Το φεγγαροποτό




Ήταν ένα γλυκό φθινοπωρινό βράδυ αν και τίποτα δεν το είχε προμηνύσει. Ο καιρός όλη μέρα ταλαντευόταν ανάμεσα στο καλοκαίρι και στον χειμώνα χωρίς να αποφασίζει ποιο να διαλέξει.
Από το πρωί η ατμόσφαιρα μύριζε βροχή, ενώ όλη την μέρα γκρίζα σύννεφα σκέπαζαν τον ουρανό κι ένα δροσερό αεράκι έκανε τους περαστικούς με τα κοντομάνικα να αναθεματίζουν που δεν πήραν τα μπουφάν τους. Μέχρι το βραδάκι τα σύννεφα είχαν εξαφανιστεί, ο αέρας είχε κοπάσει κι ένα φεγγάρι κίτρινο σαν φέτα λεμονιού βγήκε χαμηλά στον καθαρό ουρανό.
Η Στέλλα το κοίταξε χαμογελώντας. Ήθελε να απλώσει το χέρι της , να το αρπάξει και να το ρίξει μέσα στην σκέτη βότκα που έπινε καθισμένη στο μπαλκόνι του σπιτιού της. Το χαμόγελό της πλάτυνε στην σκέψη . Ναι, ένα φεγγαροποτό θα ήταν το ιδανικό γι’ αυτήν την μέρα, ένα φεγγαράκι ξαπλωμένο στο ποτήρι της σίγουρα θα έδινε άλλη γεύση στην πίκρα του ποτού και των τσιγάρων.
Άπλωσε το χέρι της κι αντί για το φεγγάρι έπιασε το κινητό της. Κάλεσε τον Αστέριο χωρίς να το σκεφτεί, θέλοντας να μοιραστεί όπως συνήθιζε την μικρή χαρά της στιγμής, να σερβίρει ένα χαμόγελο βουτηγμένο στη ζάλη του φεγγαριού.
Ακούγοντας τον ήχο της κλήσης άρχισε μηχανικά να μετράει «ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε..» . Κάθε κουδούνισμα έσβηνε κάτι από το χαμόγελο και το φως που έλαμπε στο πρόσωπό της. Το τηλέφωνο παραδόθηκε κλείνοντας την γραμμή κι ίδια ζάρωσε ξεφουσκώνοντας στην καρέκλα σαν μπαλόνι που μόλις είχε βγει όλος ο αέρας από μέσα του.
Έκλεισε τα μάτια της κι έμεινε ακίνητη ενώ η καύτρα του τσιγάρου της έκαιγε τα δάχτυλα. Άνοιξε τα δάχτυλα και την παρακολούθησε νοερά να πέφτει στο ξέχειλο τασάκι. Είχαν περάσει περισσότερους μήνες χώρια παρά μαζί κι αυτή πεισματικά εξακολουθούσε να ελπίζει και να μην βλέπει πως αυτός ζούσε σε άλλο παραμύθι .
Γι’ αυτήν τα προβλήματα ήταν ένα βουνό που έπρεπε να σκαρφαλώσουν για μπορέσουν να βρεθούν από την άλλη πλευρά , ενώ γι’ αυτόν ήταν ένα εμπόδιο που δεν μπορούσε να παραμεριστεί και η άλλη πλευρά αφού δεν ήταν ορατή , απλά δεν υπήρχε.
Αναστέναξε κι άνοιξε τα μάτια της. Έμεινε για μια στιγμή μετέωρη να ακούει τα δάκρυά της που έσταζαν μέσα στο ποτήρι με την βότκα. Το σήκωσε και ήπιε μονοκοπανιά το μπερδεμένο ποτό. Χαμογέλασε και πάλι αλλά το χαμόγελο είχε την πίκρα της επίγνωσης.
Μπήκε στην κουζίνα και γέμισε ένα μπωλ με παγάκια, πήρε από το σαλόνι το μπουκάλι της βότκας , το έβαλε παραμάσχαλα, πήρε το netbook κι έτσι φορτωμένη βγήκε πάλι στο μπαλκόνι. Τα άφησε στο τραπέζι κι ανέβασε την τέντα για να βλέπει το λεμονοφέγγαρο.
Αστέρι την φώναζε ο Αστέριος και γυρνούσαν κι οι δυο όταν κάποιος μιλούσε για αστέρια. Τα αστέρια τους συνόδευαν από την αρχή της σχέσης τους, ήταν η αφορμή για την πρώτη τους συζήτηση και στην συνέχεια τα έβλεπαν ο ένας στα μάτια του άλλου.
«Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να ανταμώσουν δυο αστέρια; Ξέρεις πόσα έτη φωτός τα χωρίζουν; Ξέρεις ότι θα ήταν καταστροφικό αν τελικά τα κατάφερναν;» την ρωτούσε αυτός ενώ της χάιδευε τα μαλλιά. Κι εκείνη ακουμπισμένη στο στήθος του, απλά ανάσαινε και χαμογελούσε. «Ξέρω πως είναι φτιαγμένα από το ίδιο υλικό» του έλεγε παιχνιδιάρικα και σήκωνε το κεφάλι της για να τον φιλήσει.
Ίσως έπρεπε να τον ακούσει πιο προσεχτικά τότε. Ίσως δεν έπρεπε να είναι τόσο αισιόδοξη, αλλά υπάρχει έρωτας που να μην ονειρεύεται, υπάρχει έρωτας χωρίς το όραμα της τέλειας ένωσης, υπάρχει έρωτας που αμφιβάλλει για τον έρωτα; Τώρα ήξερε την απάντηση. Υπήρχε ο δικός του έρωτας…
«Είναι τόσο εύκολο να σ’ αγαπήσει κανείς αστέρι μου» της είπε. «Δίνεσαι τόσο απόλυτα, ρίχνεις όλο σου το φως σ’ αυτόν που αγαπάς, τον κάνεις να αισθάνεται πως είναι ο ήλιος της ζωής σου». Σταμάτησε για λίγο να μιλάει και της χάιδεψε απαλά το μάγουλο με τα ακροδάχτυλά του. «Όμως είναι τόσο δύσκολο να μείνει κανείς μαζί σου. Τραβάς με τόση δύναμη κοντά σου αυτόν που αγαπάς, ώστε συνθλίβεται από την βαρύτητα της ίδιας της έλξης. Πρέπει να βρεθείς σε άλλους ουρανούς».
Η Στέλλα δεν μίλησε. Σηκώθηκε από το κρεβάτι που ξαπλώνανε και στάθηκε μπροστά στο παράθυρο. Κοίταξε τον έναστρο ουρανό και γύρισε προς τον Αστέριο χαμογελώντας. «Δεν υπάρχει άλλος ουρανός που να μας σκεπάζει. Ο ίδιος είναι από όποια χώρα της γης κι αν τον αντικρίσεις. Τα αστέρια μας ακόμα λάμπουν στο στερέωμα, το φως τους φτάνει γλυκό ως εμάς και νύχτες ασέληνες σαν κι αυτή, φωτίζουν πιότερο από το φεγγάρι».
Ο Αστέριος σηκώθηκε και την αγκάλιασε γυρνώντας την ξανά προς το παράθυρο. «Υπάρχουν άστρα που το φως τους φτάνει ως εμάς σαν ψευδαίσθηση, γιατί έχουν καιρό που έχουν πεθάνει. Εμείς αργούμε να το καταλάβουμε γιατί ο θάνατος ταξιδεύει πιο αργά από το φως. Σ’ αγαπώ αλλά το όνειρο έχει πεθάνει». Την φίλησε απαλά στην βάση του λαιμού της και καθώς ένιωσε το κορμί της να τρέμει την γύρισε προς το μέρος του.
Την οδήγησε πίσω στο κρεβάτι του έρωτα και την κράτησε σφιχτά μέχρι να σταματήσουν οι λυγμοί που την τράνταζαν. Δεν μίλησε κανένας από τους δυο και μείνανε ακίνητοι σ’ αυτήν την αγκαλιά προσπαθώντας να επεκτείνουν τον χρόνο και να ταξιδέψουν μαζί στο όνειρο για ένα ακόμα βράδυ.
Είχαν περάσει δυο εβδομάδες από εκείνη την βραδιά κι η Στέλλα δεν μπορούσε ακόμα να πιστέψει πως αυτός ο έρωτας που φώτισε όλο της το είναι, που γέμισε αστερόσκονη τα όνειρά της, που την ανέβασε στους ουρανούς, είχε μόνο μια ανάσα ζωής, όταν τον περίμεναν τόσα χρόνια ακόμα μπροστά του, τόσες στιγμές που δεν ζήσανε, τόσα πράγματα που δεν μοιραστήκανε.
Ήπιε την δεύτερη βότκα κι άνοιξε το netbook. Πάντα πίστευε πως το αλκοόλ είναι κακός σύντροφος όταν είσαι μόνος, αλλά σήμερα ήθελε να ναρκώσει λίγο το μυαλό της.  Σκόπευε να του γράψει ένα σύντομο μήνυμα, αλλά λίγο η βότκα , λίγο το φεγγάρι, λίγο η δίψα της γι’ αυτόν, γέμισαν γραμμές και συναισθήματα που δεν τελείωναν.
«Η δεύτερη βότκα τελείωσε κιόλας. Δεν περίμενα ότι θα μπορούσα να την πιω, αλλά τελικά ήταν λίγη. Εκείνη που δεν είναι λίγη, είναι η αγάπη. Ή εγώ είμαι λιτοδίαιτη. Η ορθολογιστική άποψη για τον έρωτα λέει πως παίρνεις δυο ανάγκες και βγάζεις από το καπέλο του μάγου μια ουτοπία. Εγώ λέω πως παίρνεις δύο ανάγκες και την κάνεις μία. Γι’ αυτήν την ανάγκη θα σου γράψω..» πληκτρολογούσε χωρίς να σκέφτεται και σταματούσε για να πιει μια ακόμα γουλιά, να πάρει μια ακόμα τζούρα και συνέχιζε.
Η τρίτη βότκα στο ποτήρι της άδειαζε. Έστειλε το μπερδεμένο μήνυμα και κοίταξε εναλλάξ το φεγγάρι, το ποτήρι και το κινητό της. Σήκωσε το κινητό και τον κάλεσε. Κράτησε την ανάσα της ενώ μετρούσε πάλι μηχανικά. Όταν άκουσε την φωνή του η καρδιά της χοροπήδησε στο στήθος της και το μόνο που κατόρθωσε να του πει ήταν «Έλα. Σήμερα. Τώρα. Σ’ έχω ανάγκη».
Έκλεισε το τηλέφωνο χωρίς να περιμένει την απάντησή του.  Πήρε μια βαθειά ανάσα, έφτιαξε μηχανικά τα μαλλιά της και σήκωσε το κεφάλι της να αντικρίσει το φεγγάρι. Το φεγγάρι δεν ήταν πια στην θέση του. Κοίταξε ξανά τον άδειο ουρανό με απορία ενώ φαντάστηκε πως ήταν κάποια περίεργη παρενέργεια της βότκας.
Κοίταξε μισογεμάτο ποτήρι στο τραπέζι κι είδε μια φέτα λεμόνι μέσα που δεν θυμόταν να έχει βάλει. Ξανακοίταξε προσεχτικά και χαμογέλασε. Το φεγγαροποτό της ήταν έτοιμο. Ήπιε μια μεγάλη γουλιά κι άρχισε να γελάει.
Ήταν ήδη μπροστά στην πόρτα όταν χτύπησε το κουδούνι…

20 σχόλια:

  1. Με καθήλωσες! Δεν έχω λόγια για αυτή την ομορφιά. Τρομερά αληθινό, τρομακτικά κοντά στις λέξεις και τα νοιώθω! Ένα μεγάλο ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς!
    Να είσαι πάντα, μα πάντα καλά και να μας χαρίζεις τέτοια «πραγματικά ονειρεμένα» παραμύθια. Σε φιλώ….Σελήνη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πανέμορφη ιστορία, τόσο γλυκόπικρη που με γεμίζει τη δύστυχη αμφιβολίες... είναι τόσο άσχημο όταν τελειώνει κάτι που εσύ ονειρεύεσαι να κρατήσει για πάντα...

    Φιλιά καλή μου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Απίστευτη τρυφερότητα....

    Ονειρεμένο κείμενο....


    Σε φιλώ....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Λεμόνι-φεγγάρι....περιττό να πω ότι μου άρεσε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Υπέροχο με μάγεψε το φεγγαροποτό η φεγγαρόσκονη ο τρόπος που το'κανες ηδύποτο να ρουφιέται με μια γουλιά!

    Καλώς σε βρήκα με φιλιά θαλασσινά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. ΦΟΒΕΡΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ!!!!
    ΚΑΛΩΣ ΣΕ ΒΡΗΚΑ ΚΑΙ ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ ΝΑ ΕΧΕΙΣ ΜΕ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Σελήνη,
    Χαίρομαι που αν και η ηρωίδα μου σε ήπιε στο ποτήρι δεν της κράτησες κακία :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Sweet truth,
    Ο έρωτας πάντα είναι γλυκόπικρος ή όπως λέει κι ο αγαπημένος Λουδοβίκος:
    "Μ' αν είναι και ο έρωντας σε θέλει
    μαζί με τη χολή κερνάει το μέλι.."

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Νερένια,
    Η τρυφερότητα του ονείρου είναι το χάδι στο ίδιο το όνειρο..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Μαύρη Ντάλια.
    Ένα λεμονο-φεγγάρι λοιπόν και για σένα..
    Σε τι ποτό αλήθεια θα το έβαζες;
    (πρόσεχε, βαράει στο κεφάλι ο συνδυασμός) :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Zoyzoy,
    Η μαγεία ανήκει στο φεγγάρι..
    (τρελαίνομαι για θαλασσινά φιλιά!)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Φίλε Σκρουτζάκο,
    χαίρομαι που ξαναβρισκόμαστε..
    Μια καληνύχτα κι ένα χαμόγελο

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  13. ποιος δρομος με οδηγησε σε τουτο το μπλοκακι ? με εκανε και δακρυσα με αυτο το κειμενακι ...( κειμεναρα)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  14. Γεια σου Πάρμι, γράφεις υπέροχα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  15. Δεν ξέρω τι πονάει περισσότερο τελικά:
    Η πραγματικότητα ή τα όνειρά μου;

    Αυτό το κείμενο συνδιάζει και τα δύο.

    Όμορφο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  16. Γειά σου Αλατάκι,
    ευχαριστώ που ήρθες να δώσεις γεύση στο μαγείρεμα..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  17. Desperado,
    Ο πόνος είναι ανάλογος του ονείρου που δεν πραγματοποιήθηκε και της πραγματικότητας που δεν ονειρευτήκαμε.
    Η πραγματικότητα και το όνειρο είναι δύο εραστές που σμίγουν και χωρίζουν..

    Την καληνύχτα μου κι ένα φεγγαροποτό

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  18. ενα ονειρεμενο παραμυθι!!!!θελω να πιστευω οτι τα παραμυθια εχουν μια δοση της πραγματικης μας ζωης!!!διαβαζοντας το κειμενο καθρεφτιζονταν μπροστα μου μια γνωριμη φιγουρα!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  19. Φεγγαρένια μου,
    κανείς δεν μπορεί να προσδιορίσει που ακριβώς είναι τα σύνορα ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα όταν πέφτει επάνω του η φεγγαρόσκονη του έρωτα..

    Καλό σου βράδυ και λίγη μαγική σκόνη για το μαξιλάρι σου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  20. Πόσες φορές έχω περάσει από εδώ….!!!! και πόσες ακόμα θα έρθω…..

    ΑπάντησηΔιαγραφή