν μόλις εμφανιζόταν. Όλο το δάσος άκουγε τα ψιθυρίσματα και τα γέλια τους καθώς η ώρα περνούσε και δεν άκουγαν το σύνθημα του Φοίβου. Αυτός μελετούσε με προσήλωση τον ουρανό, που προσπαθούσε να αποτινάξει από πάνω του τα γκρίζα σύννεφα.

Η βροχή είχε σταματήσει πριν από λίγη ώρα, μια γλυκιά καλοκαιρινή βροχή, που άφησε το δάσος λαμπερό και δροσερό, το ξέπλυνε και το ζωντάνεψε, θυμίζοντας σε όλους την ευλογία του νερού. Ξωτικά και νεράιδες ήταν σε υπερδιέγερση καθώς περίμεναν να δουν που θα κατέληγε ο σημερινός αγώνας. Στοιχημάτιζαν ο καθένας στο χρώμα που του άρεσε ή στην νεράιδα που πίστευε πως είχε τις περισσότερες πιθανότητες να νικήσει.
Οι νεραϊδούλες κοιτούσαν τα λαμπερά φορέματα που κρατούσε αγκαλιά ο Φοίβος, προσπαθώντας να μαντέψουν ποιό θα έπεφτε στον κλήρο τους. Ξαφνικά μια ηλιαχτίδα ξεπρόβαλε ανάμεσα από τα σύννεφα, που αναστενάζοντας, έκαναν άκρη στο ζεστό άγγιγμά της. Αυτή χαρούμενη φώναξε τις αδερφές της που έτρεξαν να ρίξουν το φως τους στα σταγονίδια της βροχής που είχαν μείνει μόνα να αιωρούνται στην ατμόσφαιρα.
Το ουράνιο τόξο ξεπρόβαλε δημιουργώντας την χρυσή γέφυρα, τον αγωνιστικό χώρο των νεράιδων, με  το κόκκινο, κίτρινο, πράσινο, πορτοκαλί, γαλάζιο, μπλε και μωβ χρώμα να σηματοδοτεί τον διάδρομο που θα αγωνιζόταν η καθεμία από αυτές. Ο Φοίβος πέταξε στον αέρα τα πολύχρωμα φορέματα, που έπεσαν μπροστά στις αγωνιζόμενες . Τα φόρεσαν βιαστικά και προσπάθησαν να εντοπίσουν πόσο μακριά ήταν το αντίστοιχο χρώμα πάνω στο ουράνιο τόξο.
Η Τιτίκα κοίταξε μπροστά της μην τολμώντας να πιστέψει στην τύχη της. Φορούσε ήδη το κόκκινο φόρεμα και ίσια μπροστά της απλωνόταν η κόκκινη διαδρομή. Παραήταν εύκολο για να είναι αληθινό. Ποτέ δεν ήταν τόσο τυχερή. Όσες φορές είχε λάβει μέρος στον αγώνα, το δικό της χρώμα ήταν στην αντίθετη κατεύθυνση. Ποτέ δεν είχε καταφέρει να κατέβει την μεγάλη τσουλήθρα που οδηγούσε την άκρη του ουράνιου τόξου, όπως δικαιούται η νικήτρια, αυτή που πρώτη θα πατούσε στο μονοπάτι με το χρώμα του φορέματος της.
Ο αγώνας τελείωσε πριν καλά καλά ξεκινήσει. Μόλις ο Φοίβος έδωσε το σύνθημα, η Τιτίκα πήδηξε βιαστικά στον διάδρομο μπροστά της και ενώ άκουγε τις θυμωμένες και αγανακτισμένες φωνές των υπολοίπων νεράιδων, ένιωσε να γλιστράει με συνεχώς αυξανόμενη ταχύτητα πάνω στο φωτεινό της μονοπάτι, να στροβιλίζεται με δύναμη, χωρίς να προλαβαίνει να κοιτάξει γύρω της, μέχρι να φτάσει στην άκρη και να πέσει με δύναμη στο έδαφος.
Κοίταξε γύρω της με περιέργεια. Βρισκόταν δίπλα σ’ ένα ρυάκι, που ήταν τόσο ήρεμο και καθαρό, ώστε μπορούσε να ξεχωρίσει κάθε πέτρα στο βυθό του. Τα δέντρα στην όχθη του άπλωναν την σκιά τους δημιουργώντας δροσερά καταφύγια από τον ήλιο που έλαμπε στον ουρανό. Η Τιτίκα ξάπλωσε στο πράσινο γρασίδι που πάνω του έβλεπε να λαμπυρίζουν ξεχασμένες σταγόνες βροχής και κοίταξε τον γαλάζιο ουρανό και τα αραιά άσπρα σύννεφα που τόνιζαν το χρώμα του. Ένιωσε τις ηλιαχτίδες που ήρθαν να την χαϊδέψουν απαλά, ζεστές κι όχι καυτές, όπως συνήθιζαν το καλοκαίρι και τεντώθηκε με ευχαρίστηση.
Γυρνώντας το κεφάλι της από την άλλη πλευρά είδε ένα κοπάδι πρόβατα που βοσκούσαν ανέμελα και μερικά σκυλιά να τα συνοδεύουν νωχελικά. Στα αυτιά της έφτανε ο ήχος του κελαρύσματος του νερού να κινείται αργά, αλλά σταθερά, στην στενή κοίτη. Τα έντομα δεν ακουγόταν κι όλοι οι ήχοι, οι κουδούνες των προβάτων, τα βαριεστημένα γαβγίσματα των σκύλων, το θρόισμα των φύλλων που φιλούσε το δροσερό αεράκι, έφταναν καθαρά στα αυτιά της χαϊδεύοντας τις αισθήσεις της.
Σ’ ένα υψωματάκι, λίγο πιο πέρα από εκεί, διέκρινε ένα παλιό πέτρινο χτίσμα, έρημο κι εγκαταλειμμένο, όμως φαινόταν, τόσο δεμένο με την φύση γύρω του, που άργησε να το εντοπίσει. Η Τιτίκα σηκώθηκε, τίναξε τα μουσκεμένα της φτερά και πέταξε προς τα εκεί. Προσγειώθηκε μπροστά στην μισάνοιχτη, φαγωμένη από τον καιρό, πόρτα και την άνοιξε. Προχώρησε χωρίς δισταγμό μέσα κοιτώντας ερευνητικά γύρω της. Δεν άργησε να εντοπίσει το σεντούκι κάτω από το παράθυρο κι ενώ η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή, το άνοιξε.
Ήταν άδειο. Ένιωσε την απογοήτευση να την πλημμυρίζει μέχρι που είδε τον καθρέφτη, στον πάτο του. Φτιαγμένος από το ίδιο ξύλο με το σεντούκι, το ίδιο παλιό, κρυβόταν κάτω από ένα στρώμα σκόνης. Τον κράτησε με το αριστερό της χέρι, ενώ με το δεξί καθάριζε προσεχτικά την θολή επιφάνεια. Αντί για το πρόσωπό της, βρέθηκε απέναντι σ’ έναν νεαρό άντρα, που την κοιτούσε στα μάτια και της ψιθύρισε: “θα είμαι δίπλα σου. Όσα χρόνια κι αν περάσουν. Θα είμαι εδώ για σένα.”
Καθώς ο κόσμος γύρω της έγινε ρευστός, ένα ποτάμι με όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου κι ενώ το κόκκινο φόρεμά της λαμπύριζε καθώς στροβιλιζόταν στην δίνη του, η Τιτίκα ένιωσε να ζαλίζεται κι οδηγούμενη στον πάτο του σεντουκιού, άλλαξε μορφή. Το σεντούκι έκλεισε μ’ ένα ξερό θόρυβο κι έτσι έμεινε στο σκοτάδι.
Ο Τέλης άφησε το αυτοκίνητο λίγο έξω από το χωριό, στα μέσα της διαδρομής που συνήθιζε να κάνει με το ποδήλατο κάποτε. Κοίταξε γύρω του προσπαθώντας να δει τι είχε αλλάξει καθώς προχωρούσε αργά, νιώθοντας τις πρώτες σταγόνες ιδρώτα να κυλούν από το μέτωπό του. Δεν είχε έρθει εδώ από το ‘90, τότε ακόμα που οι δικοί του είχαν το εξοχικό στο χωριό κι ένιωθε ένα γλυκόπικρο αίσθημα βλέποντας τις αλλαγές που έφερε ο χρόνος.
Είχαν συμβεί πολλά στην προσωπική του ζωή τον τελευταίο καιρό, που τον έβγαλαν από την ρουτίνα των τελευταίων ετών και τον έκαναν πιστέψει πως υπήρχε ακόμα μέσα του ο Τέλης που παθιαζόταν, έπαιρνε φωτιά κι έκαιγε τα πάντα γύρω του για μια ιδέα, μια αγάπη, έναν έρωτα. Η επιστροφή του σ’ εκείνον τον Τέλη όμως, τον έκανε τελικά να αναπολήσει την ηρεμία και την γαλήνη που ένιωθε τότε εδώ, σ’ αυτό το μαγικό μέρος.
Έπρεπε να πάρει μια απόφαση και δεν μπορούσε να σκεφτεί ιδανικότερο μέρος από αυτό. Στάθηκε στην κορυφή του λοφίσκου κοιτάζοντας προς τα κάτω συγκινημένος  Ευτυχώς κάποια πράγματα έμεναν αναλλοίωτα στην πορεία του χρόνου. Ήταν το ίδιο όπως το θυμόταν. Θα πήγαινε να ξαπλώσει κάτω από τον ίσκιο των δέντρων, δίπλα στο ρυάκι και θα άφηνε το μυαλό του να αδειάσει και την καρδιά του να τον οδηγήσει.
Τότε πρόσεξε το ουράνιο τόξο που η άκρη του έδειχνε να τελειώνει πάνω από το ερειπωμένο σπίτι, λίγα μέτρα μακριά από εκεί που στεκόταν. Περίεργος πλησίασε κοντά και κάθισε δισταχτικός στην πόρτα του για λίγο. Αν και το είχε δει πολλές φορές, τότε που καθόταν κάτω στο ρυάκι, δεν είχε μπει ποτέ στον πειρασμό να το εξερευνήσει. Έσπρωξε με μια αποφασιστική κίνηση την μισοφαγωμένη πόρτα και μπήκε μέσα.
Το φως από το απέναντι παράθυρο έπεφτε πάνω στο σεντούκι, που βρισκόταν ακριβώς από κάτω του. Ακολουθώντας την ίδια παρόρμηση που τον έκανε να ακολουθήσει το ουράνιο τόξο και να ανοίξει την κλειστή πόρτα, προχώρησε προς το σεντούκι και κάθισε για μια στιγμή αναποφάσιστος πριν το ανοίξει.
Στην αρχή ένιωσε πως τον ξεγέλασαν γιατί δεν είδε τίποτα μέσα, αν και δεν ήξερε κι ο ίδιος τι ακριβώς περίμενε να δει. Σκύβοντας μπροστά, είδε στον πάτο του σεντουκιού κάτι να ξεχωρίζει πάνω στην σκόνη. Άπλωσε το χέρι του κι έπιασε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, παράξενα φρέσκο και δροσερό ακόμα. Το έφερε έκπληκτος μπροστά του κι έσκυψε να το μυρίσει.
Η Τιτίκα ξύπνησε από τον βαθύ της ύπνο κι είδε μπροστά της τον άντρα του καθρέφτη. Του χαμογέλασε γεμάτη εμπιστοσύνη και τον αγκάλιασε. «Σε περίμενα» του ψιθύρισε στο αυτί και γέλασε μ’ εκείνο το ιδιαίτερο γέλιο των νεράιδων. «Ελπίζω να κρατήσεις την υπόσχεσή σου» του είπε, ενώ έσκυβε να τον φιλήσει.
Ο Τέλης ένιωσε να στροβιλίζεται, ενώ γύρω του έλαμπαν όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου, κάθε χρώμα κι ένα συναίσθημα, με το κόκκινο να κυριαρχεί, το κόκκινο του έρωτα. Κοίταξε την γυναίκα με το κόκκινο φόρεμα που κρατούσε στην αγκαλιά του, την γυναίκα που είχε ονειρευτεί τόσες φορές και τώρα ήταν εκεί και τον κοιτούσε με μάτια που έλαμπαν. Την έσφιξε πάνω του κι ένιωσε τα αγκάθια του τριαντάφυλλου να τον τρυπάνε.
Τράβηξε τα χέρια του απότομα και καθώς το αίμα του κυλούσε πάνω στο κόκκινο φόρεμα και γινόταν ένα μ’ αυτό της είπε: «Δεν είμαι εγώ αυτός που περίμενες. Θα μπορούσε να είναι ο καθένας που θα άνοιγε το σεντούκι. Απλά εγώ έτυχε να είμαι εδώ σήμερα». Η νεράιδα έμεινε να τον κοιτάζει στην αρχή έκπληκτη και μετά πληγωμένη, ενώ αντιλαμβανόταν πως τα χρώματα ξεθώριαζαν και εξαφανιζόταν σιγά σιγά.
«Είσαι εσύ» του απάντησε, ενώ τα μαύρα μάτια της βούρκωσαν. «Εσένα είδα στον μαγικό καθρέφτη, εσύ έφερες τα χρώματα, ο έρωτάς σου ήταν ο θησαυρός στην άκρη του ουράνιου τόξου». Ενώ η μορφή της άρχισε να τρεμοσβήνει, ο Τέλης άπλωσε τα χέρια για να την κρατήσει, αψηφώντας τον πόνο και τις αμφιβολίες του, όμως το μόνο που είχε μείνει απ’ αυτήν, ήταν το κόκκινο τριαντάφυλλο.
Οι έξι νεραιδούλες πέταξαν γύρω από την εξουθενωμένη Τιτίκα, ενώ επέστρεψε τυλιγμένη με τον μανδύα του ουράνιου τόξου , το προνόμιο του νικητή. «Έλα, πες μας, τι έγινε; Βρήκες τον θησαυρό; Γιατί άργησες τόσο;» την ρωτούσαν τιτιβίζοντας όλες μαζί ανυπόμονες να μάθουν τι είχε συμβεί.
Η Τιτίκα πέταξα από πάνω της τον μανδύα και απάντησε «Δεν υπήρχε τίποτα στην άκρη του ουράνιου τόξου. Ή εγώ άργησα να φτάσω εκεί. Πάντως τα χρώματα ήταν πανέμορφα». Τους χαμογέλασε καθώς έβγαζε το κόκκινο φόρεμα και γυμνή επέστρεψε στο ανθόσπιτό της.
Δεν πήρε μέρος στους αγώνες ποτέ ξανά..