Η απόφαση



Ο χλωμός απογευματινός ήλιος ξεπρόβαλλε για μια στιγμή από τα σύννεφα. Μια λαμπερή ηλιαχτίδα χάιδεψε για μια στιγμή το μαραμένο τριαντάφυλλο κι έπειτα εξαφανίστηκε βιαστική θαρρείς και ντράπηκε για την αδιακρισία της. Η Αναστασία χάιδεψε απαλά το ξεραμένο λουλούδι κι ένα φύλλο έπεσε κάτω. Δεν έσκυψε να το μαζέψει.
Δεν θυμόταν πότε ήταν η στιγμή που ένιωσε την παρουσία του πρώτη φορά. Το ημερολόγιο της καρδιάς είχε σταματήσει να μετράει εβδομάδες, μέρες , ώρες, λεπτά. Θυμόταν όμως ξεκάθαρα την αίσθηση του φουσκωμένου στήθους της και τις μυρωδιές που πλημμύρισαν τον κόσμο της. Ήταν σίγουρη από τότε. Η ύπαρξή του θα επιβεβαιωνόταν μια εβδομάδα αργότερα , αλλά η βεβαιότητα ήταν μέσα της από εκείνη την πρώτη μέρα.
Η καρδιά της σταμάτησε. Χάιδεψε τα πρησμένα στήθη της και κοίταξε το κόκκινο τριαντάφυλλο , που στεκόταν περήφανο στο ποτήρι. Δισταχτικά κατέβασε τα χέρια της πάνω στην κοιλιά της και τα ακούμπησε σταυρωμένα εκεί. Έμεινε αρκετή ώρα έτσι μπροστά στον καθρέφτη χωρίς να ακούει τίποτα άλλο παρά την βαριά της ανάσα. Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα, ούτε να μιλήσει. Είχε την ίδια αίσθηση όπως όταν ξύπναγε αργά το βράδυ, δεν ήξερε αν ήταν χαρούμενη ή φοβισμένη ή και τα δύο ταυτόχρονα.
Εκείνο το βράδυ κάθισε κι έγραψε προσπαθώντας να εκφράσει τα συναισθήματα που την έπνιγαν κι ήθελε να μοιραστεί με τον Πασχάλη. Ο μαγικός της καθρέφτης, όπως συχνά τον αποκαλούσε, αισθανόταν ακριβώς όπως κι η ίδια, περίμενε τα ίδια, έλπιζε τα ίδια και για ακόμα μια φορά ήταν δίπλα της. Αυτός ο άντρας , που την έκανε να δει με άλλα μάτια τον εαυτό της και τον έρωτα, τόσο διαφορετικός κι όμως τόσο κοντά στην καρδιά , το μυαλό και την ψυχή της, για ακόμα μια φορά έσπευδε να της κρατήσει το χέρι. Κοιμήθηκε σαν μωρό με συντροφιά το βλέμμα του εκείνη την μέρα που μάθανε τα νέα.
Ξύπνησε χαρούμενη. Πήγε στο μπάνιο και κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη καθώς έπλενε το πρόσωπό της. Ένα μεγάλο χαμόγελο ήταν ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της, τα μαγουλά της ήταν κόκκινα, και τα μάτια της έλαμπαν. Ξαφνιάστηκε και έψαξε την επιβεβαίωση ψηλαφώντας τα χείλη της με τα υγρά ακόμα χέρια της. Ναι, χαμογελούσε.
Εκείνη την στιγμή συνειδητοποίησε πόσο καιρό είχε να νιώσει τόσο ευτυχισμένη. Τα λόγια του Πασχάλη ήρθαν πάλι στο μυαλό της σαν μουσική, την μουσική της καρδιάς, που έβγαλε το χαμόγελό της έξω ξανά σαν ήλιο μετά από μια συννεφιασμένη μέρα.
Σαν την άγγιξε ένα μαγικό ραβδί, όλη της η μέρα πέρασε μ’ αυτόν τον ήλιο να την ακολουθεί και να φωτίζει κάθε σκοτεινή γωνιά, διώχνοντας κάθε αμφιβολία . Το απόγευμα που ήρθε να την πάρει από τν δουλειά ένιωθε πως ξεχείλιζε από αυτήν την ζεστασιά, αυτό το χαμόγελο, αυτήν την αγάπη. Κοίταξε τα μάτια του κι απόρησε για ακόμα μια φορά πως είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να γίνεται ο ήλιος του μικρόκοσμου σου κι εσύ ο πλανήτης που η έλξη γύρω του καθορίζει τις ηλιόλουστες και σκοτεινές πλευρές σου, τις ανέλπιδα φωτεινές κα τις ατελείωτα μαύρες μέρες σου.
Όταν το ίδιο απόγευμα μπήκε μέσα της, πέρα από την οικειότητα και την ηδονή της επαφής, ένιωσε να διαστέλλεται και να τον σκεπάζει τρυφερά σαν μάνα γη τον σπόρο που βαθειά μέσα της έχουν σπείρει και ξέρει πως θα ανθίσει την άνοιξη. Κέντρο της γης και της ζωής η μήτρας της που παλλόταν έτοιμη να δεχτεί την βροχή του σπέρματός τους, που έκανε το δέντρο να ριζώσει και μεγαλώσει φτάνοντας ως τον ουρανό, τον απέραντο ουρανό της σχέσης τους.
Ξύπνησε με τον γνωστό πόνο να χτυπάει στα μηνίγγια της . Σηκώθηκε κοιτάζοντας τρυφερά τον Πασχάλη δίπλα της , που ακόμα κοιμόταν. Αυτός μισάνοιξε τα μάτια ξαφνιασμένος νιώθοντάς την να απομακρύνεται από τον βωμό του έρωτά τους, αυτό το κρεβάτι που μύριζε έρωτα, σπέρμα κι ηδονή. Της ζήτησε να γυρίσει πίσω. Διαπληκτίστηκαν για κάποιο λόγο που η ίδια δεν κατάλαβε εκείνη την στιγμή.
Γύρισε μετά από λίγη ώρα γεμάτη από τα χαμόγελα, την ζεστασιά, τον ήλιο του χθες. Τον αγκάλιασε και τον χάιδεψε τρυφερά περιμένοντας μια ανταπόκριση που δεν ήρθε. Τραβήχτηκε όσο πιο μακριά της μπορούσε. Ο ήλιος είχε φύγει. Ήταν η πρώτη φορά στην σχέση τους που της έδειξε πως ήταν ανεπιθύμητη. Κι αυτό την πάγωσε.
Το απόγευμα έφυγε την ώρα που εκείνος κοιμόταν μακριά της. Είχε μπει κάτι ανάμεσά τους που δεν μπορούσε να προσδιορίσει αν υπήρχε από πριν ή τώρα το συνειδητοποιούσε η ίδια. Προχώρησε για ώρα ελπίζοντας να βρέξει, να γίνει κάτι να ξεπλύνει αυτό το αίσθημα της απώλειας και της προδοσίας. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα κι ούτε ένα σύννεφο δεν σκέπαζε τον ουρανό.
Ένιωσε έναν απίστευτο πόνο να διασχίζει το κορμί της , ξεκινώντας από το κεφάλι, πηγαίνοντας στην καρδιά και χτυπώντας δυνατά στην μήτρα της. Κάθισε κάθιδρη στο πεζοδρόμιο προσπαθώντας να βρει την ανάσα της, ενώ ένιωσε πως κόβεται στα δυο. Πήρε τον δρόμο της επιστροφής με μια πίκρα κι έναν πόνο, που δεν ήξερε τι να τα κάνει. Ήξερε πως δεν μπορούσε να ζήσει μακριά του. Κι ήξερε πως τον έχανε. Και τότε πήρε την απόφασή της.

Το άρωμα της πασχαλιάς


      Η Αναστασία περπατούσε στον δρόμο βιαστική χωρίς να κοιτάει γύρω της. Η κίνησή της ήταν μηχανική και κρατούσε το ρυθμό με παιδικά τραγούδια  που έπαιζε στο μυαλό της χωρίς διακοπή σαν δίσκος που κόλλησε στο πικάπ μιας άλλης εποχής. Αυτό της επέτρεπε να αδειάζει το μυαλό της από ενοχλητικές σκέψεις κι ήταν η συνήθης θεραπεία της στις έμμονες σκέψεις που την τυραννούσαν.


Μεγαλοβδομάδα και η βελόνα είχε κολλήσει στο «Μεγάλη Δευτέρα ο Χριστός στην μαχαίρα, Μεγάλη Τρίτη ο Χριστός εκρίθη..» όταν ξαφνικά σκόνταψε και αφηρημένη όπως ήταν, μόλις που πρόλαβε να βάλει τα χέρια της να προστατευτεί, προτού βρεθεί φαρδιά πλατιά κάτω. Το άγαρμπο πέσιμό της την επανέφερε στην πραγματικότητα και κοίταξε γύρω της με έκπληξη μουρμουρίζοντας ένα βιαστικό ευχαριστώ στους ανθρώπους που έσπευσαν να την βοηθήσουν να σηκωθεί και την ρωτούσαν αν είναι καλά.
Τίναξε με τρεμάμενα χέρια τις σκόνες από τα μαύρα της ρούχα που τόσο ταίριαζαν στην διάθεσή της και παρατήρησε παραξενεμένη πως ένας λαμπερός ήλιος έλαμπε στον ουρανό. Ήταν σίγουρη πως, όταν είχε ξεκινήσει την τρελή της κούρσα με τον εαυτό της, ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος. Έστριψε στο πρώτο στενό που βρήκε προσπαθώντας να αποφύγει τα περίεργα βλέμματα των περαστικών και ακούμπησε με την πλάτη στον τοίχο μιας παλιάς μονοκατοικίας.
Η μυρωδιά της ανθισμένης πασχαλιάς την βρήκε απροετοίμαστη. Άνοιξε τα ρουθούνια της, πήρε μια βαθιά ανάσα  προσπαθώντας να βάλει όλο το άρωμα μέσα της και κοίταξε γύρω της ψάχνοντας την πηγή. Τα χαρακτηριστικά μωβ λουλούδια ξεπρόβαλλαν από την σιδερένια πόρτα της αυλής και χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά, άπλωσε τα χέρια της κι έκοψε μερικά κλαδιά.
Έχωσε το πρόσωπό της μέσα στα λουλούδια και χαμογέλασε. Η ευωδία των λουλουδιών την γέμισε με εικόνες και συναισθήματα ξεχασμένα. Χάιδεψε τρυφερά τα μωβ λουλούδια με τα ακροδάχτυλά της και βγήκε από το ανήλιαγο στενό μ’ ένα καινούριο βήμα. Τα μάτια της σπινθηροβόλησαν κι ένα σκανδαλιάρικο χαμόγελο φάνηκε στα χείλη της καθώς προχωρούσε προς το σπίτι της κρατώντας σφιχτά τα κλωνάρια.
Γέμισε με νερό ένα διάφανο βάζο, έβαλε μέσα τα ευωδιαστά κλωνάρια και το έβαλε μπροστά στο παράθυρο. Κάθισε οκλαδόν στο κρεβάτι κι έμεινε να κοιτάζει για ώρα τα λουλούδια . Ήταν μαθήτρια γυμνασίου εκείνο το Πάσχα που η γιαγιά της, μόνιμη κάτοικος Καναδά, ερχόμενη στο σπίτι, έφερε μαζί με το καθιερωμένο σοκολατένιο λαγό, δυο κλαδιά πασχαλιάς.
Τα έδωσε στην Αναστασία και της ζήτησε να τα βάλει σ’ ένα βάζο . Της είπε συνωμοτικά πως το άρωμα των ανθισμένων πασχαλιών έλκει τις νεράιδες της Ανάστασης και πως όποιος μπορέσει και τις δει μέχρι τα μεσάνυχτα της Κυριακής του Πάσχα, θα έπαιρνε το δώρο της άνοιξης, λίγο πριν χαθεί το άρωμα των λουλουδιών. Της είχε φανεί διασκεδαστικό να καιροφυλακτεί πότε θα εμφανιστούν οι νεράιδες, αλλά το άρωμά τους χάθηκε χωρίς να προλάβει να δει καμία.
Φέτος δεν θα της την γλύτωναν. Ήταν η τρίτη εβδομάδα που δεν πήγαινε στην δουλειά λόγω μιας παρατεταμένης αναρρωτικής άδειας, απόρροια των προβλημάτων ενός τροχαίου. Είχε την άνεση να στήσει καρτέρι, για να τσακώσει τις μικροσκοπικές μωβ νεράιδες και να πάρει το δώρο της. Μισάνοιξε το παράθυρο και ξάπλωσε χωρίς να πάρει το βλέμμα της από το βάζο.
Ξύπνησε παγωμένη καθώς είχε αποκοιμηθεί κουλουριασμένη σαν έμβρυο χωρίς να σκεπαστεί. Δεν ήξερε πόση ώρα είχε περάσει , αλλά το δωμάτιο ήταν πλέον σκοτεινό. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή και πιότερο ένιωσε, παρά άκουσε, το φτερούγισμα δίπλα της. Με ασταθή βήματα σαν μεθυσμένου έφτασε μέχρι τον διακόπτη του ρεύματος και τον άνοιξε.
Το απότομο φως την έκανε να ανοιγοκλείσει τα μάτια, αρκετά γρήγορα όμως, ώστε να προλάβει να δει την μικροσκοπική μωβ φιγούρα, που εξαφανίστηκε βιαστικά πετώντας από το ανοιχτό παράθυρο. Ενώ ο σφυγμός της επανερχόταν στα φυσιολογική επίπεδα, έκλεισε τον διακόπτη και ξάπλωσε τραβώντας τα σκεπάσματα πάνω από το κεφάλι της.
Το πρωινό κρύο την ξύπνησε χαράματα. Σηκώθηκε ξυπόλυτη και έσκυψε πάνω το βάζο. Το άρωμα των λουλουδιών είχε χαθεί. Πήρε το μικρό κουτί από το κομοδίνο και πήγε στο μπάνιο. Λίγα λεπτά αργότερα γύρισε σιγοτραγουδώντας στο δωμάτιο. Μάδησε τα μωβ ανθάκια και τα έριξε σ’ έναν φάκελο μαζί με το αποτέλεσμα του τεστ.  Έκλεισε προσεχτικά τον φάκελο και χάιδεψε προστατευτικά την κοιλιά της.
Ο Πασχάλης κοίταξε τον περίεργα φουσκωμένο φάκελο. Τον άνοιξε και τον αναποδογύρισε πάνω στο τραπέζι. Μέσα στον σωρό των μωβ λουλουδιών το άσπρο μακρόστενο αντικείμενο ξεχώριζε σαν φωτεινός σηματοδότης. Το κράτησε για μια στιγμή στα χέρια του παρατηρώντας τις μπλε γραμμούλες. Έμεινε για στιγμή σκεφτικός και στην συνέχεια φόρεσε γρήγορα το μπουφάν του και βγήκε από το σπίτι. 
Δέκα λεπτά αργότερα βρισκόταν έξω από το σπίτι της Αναστασίας. Κράτησε πατημένο το κουδούνι μέχρι που η πόρτα άνοιξε και η γυναίκα βρέθηκε απέναντι του. Άπλωσε το χέρι του και της πρόσφερε το κόκκινο τριαντάφυλλο που κρατούσε στο χέρι του. Κοιτάχτηκαν για μια ατέλειωτη στιγμή στα μάτια χωρίς να κουνηθούν, χωρίς να αναπνεύσουν κι αγκαλιάστηκαν σφιχτά χωρίς να μιλάνε. Της χάιδεψε απαλά τα μαλλιά καθώς ένιωσε τα δάκρυα της να μουσκεύουν τον λαιμό του. Πήρε το πρόσωπό της στα  χέρια του και σκούπισε τα δάκρυα της με τα χείλη του. 
Η Αναστασία άνοιξε τα μάτια της και του χαμογέλασε ζεστά καθώς ο Πασχάλης της είπε "καλημέρα αγάπες μου"...  

Τα μήλα του Φλεβάρη



          Η Εριφύλη ξύπνησε ακούγοντας τον ήχο που έκαναν οι σταγόνες της βροχής πέφτοντας με δύναμη στο δέντρο. Άνοιξε τα μάτια της και χαμογέλασε. Επιτέλους, έβρεχε! Σηκώθηκε από το κρεβάτι με τα μάτια ακόμα κλειστά , το χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της και χοροπηδώντας ανάλαφρα, βγήκε έξω από το μικροσκοπικό της σπίτι.

Κάθισε στο κλαδί του δέντρου με τα γυμνά πόδια της κρεμασμένα και από τις δυο πλευρές να ξεπλένονται στην βροχή που είχε δυναμώσει. Ακούμπησε την πλάτη της στον κορμό του δέντρου και διπλώνοντας με προσοχή τα φτερά της, έριξε πίσω το κεφάλι και γέλασε δυνατά και χαρούμενα. Τράβηξε το αραχνονήμα τρεις φορές, κι οι διαμαντένιες στάλες της βροχής κουδούνισαν χαρούμενα στέλνοντας το μήνυμα σε όλα τα ξωτικά της βροχής.

Θα είχαν πολλή δουλειά μόλις σταματούσε η βροχή. Ήταν δική τους ευθύνη να ξαναδίνουν χρώμα στα δέντρα και τους καρπούς τους, τα φυτά και τα λουλούδια τους, που ξεθώριαζαν από τις νεροποντές. Φέτος, της είχαν αναθέσει τα μήλα κι αυτό ήταν μεγάλη τιμή κι η υπερηφάνεια γι’ αυτό το προνόμιο, την έκανε ανυπόμονη και βιαστική. Δεν είχε βρέξει από τότε που της έδωσαν το μενταγιόν με το χρυσό μήλο, αναγνωριστικό της θέσης και υπενθύμιση της σπουδαιότητας της.
Το βάψιμο των μήλων του Φλεβάρη είχε μεγάλη σημασία, γιατί δεκατέσσερα από αυτά θα βρισκόταν στα καλάθια των νεράιδων των πόλεων, που θα τα πουλούσαν σε εφτά γυναίκες και εφτά άντρες, οι οποίοι θα γινόταν ζευγάρι, αν αντάμωναν στις 14 Φεβρουαρίου έχοντας δαγκώσει τουλάχιστον ένα κομμάτι από το μαγικό ζευγάρι των μήλων.

Κάθε ξωτικό της βροχής ονειρευόταν πως θα έβαφε τα μήλα που θα επέλεγε το τέλειο ζευγάρι, ώστε να ανταμώσουν τα δίδυμα μήλα κι οι αγοραστές τους. Διαλέγανε με προσοχή δύο όμοια μήλα και τα βάφανε στο χρώμα της αρεσκείας τους, κόκκινο, πράσινο ή κίτρινο, ανάλογα με το αποτέλεσμα που ευελπιστούσαν να πετύχουν. Κόκκινο για τον έρωτα, πράσινο για την αγάπη και κίτρινο για την φιλία ήταν τα χρώματα που μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν περιμένοντας τον Μελάνθιο, τον πρίγκιπα των ξωτικών, που με δεμένα τα μάτια, θα διάλεγε τα επτά ζευγάρια μήλων.
Το ονειροπόλημά της διέκοψε ο ήχος βιαστικών βημάτων, φτερουγισμάτων και οι ψίθυροι των ξωτικών, που φορώντας στο στήθος τους τα χρυσά μενταγιόν μαζευόταν στο ξέφωτο του δάσους, φορτωμένα με πινέλα και τα κουβαδάκια με τα χρώματα. Η βροχή είχε σταματήσει και τα ξωτικά της βροχής ήταν έτοιμα να πιάσουν δουλειά. Η Εριφύλη σηκώθηκε αλαφιασμένη και ανοίγοντας τα μεταξένια φτερά της, πέταξε βιαστικά προς την μεγάλη βελανιδιά στην κουφάλα της οποίας αποθηκεύανε τα μαγικά χρώματα.

Έφτασε γρήγορα και κλείνοντας τα φτερά της, άρχισε να τρέχει προς την ιερή είσοδο του δέντρου. Μπαίνοντας μέσα, κατάλαβε, πριν ακόμα κοιτάξει προσεκτικά γύρω της, πως είχε αργήσει. Τα μεγάλα δοχεία με τα χρώματα είχαν σχεδόν αδειάσει. Με την καρδιά της να χτυπά σαν τρελή, έσκυψε πάνω από το δοχείο με το κόκκινο. Ήταν σχεδόν άδειο. Το ίδιο και το πράσινο. Το ίδιο και το κίτρινο. Έκατσε στο χωμάτινο πάτωμα κι άρχισε να κλαίει.

Λίγα λεπτά αργότερα σηκώθηκε, τίναξε το χώμα από πάνω της, σήκωσε ψηλά το πηγούνι και χαμογέλασε. Με τα μάτια της να αστράφτουν, άρπαξε βιαστικά τα πινέλα κι ένα από τα τελευταία κουβαδάκια και πήγε βιαστικά προς ένα από τα μεγάλα δοχεία. Πήρε την κουτάλα που κρεμόταν στην άκρη του κι έσκυψε προσεχτικά, προσπαθώντας να μην χάσει την ισορροπία της καθώς έξυνε τον πάτο του δοχείου.

Ο Περικλής καθόταν μπροστά στον υπολογιστή του με ύφος περιπαικτικό. Επιθεώρησε τα όπλα του, το εύστροφο μυαλό του, την ακέραια λογική του, το χιούμορ του. Χρησιμοποιούσε συχνά το χιούμορ σαν ξίφος και σαν ασπίδα προστασίας που σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα όπλα του τον βοηθούσε να υπερνικά τα εμπόδια και να αποφεύγει τις κακοτοπιές. Αλλά τώρα τα έστρεφε ενάντια στον ίδιο. Κι ήξερε καλά την αχίλλειο πτέρνα του.

Το πρόσωπό του έμεινε ανέκφραστο καθώς είδε την πράσινη κουκκίδα, που περίμενε τόση ώρα να εμφανιστεί, το σημάδι της παρουσίας της και το πράσινο φως για την δική του χαμένη Ατλαντίδα, για την γη της Εδέμ, τον κόσμο του ονείρου και των συναισθημάτων, την αχίλλειο πτέρνα του, που με χαρά άφηνε γυμνή κι εκτεθειμένη κάθε φορά που μιλούσε μαζί της.

Η Φρύνη χαμογέλασε καθώς διάβασε το σχόλιο του Περικλή. Είχαν περάσει αρκετοί μήνες που οι συναντήσεις τους στον χώρο της εργασίας, είχαν γεννήσει την ανάγκη για επικοινωνία. Άρχισαν να μιλάνε στην αρχή δειλά, μαζεμένα και στην συνέχεια να γυμνώνουν τις ψυχές τους, να μιλάνε για όλα και για όλους και αυτή η επικοινωνία στήριξε την μεταξύ τους εκτίμηση και τον αλληλοσεβασμό.

Κι ενώ η φιλία τους οδηγούσε αβίαστα στην αγάπη, η ανάγκη για επικοινωνία μεγάλωνε. Συχνά έπιανε τον εαυτό της στις καθημερινές της ενασχολήσεις να αναρωτιέται τι θα έλεγε, πως θα αντιδρούσε, τι θα έκανε ο Περικλής, αν ήταν παρών, αν ήταν μαζί της. Ξυπνούσε μέσα της κάτι απροσδιόριστο, κάτι ξεχασμένο και ταυτόχρονα τόσο οικείο που έκανε την επαφή μαζί του πολύτιμη και μοναδική.

Η Καλλιρρόη κοίταξε το καλάθι με το τελευταία μήλο. Ήταν ήδη απόγευμα και δεν είχε καταφέρει να το πουλήσει. Το δίδυμό του στο καλάθι της Ευρύκλειας το είχε πάρει το πρωί μια γυναίκα με ονειροπόλα μάτια και λαμπερό χαμόγελο. Κλώτσησε θυμωμένα μια πέτρα με το λεπτεπίλεπτο πόδι της και σκέφτηκε πως για όλα έφταιγε η Εριφύλη, αυτό το περίεργο ξωτικό της βροχής, που αποφάσισε να κάνει του κεφαλιού της. Κράτησε το μήλο με προσοχή στο χέρι της και το κοίταξε. Ήταν πολύ όμορφο, για να το διαλέξει ένας άνθρωπος. Κι ακόμα πιο δύσκολο να διαλέξουν και τα δύο.

Το μήλο ήταν βαμμένο με τρία χρώματα: λαμπερό κόκκινο, γλυκό κίτρινο κι έντονο πράσινο και το ασυνήθιστο χρώμα του απέτρεπε τους καχύποπτους ανθρώπους να το αγοράσουν, ενώ η διαφορετικότητά του δεν τους άφηνε να δουν την ομορφιά και τη σημασία του. Η Εριφύλη ήταν πολύ χαρούμενη όταν παρουσίασε τα μήλα της και όλα τα ξωτικά και οι νεράιδες συμφώνησαν πως ήταν τα τέλεια μήλα για το τέλειο ζευγάρι. Όταν ο Μελάνθιος με τα μάτια του δεμένα τα επέλεξε, όλοι χειροκρότησαν κι άρχισαν να τραγουδούν και να χορεύουν. Το γλέντι κράτησε μέχρι το πρωί.

Ο Περικλής σταμάτησε μπροστά στην κοπέλα με το καλάθι. Κοίταξε με περιέργεια το τρίχρωμο μήλο. «Πόσο έχει;» ρώτησε την νεράιδα. Η Καλλιρρόη ένιωθε ακόμα θυμωμένη για την πεζή ηλιθιότητα των ανθρώπων. Δεν γύρισε να τον κοιτάξει και παγωμένα του απάντησε «εκατό ευρώ», για να τον ξεφορτωθεί. Ο Περικλής ένιωσε την απόρριψη κι ενώ η λογική τού έλεγε να φύγει, πείσμωσε και αφέθηκε στο παράλογο συναίσθημα ότι αυτό το μήλο έπρεπε να γίνει δικό του. Έβγαλε χωρίς να μιλήσει τα χρήματα από το πορτοφόλι του, τα πέταξε μέσα στο καλάθι και πήρε το μήλο.

Προχώρησε προς το αυτοκίνητο βιαστικά βλαστημώντας για την βλακεία του και δάγκωσε ένα κομμάτι από το μήλο, ενώ σκεφτόταν πως θα έπρεπε να του κρατήσει τουλάχιστον ένα μήνα, για να βγάλει τα λεφτά του. Κι ενώ το γνωστό περιπαικτικό ύφος εμφανίστηκε στο πρόσωπό του, είδε την Φρύνη που καθόταν στο παγκάκι απέναντί του, μασουλώντας αφηρημένα ένα περίεργο τρίχρωμο μήλο, ίδιο με το δικό του.

Εκείνη την στιγμή η Φρύνη σηκώθηκε. Έκανε μια κίνηση ώστε να τεντώσει την πλάτη της προς τα πίσω για να ξεπιαστεί, έπιασε τα μαλλιά της με τα χέρια της και τα μάζεψε στιγμιαία επάνω κι ο Περικλής έμεινε κεραυνόπληκτος από την αγνή, καθάρια, καθηλωτικά φυσική ομορφιά της που αντίκρυσε κι αιχμαλωτίστηκε από την εικόνα. Έτσι όπως έπεφτε ο ήλιος από το πλάι πίσω της, της έδινε μια λάμψη που δεν είχε προσέξει άλλη φορά. Του πήρε λίγη ώρα να συνέλθει και να κοιτάξει αμήχανα γύρω του μήπως τον είδε κανείς καθηλωμένο να την χαζεύει.

Η Φρύνη ένιωσε μια περίεργη θέρμη μόλις έφαγε το τρίχρωμο μήλο. Το είχε αγοράσει πριν δέκα λεπτά από μια περίεργη πλανόδια πωλήτρια. Ήταν τόσο όμορφο και διαφορετικό, που δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια της από πάνω του. Στην αρχή σκέφτηκε να το κρατήσει, αλλά στην συνέχεια αποφάσισε πως ο μόνος τρόπος για να διατηρήσει την ομορφιά του ήταν να γίνει ένα μαζί του κι άρχισε να το δαγκώνει απολαυστικά.

Μόλις τεντώθηκε για να ξεπιαστεί, ένιωσε, παρά είδε τον Περικλή απέναντί της. Τα μάτια της βυθίστηκαν στα δικά του για μια ατέλειωτη στιγμή κι αισθάνθηκε πως αυτό ήταν το κομμάτι που έλειπε από το παζλ της ζωής της. Χαμογέλασαν ταυτόχρονα, καθώς έκαναν το πρώτο βήμα για να ανταμώσουν...

Το χριστουγεννιάτικο δέντρο





Παραμονή Χριστουγέννων κι η Δήμητρα ένιωθε το στήθος της βαρύ και την ανάσα της κομμένη.
Πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, η αναμονή της γιορτής την άδειαζε από συναισθήματα και ενέργεια και η συνηθισμένη της αισιοδοξία δεν αρκούσε για να μπορέσει να ανταπεξέλθει. Είχε περάσει όλη την μέρα προσπαθώντας να ξυπνήσει το χριστουγεννιάτικο πνεύμα, αλλά δεν τα κατάφερε. Ούτε τα κάλαντα, που ήταν το αγαπημένο της ξυπνητήρι δεν μπόρεσαν να την κάνουν να συνέλθει. Στην καρδιά της υπήρχε ένα κενό, που μεγάλωνε συνεχώς.
Έκλεισε όλα τα φώτα και κάθισε δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Τα φωτάκια που αναβόσβηναν, ακολουθούσαν τους παλμούς της καρδιάς της κι αυτό άρχισε να την ηρεμεί. Έμεινε έτσι καθισμένη για αρκετή ώρα, αδειάζοντας το κεφάλι της από τις σκέψεις, τα προβλήματα, τους εφιάλτες, που την κυνηγούσαν όλη την μέρα. Κρατήθηκε από το παρήγορο φως σαν ναυαγός από την σανίδα σωτηρίας, που ανέλπιστα βρίσκει μπροστά του. Κοίταξε το δέντρο κι ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της.
       Ποτέ δεν της άρεσαν τα στολισμένα με τάξη και σχέδιο χριστουγεννιάτικα δέντρα. Οι ομοιόμορφες μπάλες, ταχτοποιημένες κατά μέγεθος και σχήμα, αυστηρά και λιτά, ώστε να συμβαδίζουν με το πρότυπο, που έχουν αρκετοί στο μυαλό τους. Το δικό της δέντρο ήταν πάντα φορτωμένο σαν λατέρνα, με ετερόκλιτα στολίδια, που όμως όλα της θύμιζαν κάτι, ήταν δεμένα με στιγμές από τα παιδικά της χρόνια ως σήμερα. Παλιές γυάλινες μπάλες, ασημένιες κουκουνάρες, πήλινα αγγελάκια, καμπανούλες, φτηνά και ακριβά στολίδια, παλιά και καινούρια, σοκολατένιοι αι-βασίληδες, όλα χωρούσαν κι όλα έβρισκαν την θέση τους..
       Την μάγευε αυτό το πάντρεμα των ετερόκλιτων στολιδιών, που έκρυβαν και συμβόλιζαν τα Χριστούγεννα που είχε περάσει, αυτά που διένυε και της έδειχναν αυτά που θα έρθουν. Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της σ' ένα δέντρο, με πολύχρωμα φωτάκια και ένα λαμπερό αστέρι στην κορυφή. Θα ήθελε να το άφηνε έτσι στολισμένο όλο τον χρόνο, να την περιμένει να γυρίσει από την δουλειά, να την παρηγορήσει και να της δίνει ελπίδα, αλλά ήξερε πως θα έχανε την λάμψη του, τσαλακωμένο από την καθημερινότητα και δεν τολμούσε να το διακινδυνέψει. Όχι ακόμα, όχι όσο ήταν μόνη..
      Τυλίχτηκε με την κουβέρτα, που είχε δίπλα της γι' αυτό τον σκοπό, έτσι όπως ήταν καθισμένη οκλαδόν μπροστά στο δέντρο κι ένιωσε την ζεστασιά και την απαλότητά της να την χαλαρώνουν ακόμα περισσότερο. Άπλωσε το χέρι της στα τυφλά κι έφερε το ποτήρι με το κρασί στα χείλη της, πίνοντας μια μεγάλη γουλιά κι αμέσως μετά ακόμα μία ,νιώθοντας τα μάγουλα της να καίνε. Έκλεισε τα μάτια, αισθανόμενη και κάτω από τα κλειστά της βλέφαρα τον παλμό από τα φωτάκια, πολύχρωμες λάμψεις στο σκοτάδι..
      Ξύπνησε, έχοντας στα χείλη της την γεύση του κρασιού και κάτι άλλο απροσδιόριστο, μα οικείο. Σκέπασε τα μάτια της και με τις παλάμες της, όπως συνήθιζε να κάνει κάθε πρωί, για να προστατευτεί από τον ήλιο και το φως, έσυρε τα χέρια της μέχρι τα βάση του αυχένα, κάτω από τα μαλλιά, και τα τέντωσε μπροστά της ανοίγοντας τα μάτια. Ήταν στην κρεβατοκάμαρα της, ξαπλωμένη στο κρεβάτι, χωρίς να έχει ιδέα πως βρέθηκε εκεί, νιώθοντας πως κάτι είχε αλλάξει, αλλά μην μπορώντας ακόμα να συνειδητοποιήσει τι ήταν αυτό..
      Άκουσε την ανάσα δίπλα της και γύρισε το κεφάλι ξαφνιασμένη. Ο άντρας που κοιμόταν δίπλα της, άνοιξε εκείνη την στιγμή τα μάτια του και την κοίταξε τρυφερά. Γύρισε στο πλάι κι άπλωσε το χέρι του, χαϊδεύοντας το περίγραμμα του προσώπου της, ενώ πλησίασε κοντά της. Με την σιγουριά του εραστή, που ξέρει πως είναι ποθητός, κατέβασε το χέρι του προς το στήθος της και της χαμογέλασε. Το κορμί της ρίγησε κι άπλωσε το χέρια της να τον αγκαλιάσει. Όταν τα χείλη τους ενώθηκαν, τον αναγνώρισε από το φιλί..
      Απαλό και τρυφερό στην αρχή, με την οικειότητα των συζύγων, που μοιράζονται καιρό το ίδιο κρεβάτι, διερευνητικό και παθιασμένο στην συνέχεια, με τον πόθο των εραστών, που η συνήθεια επέκτεινε το πάθος αντί να το σβήσει, κατακτητικό και παραδομένο στο τέλος, με τον τρόπο που αλληλεπικαλύπτονται, όσοι αγαπούν και αγαπιούνται, χωρίς να φοβούνται να δώσουν και να πάρουν. Αυτό το φιλί, μόνο ένας άντρας μπορούσε να της το δώσει. Κι ήταν δίπλα της σκεπάζοντάς την με την αγάπη του..
      «Καλημέρα, αγάπη μου» της είπε και τα μάτια του έλαμψαν παιχνιδιάρικα, καθώς κοιτούσε το αναψοκοκκινισμένο της πρόσωπο. Η Δήμητρα άπλωσε το χέρι της και χάιδεψε τα κάτασπρα μαλλιά, έσκυψε και φίλησε τις ρυτίδες στα μάτια του και στο πρόσωπό της άστραψε το χαμόγελο, που επί σαράντα χρόνια κρατούσε μόνο γι’ αυτόν..
     «Εξακολουθείς να είσαι το αστέρι στο χριστουγεννιάτικο δέντρο μας» είπε ο Παναγιώτης και σκούπισε με τα χείλη του τα δάκρυα, που κυλούσαν από τα μάτια της. «Σου είχα υποσχεθεί εκείνα τα Χριστούγεννα, που περάσαμε χώρια, πως θα είναι τα τελευταία που θα είμαστε μόνοι και πως θα καθόμαστε πάντα αγκαλιά δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, όσα χρόνια κι αν περάσουν.».
     Σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι και την βοήθησε να σταθεί στα πόδια της. Την πήρε από το χέρι και πήγαν δίπλα στο σαλόνι, όπου το μεγάλο χριστουγεννιάτικο δέντρο έπιανε δυσανάλογα πολύ χώρο. Κάθισαν με μεγάλη προσοχή στην μικρή κόκκινη φλοκάτη , που βρισκόταν μπροστά του κι αγκαλιαστήκανε κοιτάζοντας τα φωτάκια, που αναβόσβηναν..
     Η Δήμητρα είδε τα στολίδια, που είχαν προσθέσει στα χρόνια που πέρασαν. Καθένα τους κι ένας χρόνος της κοινής τους ζωής, ένας σταθμός για τις μικρές ανάσες τους, ένα βήμα προς το κοινό τους όνειρο..
     Είδε τα παιδιά και τα εγγόνια τους, τις στιγμές ευτυχίας και τους μικρούς καυγάδες, τις καθημερινές νίκες και ήττες τους, αλλά πάνω απ’ όλα την αγάπη τους, που έμενε αναλλοίωτη. Έσφιξε το χέρι του, ξέροντας πως το ίδιο σκεφτόταν κι εκείνος..
     «Καλά Χριστούγεννα, αγάπη μου» του είπε τελικά, μόλις κατόρθωσε να διώξει την συγκίνηση , που έκανε την φωνή της να τρέμει. «Για όλα τα Χριστούγεννα που περάσαμε μαζί και όσα μας απομένουν. Και γι’ αυτά που θα περάσουμε στην επόμενη ζωή, κάτω από ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο, που θα μένει στολισμένο όλο τον χρόνο. Το δικό μας δέντρο.»

Η καταιγίδα


Η Χρύσα καθόταν στο παγκάκι του πάρκου περιμένοντας τον Πέτρο να έρθει. Η ώρα περνούσε κι αυτός δεν φαινόταν πουθενά. Την ώρα που πήγε στο πάρκο ένας λαμπερός ήλιος έλαμπε στον ουρανό και αν και ήταν αρχές Δεκέμβρη, δεν είχε καθόλου κρύο. Τώρα, τρεις ώρες μετά, μαύρα σύννεφα είχαν μαζευτεί στον ουρανό κι ένιωσε το κρύο να διαπερνά το λεπτό φόρεμα που φορούσε.
Τύλιξε τα χέρια γύρω από το κορμί της ψάχνοντας ζεστασιά, σκεφτόμενη πως ήταν τα δικά του χέρια που την αγκάλιαζαν κι αμέσως ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της. Κοίταξε το βιβλίο που είχε ακουμπισμένο μπροστά στα πόδια της και συνέχισε να διαβάζει αδιάφορη για τον καιρό που χειροτέρευε, αδιάφορη για το κρύο και τον έξω κόσμο.
Διάβαζε τις περιπέτειες της Ηλιαχτίδας και του Φεγγαρένιου που αν και γεννήθηκαν κάτω από τον ίδιο ουρανό, χωρίστηκαν από την Μέρα και την Νύχτα κι απέμειναν ο καθένας μόνος του. Στα χρόνια που έζησαν χώρια, προσπάθησαν να προσαρμοστούν στο περιβάλλον τους και να ξεχάσουν την μοναξιά και τους πόθους της ψυχής τους. Όταν αντάμωσαν τυχαία ξανά είχαν περάσει πολλά χρόνια, αλλά αναγνώρισαν ο ένας τον άλλο με την πρώτη φευγαλέα ματιά, με το πρώτο δειλό άγγιγμα κι αποφάσισαν πως δεν θα αφήσουν τίποτα να τους χωρίσει.
Η Χρύσα σήκωσε τα μάτια για μια στιγμή από το βιβλίο με το παραμύθι και κοίταξε την ώρα στο κινητό της. Είχε αργήσει να έρθει και δεν είχε στείλει κάποιο μήνυμα. Στην αρχή δεν ανησύχησε γιατί δεν κυνηγούσαν τους λεπτοδείκτες  όταν ήταν να βρεθούν. Ήξεραν κι οι δυο πως η αγάπη τους είναι αμοιβαία, όπως κι η ανάγκη της επαφής και της επικοινωνίας που με το ζόρι κατάφερναν να καλύψουν. Για να μην εμφανιστεί μέχρι τώρα, σίγουρα υπήρχε κάποιος σοβαρός λόγος.
Αναστέναξε κοιτάζοντας το βιβλίο μ’ ένα περίεργο σκοτεινό βλέμμα. Όλα τα βιβλία που διάβαζε, τα τραγούδια που άκουγε, οι ταινίες που έβλεπε, όλα μιλούσαν για αυτήν και τον Πέτρο. Η ιστορία τους γραμμένη, τραγουδισμένη, σκηνοθετημένη, κάτω από μια άλλη ματιά, ήταν η ίδια ιστορία. Ο έρωτας ήταν ο καλλιτέχνης που ζωγράφιζε στον άδειο καμβά της ψυχής της και όλα γύρω της τον υμνούσαν και τον προσκυνούσαν. Ο εγωισμός του έρωτα την έκανε να φαντάζεται πως όλα μιλούσαν γι’ αυτούς.
Έσκυψε πάλι πάνω στο βιβλίο συνεχίζοντας να διαβάζει το παραμύθι. Η Ηλιαχτίδα μάλωνε με τον Ήλιο και τις υπόλοιπες Αχτίδες, έδινε μάχη με τα σύννεφα και το σκοτάδι, προσπαθώντας να ξεκλέψει μια μικρή στιγμή για να είναι μαζί με τον Φεγγαρένιο. Κι αυτός από την πλευρά του, παραμέριζε τα αστέρια, έτρεχε βιαστικός, πριν έρθει ακόμα η Νύχτα, έκλεβε τον χρόνο της Μέρας, για να βρεθεί κοντά της. Κι αυτές οι στιγμές, που ήταν μαζί, αν και σύντομες τις περισσότερες φορές, τους γέμιζαν δύναμη για την επόμενη μάχη, για την επόμενη συνάντηση, για την επόμενη στιγμή, που θα γλιστρούσαν ο ένας μέσα στον άλλο.
Κάθε συνάντηση, αντί να καθησυχάζει τον πόθο και την ανάγκη τους, την μεγάλωνε. Ψάχνανε απελπισμένα τρόπο, να ενωθούν για πάντα και να μείνουν μαζί αγκαλιά, μ’ ενωμένα τα χείλια τους σ’ ένα ατέλειωτο φιλί, που θα είχε την ζεστασιά της Ηλιαχτίδας και το παρήγορο φως του Φεγγαρένιου. Γι’ αυτό το φιλί που ακόμα δεν είχαν δώσει, γι’ αυτό το μοναδικό φιλί που θα σήμαινε την αρχή μιας νέας εποχής, παρέμεναν μαχόμενοι, έκρυβαν την απελπισία τους με καμώματα τρελά, μιλούσαν με τις ώρες μέσω της Πούλιας και του Αυγερινού, που κάνανε τους αγγελιοφόρους. Αλλά η λύτρωση αργούσε να έρθει.
Η Χρύσα δεν σήκωσε το κεφάλι όταν έπεσαν επάνω της οι πρώτες στάλες της βροχής. Δεν προφυλάχτηκε όταν άρχισε ο αέρας να λυσσομανά γύρω της. Πήρε μόνο στην αγκαλιά της το βιβλίο για να το προστατέψει από την καταιγίδα και τυλιγμένη σαν μικρή μπάλα γύρω του, συνέχισε να διαβάζει. Με πείσμα και με πάθος, αγνοώντας την βροχή, τα μουσκεμένα ρούχα και μαλλιά, το κρύο και τα δόντια της που χτυπούσαν δυνατά, συνέχισε να διαβάζει.
Είχε πια νυχτώσει για τα καλά όταν σήκωσε τελικά το κεφάλι της. Έπρεπε να παραδεχτεί πως δεν θα ερχόταν σήμερα. Έπρεπε να προσπαθήσει να μαζέψει τα κομμάτια της ψυχής της, που σκόρπισε η απουσία του και να συνεχίσει. Γιατί αύριο, θα τον έβλεπε σίγουρα. Γιατί αύριο, θα ερχόταν να την συναντήσει. Κι αυτή έπρεπε να είναι εκεί και να τον περιμένει.
Κοίταξε με τρυφερότητα το βιβλίο, που κρατούσε τόση ώρα σφιχτά. Λίγο πριν το τέλος, η Ηλιαχτίδα και ο Φεγγαρένιος, ένωναν τα χείλη τους επιτέλους, στο δικό τους μοναδικό φιλί κι έδιναν στο παραμύθι το τέλος που του ταίριαζε. Ο αέρας είχε πια κοπάσει κι η βροχή είχε σταματήσει, όταν σηκώθηκε από το παγκάκι. Έκοψε ένα μουσκεμένο τριαντάφυλλο και το έβαλε σελιδοδείχτη στην τελευταία σελίδα του παραμυθιού. Άφησε το βιβλίο στην θέση που καθόταν τόση ώρα κι έφυγε.
Ο νεαρός άντρας, έφτασε ξέπνοος στο πάρκο, λίγα λεπτά μετά. Κοίταξε με απελπισία το άδειο παγκάκι κι έκατσε εκεί με τους αγκώνες στα πόδια του  και τις παλάμες του να στηρίζουν το μέτωπό του. Είχε χλομιάσει και τα χέρια του έτρεμαν κι έμεινε σ' αυτήν την στάση για λίγη ώρα προσπαθώντας να ανασάνει. Σήκωσε το κεφάλι κι άφησε τα χέρια του να πέσουν σαν στο πλάι του κορμιού του. Άναψε ένα τσιγάρο με αργές κινήσεις και πήρε μια βαθειά ρουφηξιά , κοιτώντας με θολά μάτια μπροστά του. Δεν την πρόλαβε. Κι ήξερε πόσο της κόστισε. Ένιωσε τον πόνο στο στήθος του να μεγαλώνει, καθώς για μια απειροελάχιστη στιγμή σκέφτηκε πως ίσως την έχασε για πάντα.
Τότε πρόσεξε το βιβλίο και τον αυτοσχέδιο σελιδοδείκτη του. Το σήκωσε με προσοχή και διάβασε το τέλος του παραμυθιού. Το πρόσωπό του φωτίστηκε καθώς το φεγγάρι ξεπρόβαλε μέσα από τα σύννεφα. Έβγαλε ένα στυλό από το τσαντάκι του κι έγραψε κάτι στο εξώφυλλο του βιβλίου. Πήρε το τριαντάφυλλο και το έβαλε στην τσέπη του. Άφησε πάλι προσεχτικά το βιβλίο στην προηγούμενη θέση του και έφυγε τρέχοντας. Είχε ακόμα ελπίδες να την προλάβει, είχαν ακόμα ελπίδες.
Την επόμενη μέρα ο ήλιος έλαμπε στον ουρανό. Τίποτα δεν θύμιζε την καταιγίδα που πέρασε από το πάρκο, εκτός από κάποιες ξεχασμένες σταγόνες στα λουλούδια και τα μαζεμένα σε σωρούς κιτρινισμένα φύλλα. Ένα νεαρό κορίτσι σταμάτησε μπροστά στο παγκάκι, που βρίσκονταν ακόμα αφημένο το βιβλίο. Το πήρε στα χέρια της με περιέργεια. Ήταν στεγνό και μύριζε τριαντάφυλλο. Το ξεφύλλισε με προσοχή κι ανακάλυψε με έκπληξη πως όλες οι σελίδες του ήταν λευκές. Ξανακοίταξε το εξώφυλλο, που είχε ζωγραφισμένο έναν κύκλο και στην μέση του μία μόνο λέξη γραμμένη με στυλό. Αυτό το «Εμείς» δεν την βοήθησε να καταλάβει τίποτα, ούτε όταν μια λαμπερή ηλιαχτίδα έπεσε επάνω του και το φώτισε..

Η απέναντι όχθη





Βάδιζε πολύ ώρα με την ματιά της να σκαλώνει αφηρημένα στα σημάδια  που έβαζε πάντα όταν πήγαινε βόλτα στο δάσος για να μην χαθεί. Περπατούσε γρήγορα, με τον ρυθμό που έδιναν οι σκέψεις χτυπώντας στο κεφάλι της και το βούισμα στα αυτιά της την έκανε να συνειδητοποιήσει  πως ήταν η ώρα να αρχίσει να τρέχει.
Έτρεχε μέχρι που ένιωσε πως η ανάσα της σώθηκε κι αλμυρές στάλες ιδρώτα έτσουζαν στα μάτια της. Σταμάτησε λαχανιασμένη, με την καρδιά της να προσπαθεί να βγει από το στήθος της, ενώ το γνωστό κάψιμο στα πνευμόνια την έκανε να πεθυμίσει το δηλητήριο της νικοτίνης σαν τιμωρία για την αδυναμία της να ξεφύγει.
Κοίταξε γύρω της ξαφνιασμένη, ενώ έβγαζε το τσιγάρο από το πακέτο με τρεμάμενα δάχτυλα, προσπαθώντας να καταλάβει που βρισκόταν. Σήμερα είχε μπει πιο βαθειά στο δάσος, από κάθε άλλη φορά και το σημείο, που στεκόταν, της ήταν άγνωστο.
Μπροστά της ακριβώς βρισκόταν ένα ποτάμι, που το αντικαθρέφτισμα των δέντρων το έκαναν να φαντάζει σαν ένα δεύτερο δάσος κάτω από το νερό. Άναψε το τσιγάρο, πήρε μια βαθειά ρουφηξιά και βήχοντας πλησίασε στην όχθη του. Η γυναίκα με το κόκκινο φόρεμα που καθρεφτίστηκε στα νερά του, ήταν μια άγνωστη.
Κοίταξε έκπληκτη το είδωλό της  ανοιγοκλείνοντας τα μάτια. Στον ελαφρύ κυματισμό του νερού , το κόκκινο φουστάνι φάνταζε σαν τρεμάμενη φλόγα ανάμεσα στα δέντρα που φώτιζε το δάσος. Η φλόγα ,που είχε ανάψει εκείνος μέσα της, τρεμόπαιζε κι αυτή, πυγολαμπίδα που η φωτισμένη της ουρά τον καλούσε κοντά της.
Μέσα στην σιγαλιά του δάσους, άκουσε το θόρυβο των βημάτων από μακριά. Ήξερε πριν σηκώσει το κεφάλι της, τι θα αντίκριζε στην απέναντι όχθη. Τον ένιωθε να έρχεται πριν τον ανταμώσει, τον έβλεπε πριν τον αντικρίσει, άκουγε το κάλεσμα του πριν να ακούσει την φωνή του. Δίστασε για μια στιγμή , έσβησε το τσιγάρο που της έκαιγε τα δάχτυλα και σηκώθηκε.
Κοιτάχτηκαν από μακριά με ένταση και πάθος, όπως κάθε φορά που συναντιόντουσαν. Τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν σαν ξίφη ανάμεσα σε μονομάχους κι οι αστραπές του πόθου τους φώτισαν το ποτάμι και το υδάτινο δάσος του. Ήταν τόσο κοντά, αλλά το ποτάμι που τους χώριζε ήταν βαθύ και το πέρασμά του επικίνδυνο. Απέμειναν όπως και τόσες άλλες φορές να κοιτάζονται με απελπισία.
«Έλα κοντά μου» είπαν κι οι δύο ταυτόχρονα και κοιτάχτηκαν με λαχτάρα και πόνο. Ο έρωτας, χωρισμένος στα δυο από το ποτάμι, δεν είχε καταφέρει να γίνει ακόμα γέφυρα. Κάθε φορά ένας από τους δυο τους περνούσε στην απέναντι όχθη, για να κλέψουν λίγες στιγμές ευτυχίας, αλλά πάντα γυρνούσε πίσω, εκεί στην δική του πλευρά, στα μικρά κεκτημένα, στον μικρό θάνατο.
Δεν κοιτούσαν πίσω, όταν ξαναπερνούσαν το ποτάμι. Ήταν παράξενο, αλλά αυτό που τους φόβιζε δεν ήταν να το διασχίσουν, να κολυμπήσουν κόντρα στο ρέμα, να διακινδυνέψουν τον πνιγμό μέσα του, αλλά η παραμονή απέναντι.
Δεν το είχαν συζητήσει ποτέ, αλλά ήξεραν πως έπρεπε να βρουν κάποια άλλη λύση, πριν να κουραστούνε, πριν παραιτηθούνε, πριν βολευτούνε, πριν ξεχάσουν την γεύση του φιλιού, την παρηγοριά αγκαλιάς, την μυρωδιά του έρωτα.
Γονάτισε κι έβαλε το χέρι της στο νερό χωρίς να πάρει το βλέμμα της από πάνω του. Έβγαλε το χέρι που έσταζε το νερό του ποταμού και το ακούμπησε στο μέτωπο, στις παρειές, στο λαιμό της. Τον άκουσε να αναστενάζει, ενώ άρχισε να ξεντύνεται. Σήμερα θα περνούσε αυτός.
Έμεινε να τον κοιτάει θαμπωμένη καθώς πετούσε με μανία από πάνω του τα ρούχα, τα παπούτσια , τον δισταγμό. Σαν αστραπή κατάλαβε τι κάνανε λάθος τόσο καιρό. Με μία μόνο κίνηση έβγαλε το φόρεμά της κι έβαλε το γυμνό της πόδι στο κρύο νερό.
Κοιτάχτηκαν χαμογελώντας και βούτηξαν ταυτόχρονα κι οι δυο. Κολύμπησαν με δυνατές απλωτές, σηκώνοντας το κεφάλι για να βλέπουν ο ένας τον άλλο. Αντάμωσαν στην μέση του ποταμού και το χαμόγελο τους μεγάλωσε.
Άπλωσε το χέρι του και κράτησε το δικό της σφιχτά. Ένιωσε όλη την δύναμη της αγάπης του να της ζεσταίνει το σώμα και την καρδιά. Ξάπλωσαν ανάσκελα στο νερό σαν να ήταν το νυφικό κρεβάτι, που περίμεναν τόσο καιρό. Με τα χέρια ενωμένα , άφησαν να τους παρασύρει το ρέμα.
Ο αέρας που φύσηξε έριξε το κόκκινο φόρεμα στο ποτάμι. Βούλιαξε αργά στο βυθό του, σκεπάζοντας το καθρέφτισμα των δέντρων, κόκκινη φωτιά, που απλώθηκε στο υδάτινο δάσος του ποταμού.


Η αγκαλιά






«Υπάρχουν στιγμές που οι λέξεις ακροβατούν, γέρνοντας στην προσπάθεια να ισορροπήσουν, ανάμεσα στο συναίσθημα ,που θέλει να εκδηλωθεί και στην απουσία λέξεων να το εκφράσουν», είπε η Κατερίνα κοιτάζοντάς τον, ενώ στα μάτια της έλαμπαν τα δάκρυα, που μετά βίας συγκρατούσε. Αυτός αποφεύγοντας το βλέμμα της, που έψαχνε απαντήσεις, κοίταξε έξω από το παράθυρο.
«Θα μπορούσα να σου πω πολλά», συνέχισε, «αλλά είναι από τις λίγες φορές, που θα επιλέξω να σιωπήσω. Κι αν ποτέ σου με αγάπησες, θα καταλάβεις». Ένιωσε το βάρος της σιωπής, να γεμίζει τον αέρα ανάμεσά τους, μόλις σταμάτησε να μιλάει. Ο αέρας έγινε τόσο βαρύς και τόσο πυκνός, που τα πνευμόνια της πόνεσαν στην προσπάθεια να αναπνεύσει.
Άπλωσε το χέρι της να τον αγγίξει, αλλά το τράβηξε αμέσως πίσω. Η σιωπή είχε ήδη χτίσει τον τοίχο κι αυτός στεκόταν από πίσω του. Ήταν μια σιωπή που έκανε τις αισθήσεις της να παγώνουν και τα συναισθήματα να κόβουν σαν ξυράφια την αλλοτινή οικειότητα. Ήταν πολύ νωρίς, σκέφτηκε, κι όμως τόσο αργά.
Ο λυγμός της χτύπησε στον τοίχο της σιωπής και γύρισε πίσω σαν ηχώ. Μια τελεία στην αρχή της φράσης, που δεν πρόλαβε να γίνει πρόταση, ο έρωτας που δεν εκδηλώθηκε και που επέφερε τον θυμό του. Σιωπηλός ο θυμός κι όμως ούρλιαζε στα αυτιά της τρυπώντας τα τύμπανα της. Έβαλε το μπουφάν της βιαστικά και βγήκε έξω.
Τα δάκρυα που συγκρατούσε όση ώρα ήταν μαζί του, κύλησαν βιαστικά από τα μάτια της , λέρωσαν το πρόσωπό της και καθάρισαν την ψυχή της. Άναψε ένα τσιγάρο με δάχτυλα που έτρεμαν από το κρύο και την ένταση και πήρε μια βαθειά ρουφηξιά. Ο ζεστός καπνός βγαίνοντας από τα πνευμόνια της, ζωγράφισε έναν μικρό κύκλο. Τον κοίταξε αφηρημένα προσπαθώντας να καταλάβει τι ήταν αυτό, που τους έφερε σ’ αυτό το σημείο.
Δεν αποσιωπούσε συναισθήματα, δεν έκανε εύκολα πίσω, δεν έφευγε αμαχητί από τα πεδία μάχης της καρδιάς. Είχαν περάσει πολλά χρόνια, που ο θάνατος της έμαθε πως δεν θα έπρεπε να αφήνει κουβέντες μισοτελειωμένες με τους ανθρώπους που αγαπούσε. Έδιωχνε τα σύννεφα με τον αέρα της ψυχής της, μιλώντας , αναλύοντας, συζητώντας, πιέζοντας, προσπαθώντας όχι να προφυλαχτεί από την βροχή, αλλά να γυμνώσει την ψυχή της στον ήλιο της ματιάς του συνομιλητή.
Δεν μπορούσε όμως να παλεύει μόνη. Ούτε της άρεσαν οι διαρκείς μονόλογοι. Ήξερε πως η σιωπή είναι η δαμόκλειος σπάθη της επικοινωνίας κι όμως σήμερα δεν μπόρεσε να αρθρώσει λέξη, παγωμένη από την αδιαφορία και τον θυμό στα μάτια του. Πήρε μια βαθειά ανάσα αφήνοντας τον αέρα να εισβάλλει βίαια μέσα της και να καθαρίσει τις σκέψεις σαν τον βαρδάρη που φυσώντας διώχνει τα σύννεφα και καθαρίζει την ατμόσφαιρα στην πόλη τους.
Όλες οι σχέσεις δοκιμάζονται σε μια στιγμή αδυναμίας κι είναι αυτή που καθορίζει αν θα εξελιχθεί ή θα προσπεράσει. Κάποτε της είχε πει πως θα την περίμενε από την άλλη πλευρά, όπως κι αν είχαν τα πράγματα. Μόνο που σήμερα όλες οι πλευρές ήταν ίδιες. Δεν ήταν σίγουρη αν ήθελε να περιμένει άλλο. Ούτε ήταν ήξερε αν θα τον έβρισκε στην άκρη του δρόμου. Κι η σιωπή δεν μπορούσε να δώσει απάντηση. Έσβησε βιαστικά το δεύτερο τσιγάρο, που της έκαιγε τα δάχτυλα και γύρισε πίσω.
Εκείνος καθόταν στην καρέκλα, στην ίδια θέση που τον άφησε. Δεν γύρισε να την κοιτάξει και για μια στιγμή ένιωσε να λιποψυχά. Σκάλισε την μνήμη της για να βρει κάτι να πιαστεί και να πάρει θάρρος και να νικήσει την διάθεση παραίτησης , που την είχε κυριεύσει πριν. Προχώρησε κοντά του, κρατώντας ακούσια την ανάσα της και τον άγγιξε στον ώμο. «Θα είμαι εδώ» του είπε κι έκανε να φύγει.
Ένιωσε τα χέρια του να την αγκαλιάζουν και να την σφίγγουν επάνω του με σταθερότητα και πάθος. Τον αγκάλιασε κι αυτή και τρύπωσε μέσα στο λιμάνι της αγκαλιάς του, αφήνοντας έναν αναστεναγμό , που μπερδεύτηκε με τον δικό του. Έμειναν εκεί, μετέωροι στην στιγμή, να ακουμπάνε και να σφίγγουν, να απαντάνε σ’ όλες τις ανείπωτες ερωτήσεις, να γιατρεύουν τις πληγές, να καλύπτουν τα κενά της σιωπής και να την γεμίζουν με φως .
Γαντζώθηκε επάνω του με τα νύχια της να μπαίνουν στην σάρκα του σαν ναυαγός που βρήκε την σανίδα σωτηρίας και κρέμεται επάνω της για να επιβιώσει. Ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει κάτω από την παλάμη της στο ρυθμό της δικής της καρδιάς, την ζεστασιά του κορμιού του να απλώνεται μέσα της , την ανάσα του στον λαιμό της να κάνει το κορμί της να πάλλεται και να ανατριχιάζει.
Η σιωπή που τόσο απεχθανόταν και της θύμιζε νεκροταφείο συναισθημάτων, ξαφνικά μεταμορφώθηκε στην Ιθάκη της καρδιάς της. Η μυρωδιά του κορμιού του μπερδεύτηκε με την δική της και δεν μπορούσε πλέον να ξεχωρίσει που τελείωνε ο εαυτός της κι άρχιζε εκείνος.
Έκλεισε τα μάτια της και χάιδεψε τα φτερά του. Αφέθηκε και παραδόθηκε στην αγκαλιά ,όταν άκουσε το φτερούγισμα. Δεν είδε το φως ,που τους τύλιξε, όταν χαμογέλασε .Άπλωσε το χέρι της στα τυφλά και πήρε ένα βέλος από την φαρέτρα.