Ο κυνηγός κι η ελαφίνα






Κάποτε ζούσε σε ένα τόπο μακρινό, ένας νεαρός άντρας περήφανος και δυνατός. Ήταν δίκαιος και συνάμα σκληρός, αλλά είχε ευαίσθητη καρδιά και η ματιά του ήταν τρυφερή. Του άρεσε πολύ να κυνηγάει στα δάση και συχνά γυρνούσε ξημερώματα σπίτι κουρασμένος, αλλά ευχαριστημένος από αυτήν την ενασχόληση, που κρατούσε τις αισθήσεις του σε εγρήγορση και του επέτρεπε να είναι μόνος με τον ευατό του.
 Σύντομα, αυτό που ξεκίνησε σαν χόμπι, έγινε το μόνιμο επάγγελμά του. Γνώριζε πλέον τα δάση στην γύρω περιοχή σαν την παλάμη του και η ψυχή του άρχισε να αποζητά καινούρια μέρη και διαφορετικά θηράματα. Έτσι, μια ωραία μέρα, έβαλε τα ρούχα του δρόμου, ζώστηκε το σπαθί του, που δεν αποχωριζότανε ποτέ, πήρε το τόξο του και ξεκίνησε για το δάσος των ελαφιών.
 Μετά από πολύωρο ταξίδι, έφτασε στον προορισμό του. Το δάσος ήταν μαγευτικό και ο ήλιος, που τρυπούσε μέσα από τα δέντρα, του έφτιαξαν την διάθεση. Άρχισε να κοιτάζει γύρω του ψάχνοντας τα σημάδια των ελαφιών. Ακολουθώντας τα ίχνη, έφτασε μπροστά σε μια λίμνη. Στην άκρη της είδε μία ελαφίνα, που έπινε νερό.
 Έπιασε αργά ένα βέλος από την φαρέτρα του και ετοιμάστηκε να σημαδέψει όταν ξαφνικά η ελαφίνα σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. Τα μάτια της ήταν υγρά και ήταν εμφανές πως έκλαιγε. Ξαφνιασμένος ο κυνηγός την κοίταξε στα μάτια για μια ατέλειωτη στιγμή και κατέβασε το τόξο του. Την πλησίασε με βήματα αργά για να μην την τρομάξει.
 Η ελαφίνα δεν κουνήθηκε. Δεν προσπάθησε να φύγει. Τον περίμενε ακολουθώντας με το βλέμμα της κάθε του βήμα. Όταν έφτασε κοντά της, άπλωσε το χέρι και την χάιδεψε τρυφερά. "Γιατί κλαις, ελαφίνα μου; Τι σου συμβαίνει" την ρώτησε.
"Είμαι μόνη κι όσο νερό κι αν πίνω δεν ξεδιψώ. Είμαι εδώ, μέρες τώρα, πίνοντας από το πρωί κι η δίψα μου, αντί να καταλαγιάζει, μεγαλώνει. "
 Χωρίς να διστάσει ο κυνηγός έβγαλε το παγούρι του και της έδωσε να πιει. Ήπιε διστακτικά στην αρχή και μετά με βουλιμία το κρύο νερό. Τον κοίταξε και χαμογέλασε. Ο κυνηγός κίνησε να φύγει. Με την άκρη του ματιού του είδε την ελαφίνα να τον ακολουθεί.
"Δεν μπορώ να σε πάρω μαζί μου. Αν θέλεις μπορούμε να βρισκόμαστε το βράδυ. Κι εγώ θα σου φέρνω κρύο νερό να ξεδιψάς" της είπε και συνέχισε τον δρόμο του.
Έτσι κι έγινε. Οι μέρες περνούσαν και κάθε βράδυ συναντιόταν με την ελαφίνα μετά το σούρωπο και μιλούσαν. Κι ο κυνηγός άρχισε να συνηθίζει την παρουσία της και να αποζητά τα υγρά της μάτια, που τον κοιτούσαν με θαυμασμό και αγάπη. Αλλά, άρχισε να του λείπει κι η πολύτιμη μοναξιά του.
Ένα πρωινό, ενώ περπατούσε κοντά στην λίμνη, είδε να μαζεύεται ένα κοπάδι ελάφια. Έσκυβαν, έπιναν νερό, έφευγαν και ξαναρχόταν, έπαιζαν και πηδούσαν. Ένα από αυτά καθόταν μόνο του και καθρεφτίζονταν στο νερό για ώρα. Ο κυνηγός έβαλε ένα βέλος στο τόξο του και τεντώνοντας το, στόχευσε ευθεία επάνω του. Το βέλος καρφώθηκε στην καρδιά του και τα υπόλοιπα ελάφια, έφυγαν τρέχοντας.
 Το νερό είχε αρχίσει να βάφεται κόκκινο, όταν πλησίασε να μαζέψει την λεία του. Κοίταξε την ελαφίνα, που είχαν περάσει τόσα βράδια μαζί και τώρα αργοπέθαινε και της είπε:
"Δεν έπρεπε να μπερδευτείς με τα άλλα ελάφια. Ούτε να κάθεσαι και να καθρεφτίζεσαι σαν νάρκισσος στα νερά. Κι ούτε να με πλησιάσεις το πρωί. Εσύ ξέχασες, αλλά εγώ θυμάμαι την φύση μου και δεν αλλάζω. Εσύ, φταις, που τώρα θα είμαστε κι οι δύο μόνοι".
 Τράβηξε την ελαφίνα έξω από το νερό κι ετοιμάστηκε να της δώσει την χαριστική βολή, όταν εξαφανίστηκε από τα χέρια του και στην θέση της έμεινε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Χαμογελώντας, έβαλε το τριαντάφυλλο στο θηκάρι με το σπαθί του κι έφυγε σφυρίζονας ένα χαρούμενο σκοπό.
 Δεν ξαναγύρισε ποτέ στο δάσος των ελαφιών.



Η βροχή



     Βρέχει σήμερα από το πρωί και νιώθω πάλι αυτήν την έντονη διάθεση να τρέξω, να χορέψω, να δαιμονιστώ.


     Η βροχή είναι για μένα η δική μου πανσέληνος. Την μυρίζω από μακριά κι ανατριχιάζω. Με πλημυρίζει η προσμονή και βαδίζω νευρικά όσο τα συννέφα μαζεύονται. Περιμένω τις πρώτες στάλες με αδημονία. Κοιτάζω συνεχώς έξω από το παράθυρο και εκνευρίζομαι με την αναμονή.

     Οι πρώτες στάλες, που χτυπούν στο παράθυρο, χαράζουν το πρώτο χαμόγελο της μέρας στο πρόσωπό μου. Κατεβαίνω κλεφτά κάτω και περπατώ με τα χέρια ανοιχτά, σηκώνοντας το κεφάλι μου προς τον ουρανό. Νιώθω την βροχή να πέφτει στο πρόσωπό μου σαν χάδι εραστή, ζεστή και απαλή. Τα χείλη μου μισανοίγουν και γλύφω ηδονικά τη σταγόνα, πού' χει κάτσει πάνω τους. Μ΄ ένα χαμόγελο πειρατικό , στριφογυρνώ μέχρι να ζαλιστώ.

     Γυρίζω στο γραφείο με την ενοχή ζωγραφισμένη στο πρόσωπο και κοκκινίζω όταν τα βλέμματα των συναδέλφων πέφτουν στα βρεγμένα μου ρούχα. Σηκώνω το κεφάλι ψηλά και μουρμουρίζω κάτι, που δεν καταλαβαίνω ούτε εγώ..Πάλι έκανα αταξίες..Η ίδια ενοχή που με κυνηγάει πάντα όταν αφήνομαι στα συναισθήματά μου, στην διάθεση της στιγμής, που δεν μπορώ να αιτιολογήσω.

     Όσο πίσω κι αν γυρίσω, βλέπω εικόνες τυλιγμένες στην βροχή. Ποτέ δεν είχα ομπρέλα. Μετά την δέκατη, φορά που την παράτησα σε άγνωστο σημείο, σταμάτησαν οι δικοί μου να μου αγοράζουν άλλες και να με πιέζουν. Περπατούσα ώρα στην βροχή, τσαλαβουτούσα στις λακούβες , τραγουδούσα και χόρευα. Γυρνούσα στο σπίτι μούσκεμα, με το νερό να τρέχει από πάνω μου, μαλλιά, ρούχα, παπούτσια βρεγμένα και μ' ένα ηλίθιο, ευτυχισμένο χαμόγελο, που προσπαθούσα να κρύψω, όσο με κατσαδιάζανε. Τίποτα δεν άλλαξε από τότε..

     Λατρεύω την βροχή που πέφτει επάνω μου, που με ξεπλένει, που κρύβει τα δάκρια, που προκαλεί αυτό το αίσθημα ευφορίας. Τρελαίνομαι να χορεύω και να χοροπηδώ σαν παιδί, να ξεχνώ το χθες και το σήμερα, να μην φοβάμαι το αύριο. Μου αρέσει η μυρωδιά, ο ήχος, η αίσθηση της.

     Βρέχει σήμερα εδώ κι εγώ δεν έχω διάθεση να χορέψω.
    Εσύ είσαι μακριά. Κι είμαι στεγνή. Από βροχή κι από έρωτα.

Η μαγεμένη γερακίνα







     Κάποτε ζούσε μια περήφανη γερακίνα , που συνήθιζε να κοροϊδεύει τα σπουργίτια για την ταπεινή τους φύση. Ήταν τόσο σίγουρη για την υπεροχή της , που ποτέ δεν άκουγε τις απαντήσεις τους και δεν προσπάθησε να καταλάβει τους λόγους , που τα έκαναν να δείχνουν φόβο και δουλοπρέπεια απέναντι στους ανθρώπους.

     Μια φθινοπωρινή μέρα ένα σπουργίτι, αγανακτισμένο από την προκλητική της συμπεριφορά, την ρώτησε αν θα τολμούσε να αλλάξει θέση μαζί του για λίγο, ώστε να μπορέσουν να καταλάβουν πραγματικά ο ένας τον άλλο. Η γερακίνα γέλασε και συμφώνησε.

     Κάλεσαν την φεγγαρομάγισσα κι εκείνη αφού τους άκουσε προσεχτικά απάντησε "μπορώ να σε κάνω σπουργίτι, αν το έχεις αποφασίσει, αλλά να ξέρεις πως μόνη σου θα πρέπει να βρεις τον τρόπο να ξαναγίνεις γερακίνα, όταν έχεις μάθει τους τρόπους των σπουργιτιών" . Η περήφανη γερακίνα δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη.

     Έβρεχε εκείνη την ημέρα και μουσκεμένη και πεινασμένη βρέθηκε μπροστά σε μια νερολακούβα ,την οποία δυσκολευόταν να προσπεράσει εξαιτίας των βρεγμένων φτερών και του μεγέθους της. Κι ενώ είχε αρχίσει να απελπίζεται και να αδημονεί, κατηγορώντας τον εαυτό της για την απερισκεψία της, στάθηκε μπροστά της ένας άνθρωπος και την πήρε στα χέρια του με τρυφερότητα. "Μην στεναχωριέσαι, σπουργιτάκι μου, θα σε φροντίσω εγώ" της είπε και την έκρυψε κάτω από την καμπαρντίνα του, την οποία η ίδια την είδε σαν μεγάλα προστατευτικά φτερά.

     Ο άντρας την οδήγησε σπίτι του. Της έδωσε να φάει και την άφησε να μείνει κοντά στην φωτιά μέχρι να στεγνώσει. Όλο αυτό το διάστημα της μιλούσε και της γελούσε και αυτή αφέθηκε σε αυτήν την αίσθηση της ασφάλειας και της ζεστασιάς με ευχαρίστηση. Οι μέρες περνούσαν κι ανακάλυψε ότι δεν ήθελε να απομακρυνθεί από αυτήν την ζεστή φωλιά και πως κάθε μέρα που περνούσε, δενόταν περισσότερο με τον φιλόξενο οικοδεσπότη. Για να τον κρατήσει ευχαριστημένο, αποφάσισε να ξεχάσει την φύση της γερακίνας, που δεν είχε γνωρίσει ο άντρας και πιθανόν να τον τρόμαζε, και να ενισχύσει την εμφάνιση και την συμπεριφορά του σπουργιτιού, που ολοφάνερα τον διασκέδαζε.

     Μετά από κάποιο διάστημα κι ενώ ο χειμώνας διαδεχόταν το φθινόπωρο, η γερακίνα-σπουργιτάκι άρχισε να προσέχει πως ο άντρας έδειχνε δυσαρέσκεια όταν την αντίκριζε, που μέρα με την μέρα αυξανόταν. Παρά τις συνεχόμενες προσπάθειές της, άλλαζε συνεχώς. Σταμάτησε να την ταΐζει και να την περιποιείται, ενώ τα αστεία και τα πειράγματα είχαν γίνει μακρινό παρελθόν.

     Νιώθοντας την καρδιά βαριά αποφάσισε να βγει και να πετάξει λίγο μακριά, προσπαθώντας να σκεφτεί με ποιον τρόπο θα ξανακέρδιζε το ενδιαφέρον και την καρδιά του. Γυρίζοντας πίσω την ίδια μέρα, βρήκε το παράθυρο κλειστό. Άρχισε να χτυπάει με το ράμφος της το τζάμι, ώστε να την προσέξει. Ο άντρας δεν φάνηκε να την ακούει.

     Πέρασαν μήνες. Κάθε μέρα πήγαινε και του χτυπούσε το παράθυρο, περιμένοντας να γυρίσει μια στιγμή να την κοιτάξει, περιμένοντας να ανοίξει. Ο άντρας κώφευε στις προσπάθειες της, αλλά η ίδια επίμονα πήγαινε κάθε μέρα και άφηνε ένα φτερό στην πόρτα του κάθε πρωί για να του θυμίσει την υπάρξή της, ενώ η ίδια έλιωνε από την πείνα και την αδιαφορία του.

      Κάλεσε γεμάτη απελπισία την φεγγαρομάγισσα να λύσει τα μάγια και να γίνει πάλι γερακίνα, να γυρίσει στην πραγματική φωλιά και ζωή της, αλλά δεν πήρε καμία απάντηση. Κι ενώ η απελπισία την τύλιγε, είδε το παράθυρο να ανοίγει και τον άντρα να την καλεί να μπει στο σπίτι του ξανά. "Έλα σπουργιτάκι μου, να παίξουμε παρέα, να γελάσουμε και πάλι, μου έλειψαν τα φτερά σου και τα χτυπήματα στο τζάμι. Έλα, αν το θέλεις, αλλά να ξέρεις πως δεν ξέρω αν μπορώ να πετάξω μαζί σου".

      Μπήκε μέσα βιαστικά σκεφτόμενη μονάχα ότι επιτέλους θα ζεσταθεί και θα χορτάσει την πείνα της. Την έσφιξε στα χέρια του κι αυτή ένιωσε τα φτερά της να σπάζουν. Δεν μίλησε, δεν παραπονέθηκε. Θεώρησε πως για να είναι μαζί του, αφού δεν μπορούσε αυτός να πετάξει, καλό θα ήταν να μείνει η ίδια στην γη. Το επόμενο πρωινό, ο άντρας άνοιξε το παράθυρο και την άφησε έξω στο περβάζι. Έκλεισε το παράθυρο χωρίς να πει λέξη.

     Έκπληκτη από την απρόσμενη συνέχεια άρχισε να χτυπάει με το ράμφος το παράθυρό του. Ο άντρας άνοιξε το παράθυρο, της άφησε μια χούφτα ψίχουλα και της είπε να περιμένει. "Είναι πολύ στενάχωρα στο σπίτι. Θα ανοίξω να σε πάρω μαζί μου, μόλις κάνω λίγο χώρο. Εδώ θα είσαι καλύτερα" της είπε. Έκλεισε ξανά το παράθυρο και τράβηξε τις κουρτίνες.

      Περίμενε υπομονετικά να της ανοίξει. Δεν τον έβλεπε, αλλά τον άκουγε από έξω να γελάει. Μην έχοντας πια δυνάμεις, σταμάτησε να χτυπάει καθημερινά το τζάμι. Προσπαθούσε να γιατρέψει τα φτερά της και να κρατηθεί στα πόδια της κι αυτό μέρα με την μέρα γινόταν πιο δύσκολο. Κι ενώ την τύλιγε το σκοτάδι, ένιωσε ένα φτερούγισμα δίπλα της.

      Γύρισε κι είδε έναν αετό. Την κοίταξε με προσοχή και της είπε : "Γερακίνα μου, γιατί παριστάνεις το σπουργίτι; Γιατί χτυπάς και ζητιανεύεις στο παραθύρι του ανθρώπου αυτού, που δεν θέλει να σε ακούσει; Γιατί δεν γυρίζεις στην φωλιά σου;"
"Καλέ μου αετέ "του απάντησε "δεν μπορώ να πετάξω τώρα. Οι φτερούγες μου δεν έχουν γιάνει. Δεν μπορώ να βρω μόνη μου τροφή και κρυώνω πολύ".

     Ο αετός αφού σκέφτηκε λιγάκι αποφάσισε να την βοηθήσει. "Θα έρχομαι κάθε μέρα και θα σε ταίζω. Θα σε βάζω κάτω από τα φτερά μου για να μην κρυώνεις. Αλλά θα πρέπει μόνη σου να θυμηθείς πως πετάνε,μόλις γιάνουν οι φτερούγες σου, και να μην αφήσεις να στις σπάσουν ξανά".

     Έτσι κι έγινε. Ο αετός κράτησε την υπόσχεσή του. Την τάιζε και την ζέσταινε. Κι αυτή άρχισε να στέκεται στα πόδια της ξανά. Τα φτερά της άρχισαν να γιατρεύονται. Άρχισε να πειράζει τον αετό και να τον ραμφίζει απαλά κάθε μέρα που τον έβλεπε. Θυμήθηκε πως χαμογελάνε και ποιος είναι ο δρόμος για το σπίτι της.

     Προσπάθησε να πετάξει, αλλά δεν τα κατάφερε. Φώναξε τον αετό και του ζήτησε να την βοηθήσει για τελευταία φορά. "Πάρε με στην ράχη σου να φύγουμε από εδώ" του ζήτησε " κι εγώ θα μάθω να πετάω ξανά".

     Ο αετός την κοίταξε χαμογελώντας και της έδωσε μια σπρωξιά. Ξαφνιασμένη ανακάλυψε πως δεν έπεφτε, αλλά πως πετούσε όπως παλιά. "Έμεινες πολύ καιρό με τους ανθρώπους και ξέχασε τους τρόπους των πουλιών. Μόνη σου πρέπει να βρεις την γερακίνα, που κρύβεις μέσα σου και να γιατροπορευτείς". Και γελώντας, πέταξε ψηλά και χάθηκε.

     Η γερακίνα συνέχισε να πετάει. Κι όσο πιο ψηλά πήγαινε, άλλαζε. Κι όταν έφτασε απέναντι από το φεγγάρι, είχε βρει την άγρια όψη της και την περηφάνεια της. Αναστέναξε και κοίταξε το αετόφτερο, που κρατούσε σφιχτά στα γαμψά της νύχια. Χάραξε ένα μήνυμα στο φεγγάρι με το μυτερό ράμφος της και γέλασε...

Η ωραία κοιμωμένη




        Μια φορά κι έναν καιρό, σε μία κοντινή χώρα , ζούσε ένα ζευγάρι πολύ αγαπημένο, που όλοι τους ζήλευαν και τους είχαν για παράδειγμα προς μίμηση.

       Δεν ήταν όμως ευτυχισμένοι, γιατί δεν είχαν παιδιά.
Δοκίμασαν τα πάντα, γιατρούς και γιατροσόφια, εξαντλώντας τα χρήματα , την υπομονή και την αγάπη τους, μέχρι που στο τέλος αποφάσισαν να κάνουν τάμα σε κάποιον άγιο ό,τι τους είχε απομείνει ,ως τελευταία κίνηση απελπισίας.

       Αφού πέρασαν από όλα τα μοναστήρια και τις εκκλησίες χωρίς αποτέλεσμα, κι ενώ το κομπόδεμά τους έφτανε στο τέλος του, κάποιος φίλος τους μίλησε για τον Άγιο Έρωτα. Δεν θα χρειαζόταν να δώσουν τίποτα υλικό ούτε χρήματα, ούτε λαμπάδες, ούτε χρυσάφια και μαλάματα. Μόνο έπρεπε να τάξουν πως το παιδί που θα γεννιόταν θα είχε πάντα την πόρτα και την καρδιά του ανοιχτή , όποτε το ζητούσε ο άγιος. Ανακουφισμένοι, δέχτηκαν ανεπιφύλακτα το τάμα.

      Έτσι έγινε κι ένα αυγουστιάτικο μεσημέρι, την ώρα που ο ήλιος έλαμπε, ήρθε στην ζωή τους , πρόωρο, βιαστικό να γνωρίσει τον κόσμο, ένα κοριτσάκι. Μικροκαμωμένο, φωνακλάδικο, με λαμπερά μάτια και πυκνά μαύρα μαλλιά, μπήκε στην ζωή τους και την άλλαξε για πάντα.
Είχαν ξεχάσει το τάμα και τον άγιο , μέχρι που η κόρη τους μπήκε στην εφηβεία. Ο πρώτος έρωτας ήρθε και την συνεπήρε σαν κύμα άγριο και αγνόησε επιδεικτικά όλες τις συμβουλές και τις νουθεσίες των γονιών και των φίλων. Στο διάβα του έμαθε πως μέσα της κατοικούσε κι ένα άλλο πλάσμα, διψασμένο, πεινασμένο κι άγριο, που ζητούσε να δίνει συνεχώς, μέχρι που εξαντλημένη να λιποθυμήσει.

      Κι ενώ βίωνε μέσα της τόσο έντονα το πάθος και τον πόθο , παρατήρησε έκπληκτη, πως όλοι την κοιτούσαν με οίκτο και περίεργη τρυφερότητα. Προσπάθησε να τους μιλήσει, αλλά ανακάλυψε πως δεν μπορούσε να κινήσει τα χείλη της κι ότι όλοι γύρω της αιωρούνταν σαν σε όνειρο. Έκπληκτη , κατάλαβε πως για τους άλλους, φαινόταν πως κοιμάται με έναν ύπνο βαθύ κι ότι δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί τους.

      Οι γονείς της πανικόβλητοι έτρεξαν στον παλιό τους φίλο να ρωτήσουν αν υπάρχει κάποιος τρόπος να βοηθήσουν την κόρη τους. Αυτός τους απάντησε χωρίς δισταγμό, πως μόλις φύγει ο άγιος, το κορίτσι θα συνέλθει. Η μόνη περίπτωση να μείνει σε αυτήν την κατάσταση, είναι άμα την δαγκώσει το φίδι της προδοσίας.

     Τα χρόνια περνούσαν και το κορίτσι , που έγινε γυναίκα, εξακολουθούσε να πέφτει στον ύπνο του άγιου έρωτα για μερικούς μήνες, μερικά χρόνια, αλλά πάντα ξυπνούσε μετά κεφάτη και γεμάτη όρεξη για ζωή. Κανείς πλέον δεν ανησυχούσε για αυτήν την παράδοξη συμπεριφορά , κανείς δεν ξαφνιαζόταν και η ίδια θεωρούσε πως έτσι συμβαίνει με τον περισσότερο κόσμο και ενώ ο άγιος την τυραννούσε, αυτή πάντα το διασκέδαζε και πίστευε πως αυτός ο ύπνος την αναζωογονούσε και της έδινε δυνάμεις.

     Οι επισκέψεις σιγά σιγά αραίωσαν. Σπάνια πια κοιμόταν και η διάρκεια του ύπνου ήταν πιο σύντομη, κάποια λεπτά, κάποιες ώρες. Μην ξέροντας τι κάνει όλες αυτές τις μέρες, που περνούσε ξύπνια, άρχισε να βρίσκει καθησυχαστικές ρουτίνες, που τις επέτρεπαν να ονειρεύεται ξύπνια, και να κοιμάται με τα μάτια ανοιχτά.

     Πίστευε πως το τάμα είχε πληρωθεί και ότι δεν θα ξανασυναντούσε τον άγιο, όταν εμφανίστηκε άξαφνα μπροστά της. Χωρίς δισταγμό αφέθηκε να παρασυρθεί από την οικεία αίσθηση του πόθου, ένιωσε πάλι ζωντανή καθώς έπεφτε για πολλοστή φορά στο λήθαργο του έρωτα.

     Τον ένιωσε να φεύγει από κοντά της και προσπάθησε να ανοίξει τα μάτια της, έτοιμη για την επάνοδο. Τότε ήταν που ένιωσε την δαγκωνιά στο πόδι. Αισθάνθηκε το κορμί της να μυρμηγκιάζει καθώς το δηλητήριο προχωρούσε προς την καρδιά της.

     Κάθε προσπάθεια να ξυπνήσει την έριχνε σε ολοένα και πιο βαθύ ύπνο. Και μόλις άνοιγε τα μάτια της, αντίκριζε το φίδι απέναντί της. Ο έρωτας ξανάρθε κι έφυγε με τον ίδιο τρόπο, αφήνοντάς την να κοιμάται, χωρίς να βρίσκει πλέον ανάπαυλα στην ζωή.

     Πανικόβλητοι οι γονείς έτρεξαν πάλι στον παλιό τους φίλο .Εκείνος τους είπε πως δεν γνωρίζει ποια είναι η θεραπεία. Έπεσαν στα γόνατα και τον παρακάλεσαν να μεσολαβήσει στον θεό , τάζοντας ότι είχαν και δεν είχαν. Τους είπε ότι θα το προσπαθούσε.
Μερικές μέρες αργότερα πήγε να τους επισκεφτεί. Βρήκε την γυναίκα ξαπλωμένη στο κρεβάτι της να κοιμάται με τα μάτια ανοιχτά, έχοντας αγκαλιά το φίδι, να της δαγκώνει τα χείλη. Οι γονείς τον κοίταξαν γεμάτοι προσμονή.

     «Το μόνο αντίδοτο στον δάγκωμα του φιδιού της προδοσίας είναι να βρεθεί αυτός , που ξεπερνώντας το φόβο του, θα την αγκαλιάσει, μαζί με το φίδι, και θα της δώσει ένα βαθύ φιλί , ρουφώντας από τα χείλη της το δηλητήριο», τους είπε. «Έτσι και γίνει αυτό, η κόρη σας θα είναι ελεύθερη για πάντα και από το τάμα και από τον άγιο.»

      Οι γονείς του φίλησαν τα χέρια και άρχισαν αμέσως να ψάχνουν τον άντρα αυτόν, που θα έφερνε σε πέρας την αποστολή. Βάλανε παντού αγγελίες και ανακοινώσεις, έταξαν μεγάλη αμοιβή για όποιον τα κατάφερνε και περίμεναν.

     Πέρασε καιρός. Πολλοί ήρθαν να δοκιμάσουν, αλλά έκαναν πίσω όταν αγκαλιάζοντας την , νιώθανε την κρυάδα του φιδιού να τους παγώνει το κορμί και αντίκριζαν τα δαγκωμένα χείλη της.

     Μία μέρα εμφανίστηκε μπροστά τους ένας νεαρός άντρας. Αφού κοίταξε καλά την γυναίκα, ζήτησε από τους γονείς την άδεια να δοκιμάσει κι αυτός, λέγοντας πως το μόνο που ήθελε ως ανταμοιβή ήταν η αγάπη της κόρης τους. Οι γονείς του την έδωσαν και τον κοίταξαν με ελπίδα καθώς την πλησίασε.

     Έσκυψε χωρίς δισταγμό, την αγκάλιασε και την φίλησε στα χείλη για πολύ ώρα, μέχρι που το φίδι εξαφανίστηκε . Η γυναίκα ανακάθισε στο κρεβάτι και κοίταξε γύρω της με περιέργεια. Σηκώθηκε χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά στον νεαρό άντρα και πήγε στον καθρέφτη. Κοίταξε τα πρησμένα χείλη της και τα χάιδεψε με νοσταλγία.

     Γύρισε και τον κοίταξε με μίσος. «Ποιος σου ζήτησε να με ξυπνήσεις; Ποιος σου είπε πως θέλω να λυτρωθώ; Χίλιες φορές στην αγκαλιά του ύπνου του φιδιού, παρά ξύπνια να προχωρώ στο πλευρό σου δίχως έρωτα».

Ο άντρας έφυγε.
Ο έρωτας δεν ξανάρθε.
Το φίδι δεν την ξαναεπισκέφτηκε.
Κι η γυναίκα έμεινε ξύπνια και μόνη.

Μικρές στιγμές





Βρέθηκα και σήμερα στο γνωστό μου σταυροδρόμι
Στάθηκα στη μέση του σταυρού και άρχισα να σκάβω
Έβγαλα έξω το σεντούκι, που είχα κρύψει πριν από καιρό
Άνοιξα με δυσκολία την σκουριασμένη κλειδαριά


Κάθισα οκλαδόν μπροστά του κι άρχισα να μετράω
Σύντομα τελείωσα την πρώτη μου στοίβα-ήταν μικρή
Μικρές στιγμές, μικρά μαργαριτάρια, στιγμές γέλιου
Μικρές στιγμές, χρυσά νομίσματα, στιγμές συνενοχής
Μικρές στιγμές, λαμπερά πετράδια, στιγμές αγάπης


Έβγαλα την μικρή μου ζυγαριά και την έστησα μπροστά μου
Άρχισα ξανά να μετράω με αγωνία την άλλη μου στοίβα-ήταν μεγάλη
Μικρές στιγμές, γκρίζα χαλίκια, στιγμές λύπης
Μικρές στιγμές, σταχτιά βράχια, στιγμές απόγνωσης
Μικρές στιγμές, μαύρα βουνά, στιγμές πόνου


Για μια ατέλειωτη στιγμή ισορρόπησαν
Σύντομα όμως το βάρος του πρώτου δίσκου ήταν αισθητό
Ανακουφισμένη άρχισα να μαζεύω και πάλι τα πολύτιμα αγαθά μου
Τα κλείδωσα όλα ξανά στο μεγάλο σεντούκι νιώθοντας ανάλαφρη
Το έθαψα και πάλι στο γνωστό σημείο


Προχώρησα ευθεία , συνεχίζοντας τον δρόμο μου
Δεν θα άλλαζα ρότα , ούτε αυτήν την φορά
Κρατούσα στο χέρι το γνωστό μου καλαθάκι
Έριξα μέσα βιαστικά τον ανέξοδο έρωτα και τις μικρές στιγμές του
Σφύριξα ένα τραγούδι αγαπημένο και χαμογέλασα μετά από πολύ καιρό

Ραπουντζέλ






Η μικρή Ραπουντζέλ μεγάλωνε έχοντας για ευχή και κατάρα να αγαπάει και να δίνει. Κάθε φορά που έδινε λίγη από την φλόγα της καρδιάς της, κάθε φορά που αγαπούσε, κάθε φορά που παθιαζόταν , τα μαλλιά της μάκραιναν και γυάλιζαν. Κάθε φορά που έπαιρνε για αντάλλαγμα πίκρα, υποκρισία και δάκρυα, ;έμπαινε γύρω από την καρδιά της ένα μικρό λιθαράκι.
Τα χρόνια περνούσαν και τα μαλλιά της Ραπουνζέλ ήταν τόσο μακριά ,που αναγκαζόταν να τα πλέκει σε πλεξούδες, ενώ το βάρος τους την είχε καθηλώσει. Τα λιθαράκια είχαν χτίσει έναν ψηλό πύργο γύρω της κι αυτή καθισμένη στην κορυφή έβλεπε τον κόσμο από ένα μικρό παράθυρο, που μετά βίας κρατούσε ανοιχτό.
Μία μέρα άκουσε κάποιον να τραγουδάει έξω από το παραθύρι της. Έσκυψε και είδε ένα νεαρό άντρα, που χαμογελαστός της έγνεφε «Καλή μου Ραπουντζέλ, είναι κρίμα να κάθεσαι μόνη σου. Έλα να γνωριστούμε, να παίξουμε, να αγαπηθούμε» της είπε και τα μάτια του έλαμψαν καθώς την κοιτούσε . «Δεν μπορώ να κουνηθώ, δεν μπορώ να κατέβω, δεν μπορώ να σε φτάσω» του απάντησε στεναχωρημένη .«Μην στεναχωριέσαι γλυκιά μου. Ρίξε τις πλεξούδες από το παράθυρο κι εγώ θα τις κάνω σκάλα για να βρεθώ κοντά σου».
Έτσι κι έγινε. Κι ο έρωτας που δεν γύρεψε, που δεν περίμενε και δεν έλπιζε
ήρθε κοντά της και ο κόσμος της άλλαξε κι η Ραπουνζέλ, καθισμένη στο παραθύρι της, έπλεκε κάθε μέρα τα μαλλιά της, που συνέχιζαν να μακραίνουν, περιμένοντάς τον να τα ξανακάνει σκάλα, περιμένοντας την ώρα που θα βρεθεί ξανά στην αγκαλιά του.
Πέρασαν σχεδόν δυο μήνες κι ο νεαρός Έρωτας σταμάτησε να σφυρίζει κάτω από παραθύρι της .Άδικα ατένιζε τον ορίζοντα ψάχνοντας τα ίχνη του. Τα μαλλιά της χάσανε την λάμψη τους κι η απογοητευμένη Ραπουνζέλ είδε τον πύργο να ψηλώνει.
Ο καιρός περνούσε κι άρχισε να γυρίζει στις γνωστές ρουτίνες. Άρχισε πάλι να χαμογελάει και να πλέκει τα όνειρά της στα μαύρα της μαλλιά. Μια μέρα άκουσε πάλι το γνωστό τραγούδι έξω από το παραθύρι της και γεμάτη προσμονή, ξεχνώντας κάθε επιφύλαξη, ξεχνώντας την ατέρμονη αναμονή, ξεχνώντας την πίκρα της εγκατάλειψης, έριξε πάλι τις πλεξούδες της.
Δεν τον ρώτησε γιατί χάθηκε.
Δεν τον ρώτησε γιατί γύρισε.
Δεν τον ρώτησε τι ήθελε.
Όταν τελικά ανέβηκε , της είπε επιτακτικά «Δεν μπορώ να σκαρφαλώνω στα μαλλιά σου για να βρισκόμαστε. Δεν μπορώ να διακινδυνεύω να πέσω και να χτυπήσω για να σε φτάσω. Τα μαλλιά σου φταίνε που χαθήκαμε τόσο καιρό. Θα σε βοηθήσω να τα κόψουμε κι έτσι θα κατέβεις εσύ να μ’ ανταμώσεις.».Αν και φοβόταν να τα κόψει, έχοντας συνηθίσει το βάρος τους και θεωρώντας τα κομμάτι αναπόσπαστο του εαυτού της, η Ραπουνζέλ συμφώνησε αμέσως μαζί του
Ο Έρωτας γύρισε την επόμενη μέρα κρατώντας ένα μεγάλο ψαλίδι Ανέβαινε προς το μέρος της κόβοντας κομμάτια από όνειρα κι ελπίδες, γυμνώνοντας στο διάβα του το παρελθόν και τον πλούτο της καρδιάς της . Όταν έφτασε τελικά κοντά της την κοίταξε με άδεια μάτια ,γέλασε και είπε «Αχ, μικρή μου ονειροπαρμένη, δεν αξίζεις τελικά τίποτα χωρίς τα μαλλιά σου» και μπροστά στα έκπληκτα και δακρυσμένα της μάτια πήδηξε έξω, μακριά της.
Τρομαγμένη έσκυψε να δει , φοβούμενη μήπως χτύπησε κατά την πτώση. Τον είδε να προσγειώνεται ομαλά στο μαλακό στρώμα ,που είχαν κάνει τα κομμένα της μαλλιά . Σηκώθηκε, τίναξε από πάνω του και τις τελευταίες τρίχες κι έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω του.
Κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες του πύργου, παράξενα ανάλαφρη χωρίς τον όγκο των μαλλιών της. Η πόρτα έχασκε ορθάνοιχτη μπροστά της. Βγήκε έξω διστακτικά και σκέπασε με τα χέρια τα μάτια της ψάχνοντας να βρει κάποιο ίχνος τους, κάποιο σημάδι. Το μόνο που είδε μπροστά της ήταν ο σωρός των κομμένων της μαλλιών. Πέρασε τα δάχτυλά της μηχανικά ανάμεσα στα κοντοκουρεμένα της μαλλιά
Σήκωσε το κεφάλι της προς τον ήλιο και αναστέναξε πνίγοντας έναν λυγμό.
Πέρασε καιρός. Αν κάποτε περάσει κάποιος έξω από τον ψηλό πύργο, θα την βρει καθισμένη μπροστά στο παραθύρι να χτενίζει τα μακριά μαύρα της μαλλιά τραγουδώντας μ’ ένα παράξενο χαμόγελο στα χείλη. Η πόρτα του πύργου είναι ανοιχτή ενώ στο κατώφλι της γράφει «Όποιος κι αν είσαι μπες, αν θέλεις να γνωριστούμε. Ανέβα τα σκαλιά, αν θέλεις να έρθεις κοντά μου. Να ξέρεις όμως πως δεν θα θυσιάσω για σένα τα μαλλιά μου»

Το είδωλο ενός ερωτικού ονείρου


«Ακόμα να σηκωθείς; Πέρασε η ώρα». Η φωνή διέσχισε τα πέπλα της συνείδησης κι έφτασε στ’ αυτιά μου , αποσπώντας με βίαια από την αγκαλιά του Μορφέα. Άνοιξα τα μάτια μου και κοίταξα με απορία. Ανακάθισα στο κρεβάτι με κόπο νιώθοντας τρομερά κουρασμένη. 
Σηκώθηκα μονολογώντας πηγαίνοντας με σερνάμενα βήματα προς το μπάνιο «Η συμφιλίωση με τα όνειρα είναι εφικτή για αυτούς που τα αποδέχονται ως ανάπαυλα, ως ανάσα ενάντια στην καθημερινότητα. Για αυτούς που δεν αποδέχονται ή δεν θέλουν να αποδεχτούν την πραγματικότητα είναι μια πληγή που αιμορραγεί μόλις ανοίξουν τα μάτια τους».
Κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Καθάρισα μορφάζοντας τα σημάδια του μολυβιού γύρω από τα μάτια. Έβγαλα τη νυχτικιά και τα εσώρουχά μου. Επιθεώρησα το είδωλό μου από όλες τις πλευρές, έσκυψα, έστειλα φιλιά, δοκίμασα χαμόγελα , προβάρισα στάσεις και κινήσεις. Έβγαλα κοροϊδευτικά την γλώσσα στο γυμνό κορμί απέναντι μου και αναστέναξα.
«Δεν υπάρχουν όνειρα-καθρέφτες, να κάτι πραγματικά ευχάριστο. Στα όνειρά μου δεν έχω κυτταρίτιδα και ραγάδες, η κοιλιά μου είναι επίπεδη, δεν έχω σημάδια και ρυτίδες. Πάλι άσχημα ξύπνησα και σήμερα – πρέπει να σταματήσω να ονειρεύομαι».
Κάθισα στην άκρη του κρεβατιού και άναψα τσιγάρο. «Σε λίγο πρέπει να είμαι στο γραφείο. Τα όνειρα δεν έχουν πρέπει, είναι ένας υπέροχος κόσμος ασυδοσίας. Πρέπει σημαίνει ακολουθώ την φωνή της λογικής, της ηθικής, του νόμου. Στα όνειρά μόνο είμαι ελεύθερη να ακολουθήσω τα αισθήματά μου χωρίς τον φόβο της τιμωρίας. Μάλωσα με τον Γ. χθες. Κάτω από το φως της λογικής του τα όνειρα γίνονται μακρινές χίμαιρες , ο σκεπτικισμός του με προσγειώνει σε έναν κόσμο επίπεδο χωρίς φως και χρώματα, χωρίς μουσική και τραγούδια, όπου οι λέξεις απομυθοποιούνται και ο έρωτας δεν έχει φτερά. Κι εγώ, φαινομενικά συμβιβασμένη, απέμεινα να τον κοιτάζω με άδειο βλέμμα, περιμένοντας το βράδυ για να αποδράσω, να ξαναβρεθώ στο μαγικό κόσμο των ξωτικών».
Σηκώθηκα και άρχισα να ντύνομαι βιαστικά. Έβαψα τα μάτια , φόρεσα κραγιόν, κούμπωσα το σακάκι, κοιτάχτηκα και πάλι στον καθρέφτη. «Άργησα και πάλι, όπως συχνά συμβαίνει τον τελευταίο καιρό. Άργησα στην δουλειά, στον έρωτα, στην ζωή. Και αυτή η αργοπορία αντί να με αγχώνει , με αδρανοποιεί». Πήγα πάλι στην κουζίνα, άναψα τσιγάρο , πήρα μερικές βαθιές ρουφηξιές και το έσβησα με νευρικές κινήσεις στο τασάκι. Βγήκα κλείνοντας αθόρυβα την πόρτα πίσω μου.
Έξω έβρεχε. Άφησα την βροχή να κυλάει επάνω μου σαν χάδι, σαν λύτρωση, σαν ξέπλυμα αμαρτιών. Την αγαπάω την βροχή ακόμα και σε αυτήν την πόλη που δεν έχει μυρωδιά και ταυτότητα. Τα αυτοκίνητα κορνάρουν ασταμάτητα, οι άνθρωποι τρέχουν με τις ομπρέλες ανοιχτές και εγώ στέκομαι ακίνητη έξω από το αυτοκίνητο, με τα κλειδιά στο χέρι, σκουπίζοντας χαμογελώντας τις στάλες της βροχής από τις βλεφαρίδες μου. Χωρίς ομπρέλα, χωρίς προστασία, χωρίς προφυλακτικό, ενάντια στις συμβουλές της μαμάς και της λογικής που μου επιβάλλουν.
Οδηγώ μηχανικά, έχει πολύ κίνηση, κοιτάζω αφηρημένα έξω από το παράθυρο. « Από πότε έχω να βρεθώ στην φύση, να μυρίσω τις εποχές, να αγγίξω λουλούδια, να ακούσω πουλιά να κελαηδούν, να νιώσω το κορμί μου, από πότε αλήθεια, από πότε;» . Η μουσική με ταξιδεύει, οι υαλοκαθαριστήρες κάνουν το γνωστό μονότονο θόρυβο, η βροχή στην οροφή με νανουρίζει.
Κοιτάζω έξω τα σαλιγκάρια-αυτοκίνητα που έχουν ξεχυθεί στους δρόμους, στριμωγμένα το ένα δίπλα στο άλλο, νευρικοί οδηγοί κορνάρουν ασταμάτητα λες κι έτσι θα εξαφανίσουν την ουρά στα φανάρια, βάζω πρώτη, σταματάω πάλι. Αρχίζω να κάνω σχέδια. « Σήμερα θα κοιμηθώ νωρίς. Τέρμα στα βράδια με μουσική και ονειροπολήματα. Τέρμα στην μεμψιμοιρία και στην απόγνωση. Δεν θα κυνηγήσω ξανά χίμαιρες. Θα κλείσω για πάντα την πόρτα στα παραμύθια.». Το χτύπημα στο παράθυρο με τρομάζει. Κοιτάζω την κοπέλα με το αδιάβροχο και τα διαφημιστικά σαν φάντασμα. Ανοίγω το παράθυρο και παίρνω χαμογελώντας το φυλλάδιο, που μου προσφέρει.
«Εναλλακτικές διακοπές. Ελάτε κοντά στην φύση μπλα,μπλα.» Στη μέση μια φωτογραφία. Ένα μικρό σπίτι στο δάσος, από μακριά ένα ποτάμι με αφρισμένα νερά, πουλιά που πετάνε.. Τα μάτια μου θολώνουν. Νιώθω το χαμόγελο να παγώνει στο πρόσωπό μου και την βροχή να κυλά στο πρόσωπό μου, παρά το κλειστό παράθυρο. Αισθάνομαι τα πόδια μου να βουλιάζουν σε κάτι μαλακό και οικείο. Μυρίζω μουσκεμένο χώμα και φύλλα . Κάτι μου χαϊδεύει το πρόσωπο. Ακούω το θόρυβο που κάνει το νερό στο ποτάμι. Ανοίγω τα μάτια μου.
Κοιτάζω έκθαμβη γύρω μου. Απλωμένο στα πόδια μου ένα καφεκόκκινο χαλί από πεσμένα φύλλα. Γύρω μου δέντρα και ερημιά. Προχωρώ διστακτικά ακούγοντας τα ξεραμένα φύλλα να μεταδίνουν το βήμα μου σπάζοντας . Περπατώ πιο αποφασιστικά κλωτσώντας με απόλαυση φύλλα και χώμα. Ανοίγω τα χέρια διάπλατα και αρχίζω να στροβιλίζομαι στα βήματα ενός αυτοσχέδιου χορού βγάζοντας χαρούμενες κραυγές, όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα .
Σταματώ λαχανιασμένη και σωριάζομαι στο έδαφος. Κοιτώ τα κομμάτια του ουρανού που φαίνονται ανάμεσα στα κλαδιά των δέντρων και συνειδητοποιώ πως έχει αρχίσει να βραδιάζει και εγώ δεν ξέρω που βρίσκομαι και προς τα πού θα πρέπει να πάω. Η φύση είναι περίεργα σιωπηλή. Ο μόνος θόρυβος που ακούγεται είναι η καρδιά μου που χτυπά δυνατά. Πανικοβάλλομαι και αρχίζω να τρέχω δεξιά και αριστερά ψάχνοντας κάποιο σημάδι ζωής. Τα κλαδιά των δέντρων πληγώνουν το πρόσωπό μου, αγκάθια και θάμνοι γρατζουνούν τα χέρια και τα πόδια μου. Ο ιδρώτας που κυλά αλατίζει τις πληγές και με τσούζουν.
«Που βρίσκομαι; Τι μου συμβαίνει; Φοβάμαι, θέλω να γυρίσω πίσω. Πρέπει να βρω τον δρόμο της επιστροφής. Πρέπει να υπάρχει κάποιος δρόμος. Θέλω να γυρίσω πίσω, να γυρίσω πίσω όλα τα ρολόγια, χρόνια πριν το σήμερα, χρόνια πριν από τον φόβο, πριν γεννηθεί στο μυαλό μου αυτό το τέρας που ζητά αίμα καρδιάς για να ξεδιψάσει και κομμάτια της λογικής μου για χορτάσει. Το ναρκώνω με όνειρα, το νανουρίζω σε κρεβάτια δίχως πάθος, του λέω παραμύθια για να γλυτώσω τους εφιάλτες που γεννά. Πήρα το τρένο του ονείρου και κατέβηκα σε λάθος σταθμό. Θα κλείσω ξανά τα μάτια κι όταν τα ανοίξω θα έχω γυρίσει πίσω, μακριά από τον φόβο, μακριά».
Είμαι ακόμα εδώ. Ακούω μόνο την καρδιά μου. Ο αέρας μυρίζει μούχλα και αποσύνθεση. Σηκώνοντας το βλέμμα, βλέπω μπροστά μου ένα πέτρινο σπίτι. Από το παράθυρο αχνοφέγγει μια σιλουέτα που πηγαινοέρχεται. Σταματάω κοντανασαίνοντας μπροστά στην πόρτα. Φτιάχνω μηχανικά τα μαλλιά μου και τινάζω τα φύλλα και το χώμα από το κορμί μου. «Ας είναι κάποιος μέσα, ας είναι αληθινό, ας είναι καταφύγιο. Μην είναι Θεέ μου παγίδα, μην είναι ψέμα, μην είναι απάτη». Κοιτάω πίσω μου τα δέντρα που απλώνουν θαρρείς την σκιά τους να με φτάσουν και κολλάω το δάχτυλο στο κουδούνι.
Ανοίγει τόσο απότομα που πέφτω στα πόδια της ηλικιωμένης γυναίκας που με κοιτά ερευνητικά. « Σας παρακαλώ, βοηθείστε με, έχω χαθεί». Η φωνή μου σπάει, δάκρυα αναβλύζουν από τα μάτια μου. Η γυναίκα με σηκώνει, με αγκαλιάζει και μου χαϊδεύει τα μαλλιά. Η αγκαλιά της είναι ζεστή. Μυρίζει γάλα και σαπούνι . Μου σκουπίζει τα μάτια σιωπηλά και κλείνει πίσω της την πόρτα. Αισθάνομαι μετά από πολύ καιρό ήρεμη και ασφαλής. Ακολουθώ αυτήν την άγνωστη γυναίκα με την οποία αισθάνομαι παράξενα οικεία, την ακολουθώ πειθήνια , γιατί μυρίζει αγάπη.
«Έλα πουλάκι μου, κάτσε κοντά στην σόμπα να ζεσταθείς. Θα σου φτιάξω ένα φλαμούρι και θα ετοιμάσω το μπάνιο. Έλα, τζιγέρι μου, μην κλαις άλλο, αύριο θα είναι όλα διαφορετικά» μου είπε και με έβαλε να κάτσω σε μια πολυθρόνα , ενώ αυτή βγήκε από το δωμάτιο. Άκουγα το θόρυβο από το νερό της βρύσης και τα ντουλάπια που ανοιγόκλεινε στην κουζίνα.
Οι αναμνήσεις βγήκαν από το χρονοντούλαπο. Δεν είχα ποτέ στενή σχέση με την μητέρα μου. Όλες οι προσπάθειες προσέγγισης πάντα μας οδηγούσαν πιο μακριά την μία από την άλλη. Οι μόνοι άνθρωποι που μοιραζόμουν χωρίς τον φόβο της απόρριψης τα συναισθήματά μου, ήταν ο πατέρας μου και η γιαγιά μου, πεθαμένοι και οι δύο χρόνια τώρα. Μ’ αυτούς μπορούσα να υποστώ την κριτική νιώθοντας πάντα σίγουρη ότι δεν επισκίαζε την αγάπη τους. Το κενό που άφησε η φυγή τους δεν έκλεισε ποτέ. «Τζιγέρι μου, μου έλεγε η γιαγιά μου, μην ταΐζεις μαργαριτάρια τα γουρούνια, μην τα δίνεις όλα, κράτα κάτι και για σένα». Κι εγώ πάντα υποστηρίκτρια των φίλων, των ερώτων , των ιδεολογιών, μάλωνα μαζί της. Σήκωνε τους ώμους και μου έλεγε «Ξέρω ότι θα κάνεις του κεφαλιού σου πουλάκι μου. Πάντα κλέβεις στο ζύγι την λογική, όταν αγαπάς».
«Έλα, το φλαμούρι είναι έτοιμο. Πιες το και μπες να κάνεις μπάνιο». Κοίταξα στα μάτια την ηλικιωμένη γυναίκα που χαμογελούσε στοργικά. Το ήπια υπάκουα και την ακολούθησα. Άνοιξε την πόρτα , με έσπρωξε μέσα απαλά και έφυγε. Πέταξα γρήγορα τα ρούχα μου και μπήκα στην μπανιέρα. Άφησα το σώμα μου να χαλαρώσει και σαπούνισα με απόλαυση το κορμί μου. Άφησα το νερό να κυλάει με δύναμη επάνω μου προσπαθώντας μαζί με την βρωμιά να καθαρίσω και το μυαλό μου από τις σκέψεις. Βγήκα και τυλίχτηκα στην άσπρη πετσέτα που ήταν ακουμπισμένη δίπλα στην μπανιέρα. Άνοιξα την πόρτα και ξυπόλυτη περπάτησα στα δάχτυλα με μια παιχνιδιάρικη διάθεση ψάχνοντας την φιλόξενη οικοδέσποινα.
Ανοίγω την πρώτη πόρτα που βρίσκω μπροστά μου και ξαφνιάζομαι βλέποντας την μορφή μου να διαγράφεται θολά σ’ ένα μεγάλο καθρέφτη . Πλησιάζω πιο κοντά και στο φως των κεριών βλέπω ακουμπισμένα δίπλα του μία μαύρη διάφανη ρόμπα και χοντρές χρυσές κλωστές. Φοράω την ρόμπα και πλέκω τα υγρά ακόμα μαλλιά μου με τις κλωστές, Κοιτάζω αχόρταγα το είδωλο στον καθρέφτη. Οι χρυσές κλωστές φωτίζουν παράξενα το πρόσωπό μου. Αγγίζω τα χείλη μου, χαϊδεύω απαλά τα στήθη , την μέση, τους γοφούς, τους μηρούς που διαγράφονται κάτω από την μακριά ρόμπα.
Δίπλα στον καθρέφτη έχει μια πορφυρή βελούδινη κουρτίνα,. Την τραβάω με περιέργεια και αδημονία. Πίσω της υπάρχει μια αψίδα, που οδηγεί σε ένα άλλο δωμάτιο. Το δωμάτιο είναι κυκλικό , χωρίς πόρτες και με πολλά μικρά παράθυρα , που βλέπουν στον ουρανό. Εκατοντάδες κεριά τοποθετημένα σε διάφορες θέσεις φωτίζουν ένα κυκλικό κρεβάτι στο κέντρο του, Επάνω του, γυμνός, δεμένος με χρυσές κλωστές , ίδιες με των μαλλιών μου , είναι ο Π.
Σκιές και φως παίζουν στα μάτια του και στο κορμί του. Νιώθω το βλέμμα του να με καίει σε κάθε μου κίνηση. Πλησιάζω αργά. Στέκω μπροστά του και βγάζω την ρόμπα. Γελάω, νιώθοντας περίεργα ελεύθερη. Βλέπω το κορμί μου να καθρεφτίζεται στα μάτια του και αυτή η εικόνα γιατρεύει τις ανασφάλειες μου. Γελάω δυνατά τώρα. Είμαι η γυναίκα αράχνη, η αρχέγονη γυναίκα θεά που κρατάω τα νήματα της ζωής και του θανάτου. Χαϊδεύω παιχνιδιάρικα όλο του το κορμί με τα χέρια, τα χείλη, τη γλώσσα μου. Σταματάω κοιτώντας τον ορθωμένο του φαλλό σαν να αναμετρώ έναν αντίπαλο. Γελώ προκλητικά και τον βάζω στην υγρή μου ήβη.
Το πρόσωπό του αλλάζει. Γίνεται μια μεγάλη οθόνη που πάνω της παρελαύνουν σαν ασπρόμαυρη ταινία άλλης εποχής, όλοι οι άντρες που αγάπησα και μ’ αγάπησαν, που πρόδωσα και με πρόδωσαν, που πλήγωσα και με πλήγωσαν. Κλείνω τα μάτια μου και κλαίω σιωπηλά.
Ο Π. σπάει τις κλωστές και με κρατά σφιχτά στην αγκαλιά του. Μαζεύει τα δάκρυα με τη γλώσσα του. Με χαϊδεύει απαλά, ψιθυρίζοντας λέξεις μαγικές «Άσε με να σε γνωρίσω, να μπω στο μυαλό, στην καρδιά, στο κορμί σου. Άσε με να σ’ αγγίξω, να ταξιδέψω στο σώμα σου. Δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι σε αυτό το παιχνίδι. Και οι δυο μας ζητάμε την λύτρωση από αυτήν την άσκοπη μάχη. Το φόβο που νιώθεις εσύ, νιώθω κι εγώ, το αίμα μου χτυπά δυνατά στις φλέβες μου , όπως και το δικό σου. Μην ματώνεις άλλο πουλί μου, άσε με να σ’ αγαπήσω».
Τα χέρια του με αγγίζουν απαλά, ψάχνουν κάθε σπιθαμή του κορμιού μου. Τα χείλη του ακολουθούν την διαδρομή τρυφερά στην αρχή, επίμονα μετά, ιχνηλατούν αντιδράσεις, ζητούν συνενοχή. Κοιτώντας με στα μάτια , μπαίνει αργά μέσα μου.
 Αυτός κολυμβητής, που απελπισμένα παλεύει με τα κύματα, χτυπιέται στα τοιχώματα της μήτρας μου, θέλοντας να εισχωρήσει πιο βαθειά , να επανακτήσει την πρωταρχική μορφή της ύπαρξής του, να ξαναγεννηθεί. Κι εγώ, μάνα, θάλασσα και γη, ζητώ για αντάλλαγμα την έκρηξη της δημιουργίας στο κεφάλι και στο σώμα μου. Ο έρωτας μεσίτης κρατά για αμοιβή την απειροελάχιστη στιγμή που θα βρεθούμε μαζί στο κενό.
Ένα εκκρεμές είμαστε, εγώ το νήμα κι εσύ το βαρίδιο στην άκρη. Αιωρούμαστε μαζί διαγράφοντας μεγάλη αργή τροχιά στην αρχή, στην συνέχεια πιο μικρή και σύντομη, όλο και πιο μικρή και σύντομη, ώσπου να φτάσουμε και πάλι στην αρχή. Σε κίνηση μας κρατάει ο έρωτας κι εμείς επαναλαμβάνουμε την παράλογη αιώρησή μας, ως την στιγμή που ακίνητοι θα παραδοθούμε στο νόμο της βαρύτητας, στο νόμο της φύσης, στον νόμο του έρωτα.
Παραδομένοι ο ένας στο κορμί του άλλου, ισορροπούμε για ένα λεπτό, έναν χρόνο, έναν αιώνα. Δεν κινιόμαστε φοβούμενοι μην σπάσει το νήμα που μας ενώνει. Δεν μιλάμε ξέροντας πως μόνο η σιωπή μπορεί να εκφράσει τα συναισθήματα , που μας συγκλονίζουν.
Αγκαλιαζόμαστε σφιχτά και αφουγκραζόμαστε το αίμα της καρδιάς μας να χτυπά. Με τρεμάμενα δάχτυλα χαϊδεύω το περίγραμμα των χειλιών του. Φιλάει τις άκρες των δαχτύλων μου και φέρνει το χέρι μου πάνω στο στήθος του, πάνω στην καρδιά του. Κοιταζόμαστε στα μάτια για μια ατελείωτη στιγμή. Είμαστε ο Αδάμ κι η Εύα που επαναλαμβάνουμε το προπατορικό αμάρτημα για να μείνουμε αθάνατοι, για να γίνουμε θεοί. Μοιραζόμαστε τον απαγορευμένο καρπό και γελάμε.
Σηκώνομαι και κρατώντας τον από το χέρι πάμε μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη. Ακούω το χτύπημα στην πόρτα. Έντονο. Επίμονο. Γυρίζω το κεφάλι μου και βλέπω μπροστά μου κάποιον να χτυπά το παράθυρο του αυτοκινήτου δείχνοντας αρκετά θυμωμένος. Πίσω μου ακούγονται κόρνες . Βάζω μπρος και ξεκινάω.
Το κεφάλι μου γυρίζει . Εκατοντάδες σφυριά χτυπάνε στους κροτάφους μου. «Το μυαλό μου είναι ο αντίπαλος. Δημιουργεί φαντασιώσεις και εγώ ακροβατώ σε ένα τεντωμένο σκοινί , την λογική μου , για να τις φτάσω. Η άβυσσος κάτω μου τρομακτική κι εγώ προσπαθώ να ισορροπήσω , τρελός σαλτιμπάγκος , που εκτελεί το νούμερό του χωρίς δίκτυ προστασίας. 
Ταλαντεύομαι διαρκώς ενώ η απόσταση που με χωρίζει από το τέρμα όλο και μεγαλώνει. Δεν θέλω να ονειρεύομαι, δεν θέλω, δεν θέλω. Δεν θέλω να ακροβατώ, δεν θέλω, δεν θέλω. Τα όνειρα γίνονται εφιάλτες, οι φαντασιώσεις παραλήρημα κι εγώ διαλύομαι , γίνομαι κομμάτια επιστρέφοντας στην πραγματικότητα».
Κοιτώ αφηρημένα στον καθρέφτη .Βλέπω το είδωλό μου να χαμογελάει . Αποστρέφω το βλέμμα σοκαρισμένη. Η καρδιά μου χτυπά τρελά. Ξανακοιτώ κλεφτά σαν ακούσιος ηδονοβλεψίας , που παρακολουθεί μια ερωτική σκηνή κόντρα στην φωνή της ηθικής του. Το χαμόγελο- αποστάτης είναι ακόμα κρεμασμένο στα χείλη μου. « Τρελαίνομαι, Θεέ μου, τρελαίνομαι!!».
Φτάνω τρέχοντας στο γραφείο. Δεν θυμάμαι καμιά από τις δικαιολογίες που είχα ετοιμάσει τόσο προσεκτικά. Απαντάω μονολεκτικά στις ερωτήσεις για την καθυστέρηση, οι φωνές των συναδέλφων έρχονται από μακριά σαν αέρας που περνά μέσα από κλειστές πόρτες και παράθυρα. Γνέφω καταφατικά χωρίς να έχω καταλάβει τίποτα. 
Γαυγίζω στο τηλέφωνο που χτυπά ασταμάτητα , ατενίζω με απλανές βλέμμα την οθόνη του υπολογιστή μου ,κοιτάζω επίμονα τις σημειώσεις μου προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσω τα ιερογλυφικά . Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Απελπισμένη αφήνω τον εαυτό μου να βουλιάξει στην σκοτεινή πλευρά του μυαλού μου , όπου δεν υπάρχουν σκέψεις, εικόνες, αναμνήσεις.
Περνώ την υπόλοιπη μέρα κοιτώντας αγριωπά όποιον με πλησιάσει, φτύνω απαντήσεις με το ζόρι, κάνω την δουλειά μου μηχανικά. Στο τέλος του ωραρίου, φεύγω από το γραφείο σαν δαιμονισμένη. Γυρίζω σπίτι και κλειδώνομαι στο μπάνιο.
Προσπαθώ να μαζέψω τα κομμάτια του μυαλού μου, να βρω λογικές εξηγήσεις. «Ίσως φταίει η βροχή. Πάντα γίνομαι υπερβολικά συναισθηματική όταν βρέχει- είναι η δική μου πανσέληνος. Ίσως φταίει η υπερένταση των τελευταίων ημερών και τα προβλήματα στην δουλειά. Κι εγώ κάτω από αυτήν την πίεση , άφησα την φαντασία μου να με παρασύρει σε μονοπάτια κακοτράχαλα κι αυτό με οδήγησε σε υπερβολικές αντιδράσεις. Θα χαλαρώσω, θα ξεκουραστώ, θα μιλήσω με τον Γ. , θα ξεχάσω».
Το βράδυ με βρίσκει να διηγούμαι στον Γ. με ανάλαφρο τόνο την πρωινή μου φαντασίωση. Ο πρωινός πανικός μου φαντάζει γελοίος. Γελάω ευτυχισμένη δίπλα σε αυτόν τον άντρα που πατάει γερά στην γη, που δεν τον φοβίζουν τα αερικά, που δεν πιστεύει στα παραμύθια. Η σταθερότητα, η ακλόνητη λογική, η επιφυλακτικότητά του, όλα αυτά που μέχρι χθες με εκνεύριζαν , σήμερα φαντάζουν ως τα κυριότερα προτερήματά του.
 Κάνουμε έρωτα με πάθος κι εγώ αφήνομαι να πλημμυρίσω από αυτήν την γήινη δύναμη, με εγκατάλειψη και ανακούφιση. Κοιμάμαι στην αγκαλιά του κουλουριασμένη σαν έμβρυο, σίγουρη πως έχω ξορκίσει τα φαντάσματα, πως έχω διώξει όλες τις σκιές.
Ξυπνάω χαρούμενη. Δεν υπάρχουν αναμνήσεις ονείρων σήμερα. Δεν έχω την γνωστή πικρίλα στο στόμα. Αισθάνομαι ξεκούραστη και ανάλαφρη. Τραγουδάω ενώ ντύνομαι κοιτάζοντας με τρυφερότητα τον Γ. που κοιμάται ακόμα. Ανοίγει τα μάτια του και με παρατηρεί σιωπηλός. Του στέλνω ένα φιλί, του κλείνω το μάτι και φεύγω βιαστικά πριν προλάβει να αντιδράσει.
Ο ήλιος λάμπει έξω. Τίποτα δεν θυμίζει την χθεσινή νεροποντή. Σηκώνω το πρόσωπό μου στον ήλιο, απλώνω τα χέρια και χαμογελάω. Μπαίνω στο αυτοκίνητο και αλλάζω το καταθλιπτικό μου cd με κάτι πιο χαρούμενο, πιο πρωινό, πιο κεφάτο. Σιγοτραγουδάω οδηγώντας. Δεν έχει πολύ κίνηση σήμερα και ακόμα και οι υπόλοιποι οδηγοί δείχνουν πιο χαλαροί και ευδιάθετοι. Στο γνωστό φανάρι καθυστερώ λίγο. Ανοίγω χαμογελώντας το παράθυρο στην κοπελιά που μοιράζει διαφημιστικά.
«Εναλλακτικές διακοπές. Ελάτε κοντά στην φύση μπλα,μπλα.» Στη μέση μια φωτογραφία. Ένα μικρό σπίτι στο δάσος, από μακριά ένα ποτάμι με αφρισμένα νερά, πουλιά που πετάνε.. Ετοιμάζομαι να το βάλω στη θήκη μαζί με τα υπόλοιπα , όταν κάτι τραβάει την προσοχή μου. Δίπλα στο ποτάμι στέκει όρθια μια γυμνή γυναίκα , που έχει τα μαλλιά της πλεγμένα με χρυσές κλωστές και χαμογελάει στον άντρα που ξαπλωμένος στο έδαφος, της τείνει το χέρι του..