Το καράβι



Η Νατάσσα στάθηκε στην κορφή του βράχου και κοίταξε το καράβι που ξεμάκραινε.
Ο αέρας που φυσούσε έριχνε τα μακριά μαλλιά της στο πρόσωπό της και της έκοβε την ορατότητα. Το φουστάνι της φούσκωνε και σηκωνόταν ανάλογα με την φορά του ανέμου.
Τράβηξε τα μαλλιά της ανυπόμονα και κοίταξε το καράβι , που είχε γίνει μια μικρή κουκίδα στον ορίζοντα. Δάγκωσε τα χείλη της που είχαν αρχίσει να ξεραίνονται από τον αέρα και τα ένιωσε να ματώνουν. Τα έγλυψε μηχανικά νιώθοντας την αλμύρα των δακρύων της να μπερδεύεται με της θάλασσας, που αν και μακριά, έφτανε κοντά της σαν ψιλοβρόχι ,καθώς τα κύματα έσκαζαν στον βράχο.
Έβγαλε από την τσέπη της ένα χαρτομάντιλο και αφού σκούπισε τα μάτια της, το πίεσε απαλά ,αλλά σταθερά στα χείλη για να σταματήσει το αίμα. Το ένιωσε να κολλάει κι ανατρίχιασε στην ιδέα του γλυκού πόνου, που θα ένιωθε τραβώντας το. Κι αυτή είχε κολλήσει. Εδώ και χρόνια. Κι ο πόνος ήταν εξίσου γλυκός.
Είχε μήνες να έρθει εδώ. Αλλά ήρθε χθες .Και σήμερα ξανά. Κάποτε ερχόταν κάθε μέρα και καθόταν για ώρες. Μόνη και με παρέα. Και για αρκετά χρόνια μαζί του. Με τον παιδικό της φίλο και πρώτο της έρωτα. Τον έρωτα που δεν πρόλαβε να εξομολογηθεί. Και που τον αποχαιρέτησε κλαίγοντας κρυφά , από τούτο εδώ το σημείο.
Γνωριζόταν από παιδιά. Μεγάλωσαν στην ίδια γειτονιά, πήγαν στα ίδια σχολεία, είχαν τις ίδιες παρέες. Παρά τις διαφορές τους, τους ένωνε η κοινή αγάπη για την θάλασσα και τα ταξίδια. Τα ταξίδια που ονειρευόταν να κάνουν μεγαλώνοντας. Θαλασσινά ταξίδια με πυξίδα την φαντασία τους.
Τα χρόνια που περνούσαν από πάνω τους δεν άλλαζαν την αγάπη και την συνενοχή που τους έδενε. Δέσανε τα όνειρά τους στο ίδιο καράβι και περίμεναν να μπαρκάρουν. Αυτός έφυγε πρώτος. Αυτή θα ακολουθούσε. Δέκα χρόνια μετά , αυτή ήταν ακόμα εδώ.
Όταν έφυγε πήρε το πρώτο ξύλινο καραβάκι. Το έβαψε κόκκινο , να ξεχωρίζει σαν σημαδούρα στην θάλασσα των ονείρων κι έγραψε με πινέλο την λέξη έρωτας στο πλάι του. Το τοποθέτησε στην βιβλιοθήκη της , σ’ ένα ράφι που άδειασε γι’ αυτόν τον σκοπό, στριμώχνοντας βιβλία και περιοδικά, ώστε να φαίνεται ξεκάθαρα , από μακριά κι από κοντά, ο στόχος και το όνειρο.
Στα χρόνια που πέρασαν , δημιούργησε έναν μικρό στόλο. Ένα καραβάκι για κάθε ανεκπλήρωτο όνειρο. Το καθένα με διαφορετικό χρώμα, ένα χρώμα από ουράνιο τόξο της ελπίδας. Πίστευε πως κάποτε θα έφευγαν από το λιμάνι, που προσάραξαν προσωρινά, ότι κάποτε θα άνοιγαν πανιά και αυτή θα ταξίδευε μαζί τους. Το καθένα με το δικό του όνομα, σύμβολο του συναισθήματος που γέννησε την ανάγκη για ταξίδι.
Όλα της τα καράβια είχαν άσπρα πανιά. Συχνά έσκυβε επάνω τους και φυσούσε μέχρι να φουσκώσουν τα πανιά, να δείχνουν πως είναι έτοιμα να σαλπάρουν. Χαμογελούσε τρυφερά και χάιδευε με το δάχτυλα τις λέξεις , ειδικά στα σημεία , που άρχιζαν να ξεθωριάζουν. Μέχρι αυτό το Σαββατιάτικο πρωινό δεν ήθελε να αλλάξει τίποτα..
Εμφανίστηκε μπροστά της σαν φάντασμα από τα παλιά. Είχε έρθει για λίγο στην πόλη τους και θα έφευγε ξανά. Ήταν εύκολο να την βρει. Έμενε ακόμα στο ίδιο σπίτι απέναντι από το πατρικό του. Κι όλοι την ήξεραν. Τώρα αναρωτιόταν αν είχε μείνει περιμένοντας αυτήν την στιγμή. Την επιστροφή του Οδυσσέα της.
Παρά το αρχικό ξάφνιασμα, η χαρά της ήταν μεγάλη. Μίλησαν στην αρχή μουδιασμένα και μόλις άρχισε η ατμόσφαιρα να ζεσταίνεται της ζήτησε να πάνε μια βόλτα. Τα βήματά τους οδήγησαν στον αγαπημένο τους βράχο. Κι έκατσαν ώρες συζητώντας για όλα τα θαυμαστά που είχε δει αυτός, που είχε κάνει, για τις θάλασσες και τα ταξίδια. Τότε ένιωσε το πρώτο σκίρτημα.
Τα ταξίδια που δεν έκανε, οι θάλασσες που δεν αρμένισε, οι στεριές που δεν γνώρισε, όλα της ζητούσαν τον λόγο. Κοιτάζοντας τα θαλασσιά του μάτια, κατάλαβε πως δεν ήταν αυτός που περίμενε. Και πως το μόνο που τους έδενε ήταν η ανάμνηση των εραστών, που θα μπορούσαν να γίνουν. Τότε. Όσο τα όνειρά τους είχαν κοινό σημείο αναφοράς.
Γυρίζοντας σπίτι έκατσε για ώρα μπροστά στο ράφι της βιβλιοθήκης με τον ξύλινο στόλο. Πήρε στα χέρια της το κόκκινο καράβι κι είδε πως ο καιρός είχε σβήσει το πρώτο και το τελευταίο γράμμα του ονόματός του. Ένα περήφανο «ρωτα» φαινόταν να της χαμογελά. Κι ας ήταν αργά για ερωτήσεις.
Πήρε την τσάντα της και την γέμισε με τα μικρά καράβια. Και κίνησε για τον βράχο. Είδε το καράβι που έφευγε και το παρακολούθησε μέχρι που έγινε μια μικρή κουκίδα στον ορίζοντα. Τράβηξε με μια αποφασιστική κίνηση το ματωμένο χαρτομάντιλο, που είχε κολλήσει στα χείλη της.
Χωρίς να σκουπίσει τα δάκρυα που της αυλάκωναν το πρόσωπο, έβγαλε το πρώτο καραβάκι από την τσάντα. Το κοίταξε για μια στιγμή και πηγαίνοντας στην άκρη του βράχου, το πέταξε στην φουρτουνιασμένη θάλασσα . Το επανέλαβε μέχρι που η τσάντα άδειασε.
Τα ανεκπλήρωτα όνειρα θα μάθαιναν να επιπλέουν ή θα βούλιαζαν οριστικά. Δεν θα τα ντάντευε χαϊδεύοντας τα άλλο πια. Είχε ήδη αργήσει, αλλά δεν σκόπευε να χάσει το υπόλοιπο ταξίδι. Στο επόμενο καράβι , θα ήταν μέσα.

Οι εκκρεμότητες






Όλα ξεκίνησαν όταν χτύπησε το τηλέφωνό μου. «Δεν ανοίγει πάλι ο υπολογιστής μου» ήρθε από το καλώδιο η τηλεφωνική διαμαρτυρία. Κοίταξα μηχανικά την ώρα στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου. Ήταν ακόμα οκτώ παρά δέκα.
Αναστέναξα. Έβαλα μπρος τον αυτόματο πιλότο. «Ρεύμα έχετε; Τα καλώδια είναι στην θέση τους; Πέρασε χθες η καθαρίστρια;».


Φυσικά πέρασε την προηγούμενη μέρα η καθαρίστρια. Και φυσικά κανείς δεν κοίταζε τα καλώδια πριν μου τηλεφωνήσουν. Ήταν πιο εύκολο να περιμένουν να καθοδηγήσει κάποιος την σκέψη τους και να τους προσφέρει ταυτόχρονα ψυχολογική υποστήριξη. Δύο σε ένα και χωρίς χρέωση. Αλλά η ιώβεια υπομονή μου με τους χρήστες της εταιρείας είχε αρχίσει να εξαντλείται.


Τους τελευταίους μήνες είχα γίνει πολύ ευερέθιστη και τα νεύρα μου ήταν συνέχεια τεντωμένα. Αγαπούσα ακόμα την δουλειά μου, αλλά κάτι είχε βάλει φρένο στην καλή μου διάθεση. Συνέχιζα περισσότερο από συνήθεια να ανταποκρίνομαι τις μυστήριες ώρες , που συνήθιζαν να με παίρνουν τηλέφωνο για ψήλου πήδημα, αλλά έπιανα τον εαυτό μου να εκνευρίζεται πριν ακόμα σηκώσει το εταιρικό κινητό και απαντήσει.


Προσπάθησα να αποφύγω τον ηλικιωμένο κύριο που οδηγούσε ανάμεσα στις δύο λωρίδες του δρόμου αμέριμνος, έχοντας μείνει στην εποχή που στην Θεσσαλονίκη κυκλοφορούσαν δύο αυτοκίνητα. Βρέθηκα κολλημένη πίσω από μία τύπισσα που πήγαινε με ογδόντα στην γραμμή ταχείας κυκλοφορίας, μιλώντας στο κινητό της , αδιάφορη παντελώς για το τι γίνεται γύρω και πίσω της. Ευτυχώς, δεν είχα αρχίσει ακόμα να εκνευρίζομαι με την ηλιθιότητα των οδηγών.


Το μυαλό μου ξαναγύρισε στο πρώτο τηλεφώνημα , ακούγοντας το τηλέφωνο να χτυπάει ξανά κι έχοντας μεγάλη διάθεση να ανοίξω το παράθυρο και να το πετάξω έξω. Αλλά σκέφτηκα την ουρά από πίσω που μεγάλωνε χάρη στην αδιάφορη οδηγό και τον παππού, που κρατούσε σταθερά την θέση του. Το σήκωσα. «Σε πόση ώρα θα είσαι στο γραφείο; Μας πέταξε έξω! Άντε, θέλουμε να διώξουμε δρομολόγια» ήρθε η νέα ερώτηση- δήλωση-απαίτηση . «Στις οκτώ και τέταρτο, όπως πάντα» απάντησα κι έκλεισα νευριασμένα το τηλέφωνο.


Σίγουρα δεν ξεκινούσε η μέρα μου με τις καλύτερες προοπτικές. Πριν ακόμα πάω στο γραφείο, ένιωθα πως θέλω να φύγω! Κι αυτή την διάθεση την είχα όλο και περισσότερες μέρες αυτό το διάστημα. Τους τελευταίους δέκα μήνες. Κάτι είχε αλλάξει μέσα μου κι εγώ το άφησα να περάσει απαρατήρητο .


Είναι περίεργο πως μία μόνο πρόταση μπορεί να σταθεί αφορμή για να ανοίξουν οι ασκοί του Αιόλου. Δεν μου άρεσε να εθελοτυφλώ. Ούτε να κρύβομαι πίσω από φτηνές δικαιολογίες. Η κατάσταση είχε ξεφύγει και όφειλα στον εαυτό μου μερικές εξηγήσεις. Κι ένα διάλειμμα.


Είχα δεχτεί μεγάλη πίεση τους τελευταίους μήνες τόσο σε εργασιακό , όσο και σε προσωπικό επίπεδο. Αλλά δεν ήταν αυτό το πρόβλημα. Δεν ήταν η πρώτη φορά , που βρισκόμουν αντιμέτωπη με δύσκολες καταστάσεις. Είμαι φύσει αισιόδοξη και βρίσκω την έξοδο και την διέξοδο τρέχοντας, περπατώντας, σκαρφαλώνοντας, έρποντας, με όποιο τρόπο ταιριάζει στην κατάσταση και στις συνθήκες.


Ξημεροβραδιαζόμουνα στο γραφείο προσπαθώντας να έχω τους πάντες ευχαριστημένους. Το αποτέλεσμα ήταν το αντίθετο. Έτρεχα τα Σαββατοκύριακα προσπαθώντας να καλύψω τις τρύπες της απουσίας μου από το σπίτι. Το αποτέλεσμα δεν με ικανοποιούσε και γυρνούσα ακόμα πιο κουρασμένη στο γραφείο. Για να επαναλάβω τον ίδιο κύκλο.


Τώρα όμως ένιωθα να ασφυκτιώ , την αέρα να λιγοστεύει επικίνδυνα, το σκοτάδι να γίνεται πιο πυκνό. Δεν ήμουν σίγουρη τι έφραζε την έξοδο, αλλά είχε την σκονισμένη γεύση παλιού εφιάλτη. Έπρεπε να βγω από αυτήν την καταστροφική δίνη, πριν με τραβήξει στον βυθό. Έσφιξα τα δόντια μου και πάρκαρα το αμάξι.


Παρά το ανάποδο ξεκίνημα, η μέρα κύλισε ήρεμα. Η στοίβα μπροστά στο γραφείο μου με τις εκκρεμότητες αν και δεν μειώθηκε, μπήκε σε μια τάξη σύμφωνα με τις προθεσμίες για την ολοκλήρωση των εργασιών. Μετά την αρχειοθέτηση, κατηγοριοποίηση, ταξινόμηση και σήμανση των εκκρεμοτήτων, ένιωσα πως ολοκλήρωσα κάτι που έπρεπε να είχα κάνει από καιρό.


Βλέποντας το ρολόι να δείχνει πέντε, σηκώθηκα κι ετοιμάστηκα να φύγω, πράγμα που είχα να κάνω πολύ καιρό. Έπρεπε να φύγω. Έπρεπε να διαχωρίσω την δουλειά από την προσωπική μου ζωή. Κι έπρεπε να κοιτάξω και εκείνες τις εκκρεμότητες, που δεν ήταν περασμένες στο outlook , αλλά η υπενθύμιση της καρδιάς τις εμφάνιζε μπροστά μου συνεχώς.


Ενώ κατευθυνόμουν προς το αυτοκίνητο, χτύπησε το κινητό. Το σήκωσα χωρίς δισταγμό. «Είσαι στο γραφείο; Έχουμε ένα πρόβλημα με τον εκτυπωτή» ήρθε από το καλώδιο η τηλεφωνική διαμαρτυρία. Στάθηκα αναποφάσιστη για μια στιγμή. Ένιωσα ένα χαμόγελο να σκάει στα χείλη μου πριν απαντήσω.«Λυπάμαι. Ο υπολογιστής μου είναι εκτός δικτύου αυτή την στιγμή. Όπως κι εγώ» .


Δεν υπήρξαν διαμαρτυρίες. Υπάρχουν πράγματα που μπορούν να περιμένουν. Κι εγώ είχα ξεχωρίσει τις προτεραιότητες. Ο αέρας έγινε πιο ανάλαφρος κι άρχισα να βλέπω την έξοδο. Αυτή τη φορά θα πήγαινα πετώντας.

Η κλειδωμένη πόρτα






Ο ήλιος έλαμπε στον ουρανό. Ούτε ένα σύννεφο δεν σκιάζε το απέραντο γαλάζιο του κι η μέρα προμηνυόταν ζεστή. Αρχές Οκτώβρη και τίποτα δεν θύμιζε τον επερχόμενο χειμώνα. Η Ανδρομάχη χαμογέλασε και τεντώθηκε με απόλαυση σαν γάτα . Της άρεσαν οι συμβολισμοί, οι κρυμμένες έννοιες των λέξεων, οι προσωπικές οπτασίες, που φορτώνουμε σε κοινά πράγματα.
Αρχές του μήνα και θα πήγαινε να τον βρει . Να του ζητήσει μια καινούρια αρχή. Να του προτείνει να βρεθούνε και να τα πούνε από κοντά. Φοβόταν μην τον χάσει, αλλά πιο πολύ φοβόταν πως θα χανόταν σ’ αυτήν την γλωσσική Βαβέλ που είχανε μπλέξει. Ντύθηκε στα γρήγορα και ανηφόρισε προς το σπίτι του. Ο ήλιος φαινόταν καλός σύμμαχος κι ένιωθε να την πλημμυρίζει η αισιοδοξία.
Σε λίγη ώρα είχε φτάσει. Άνοιξε την αυλόπορτα και προχώρησε σταθερά προς την εξώπορτα. Χτύπησε το κουδούνι και περίμενε. Δεν άκουσε τα βήματά του, ούτε κάτι άλλο να υποδηλώνει την παρουσία του εκεί. Ήταν όμως προετοιμασμένη γι’ αυτό. Έβγαλε το μικρό φάκελο και τον έριξε κάτω από την κλειστή πόρτα. Θα της απαντούσε μόλις το διάβαζε. Πάντα απαντούσε.
Γύρισε να φύγει όταν το μάτι της πήρε ένα χαρτί πεταμένο στην αυλή. Το σήκωσε με περιέργεια. «Φορώ το μακρύ μου φουστάνι, στέκω όρθια με απόμακρο ύφος, αποτρέποντας τον υπόλοιπο κόσμο να με πλησιάσει και σε κοιτώ κάτω από τις χαμηλωμένες βλεφαρίδες μου..» διάβασε και πάγωσε. Κοίταξε γύρω της ερευνητικά. Παντού στην αυλή ήταν πεταμένα χαρτάκια και σελίδες. Σήκωσε ένα άλλο. «Έχει ένα περίεργο φεγγάρι σήμερα..Φωτεινό σαν νά' ναι πανσέληνος, αλλά του λείπει ένα μεγάλο κομμάτι. Κάπως έτσι είμαι κι εγώ..» διάβασε και το πρόσωπό της σκοτείνιασε.
Το άφησε να πέσει κάτω λες κι έκαιγε. Ήταν τα μηνύματά της. Πεταμένα. Και δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Σίγουρα υπήρχε εξήγηση , αλλά αισθάνθηκε σαν να της είχαν δώσει μια γερή γροθιά στο στομάχι. Κι ο πόνος που ένιωθε εκεί το επιβεβαίωνε. Δεν ήταν ώρα να το σκεφτεί τώρα. Περίμενε πολύ καιρό για να μαζέψει το θάρρος που χρειαζόταν και να κάνει αυτό το βήμα. Θα περίμενε την απάντηση στο σημερινό της μήνυμα. Αυτό μόνο είχε σημασία.
Οι ώρες πέρασαν αργά. Δίστασε για μια στιγμή , όταν είδε το γνωστό φάκελο να καταφτάνει. Τον κράτησε λίγο στα χέρια της ,μαζί με την αναπνοή της, πριν τον ανοίξει. Έβγαλε το άσπρο χαρτί και διάβασε τις λίγες λέξεις , που ήταν γραμμένες πάνω του. Τα μάτια της έτσουξαν, αλλά τα δάκρυα δεν ήρθαν. Το ξαναέβαλε μέσα στο φάκελο προσεκτικά. Κάθισε για λίγη ώρα ακίνητη κοιτώντας στο κενό. Μία ακόμα άρνηση.
Βγήκε τρέχοντας χτυπώντας την πόρτα πίσω της. Έξω είχε σκοτεινιάσει και βαριά μαύρα σύννεφα έκρυβαν τον ουρανό. Το σπίτι ήταν γεμάτο σκιές όταν έφτασε. Αλλά το φως ήταν ανοιχτό. Χτύπησε ανυπόμονα το κουδούνι. Και στην συνέχεια την πόρτα με τις γροθιές της. «Σχίσε κι αυτό το μήνυμα, πέταξέ το μαζί με όλα τα άλλα» του φώναξε. «Σβήσε με από την ζωή σου αφού αυτό θέλεις. Αλλά κάντο αντρίκια. Στο φως του ήλιου!».
Η πόρτα άνοιξε για λίγο. Η απάντησή του ήρθε άμεσα κι ήταν γεμάτη θυμό. «Είσαι ηλίθια αν πιστεύεις πως θα πετούσα τα γράμματά σου. Κι ειδικά , αν εξακολουθείς να μου γράφεις μετά απ’ αυτό. Προσβάλλεις εμένα και τον εαυτό σου αποδεχόμενη ένα τέτοιο ενδεχόμενο ». Η πόρτα έκλεισε μπροστά της κι άκουσε το κλειδί που γυρνούσε στην κλειδαριά.
Χτύπησε την πόρτα φωνάζοντας και βρίζοντας ξανά και ξανά. Ο πόνος από το στομάχι ανέβηκε προς τα πάνω. Και το μυαλό της αρνιόταν να λειτουργήσει. Δεν ήθελε να σκεφτεί τίποτα. Χτυπούσε τις γροθιές της στην πόρτα μέχρι που μάτωσαν. Τότε ακούμπησε την πλάτη της πάνω και κουλουριάστηκε. Έμεινε έτσι στην σιωπή, έξω από την πόρτα του μέχρι που ένιωσε το χιόνι. Το χιόνι που έπεφτε στην καρδιά της. Που αργά και σταθερά την πάγωνε. Όπως παλιά. Όπως πριν τον γνωρίσει.
Έφυγε με αργά βήματα. Περπάτησε γύρω από το σπίτι προσπαθώντας να μαζέψει το μυαλό της και τα συναισθήματά της. Είχε δίκιο , το ήξερε. Δεν θα έκανε ποτέ του τέτοια μικρότητα. Κι αυτή παρασυρμένη από την άρνησή του , τα ισοπέδωσε όλα. Θέλοντας να αμαυρώσει την εικόνα της καρδιάς και να τον αποκαθηλώσει. Τον πρόσβαλλε θέλοντας να διευκολύνει τον εαυτό της να αποδεχτεί πως δεν θα ανοίξει ποτέ η πόρτα του. Όχι γι’ αυτήν.
Γύρισε πίσω με το κεφάλι ψηλά. Έπρεπε να του ζητήσει συγνώμη. Με το δικό της τρόπο. Με τον μόνο τρόπο που ήξερε. Να μην κρύψει τίποτα. Και να εξηγήσει. Κι όχι για να ξεκλειδώσει την πόρτα. Ούτε για να την συχωρέσει. Κι ας της ήταν δύσκολο σήμερα. Αύριο θα ήταν πολύ αργά. Έκοψε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο από τον κήπο και έκατσε στα σκαλιά που οδηγούσαν στην εξώπορτα.
Έβγαλε από την τσάντα της το τετράδιο, που πάντα κουβαλούσε μαζί της, ένα στυλό κι ένα φάκελο. Δάγκωσε την άκρη του στυλό και προσπάθησε να βάλει σε μια σειρά τις λέξεις και τα συναισθήματα. Πέρασε πολύ ώρα. Οι λέξεις είχαν αδειάσει από το νόημά τους και δεν ανταποκρινόταν σ’ αυτό που ήθελε να πει. Έγραψε τρεις λέξεις και σταμάτησε. Όλα ήταν εκεί, στριμωγμένα σε τρεις λέξεις, αλλά πάλι δεν ήταν αρκετό.
Κοίταξε το τριαντάφυλλο που είχε φέρει μαζί της και άρχισε με τα νύχια της να αφαιρεί ένα-ένα τα αγκάθια. Και μετά τα ροδοπέταλα Έκοψε μια λευκή σελίδα από το τετράδιο κι έβαλε πάνω της προσεχτικά το άδειο κοτσάνι και τα ροδοπέταλα και την δίπλωσε. Την έβαλε στο φάκελο και τον έκλεισε.
Ξαναδιάβασε τις τρεις λέξεις. «Συγνώμη, αγάπη μου» του είχε γράψει. Χαμογέλασε μελαγχολικά. Ποτέ της δεν τον αποκάλεσε «αγάπη μου» στις μεταξύ τους συνομιλίες. Μόνο στα όνειρά της. Και στο παραμιλητό της. Δεν μπορούσε να το κάνει τώρα. Κι ας έκλεινε μέσα της όσα ήθελε να πει. Έσκισε κι αυτή την σελίδα κι έβαλε πάνω της τ’ αγκάθια. Την τσαλάκωσε μέχρι να γίνει μια μικρή μπάλα.
Στάθηκε μπροστά στην κλειστή πόρτα και την αγκάλιασε. Έμεινε ακίνητη με το κορμί της να εφάπτεται επάνω της νιώθοντας την σκληρή υφή της να πιέζει το ευαίσθητο κορμί της. Έριξε τον φάκελο κάτω από την πόρτα κι έφυγε κρατώντας σφιχτά στο χέρι της την μπαλίτσα.
Άκουσε το κλειδί που γυρνούσε στην κλειδαριά, ενώ απομακρυνόταν. Άκουσε την πόρτα που άνοιξε για μια στιγμή. Παρά τον πειρασμό δεν γύρισε να κοιτάξει. Την άκουσε που έκλεισε ξανά. Αλλά δεν κλείδωσε.

Ο σελιδοδείχτης



Ο Μίλτος πήρε στα χέρια του το βιβλίο. Ήταν μια παλιά συλλεκτική έκδοση με παραμύθια, με σκούρα καλαίσθητη δερματόδετη βιβλιοδεσία, κιτρινισμένα ελαφρώς φύλλα και πλούσια εικονογράφηση . Ήταν δώρο από τον φίλο του τον Χρήστο, που τον ξάφνιασε ευχάριστα και τον συγκίνησε.
Δεν του το είπε φυσικά. Αλλά από το μπινελίκι που του έριξε, γιατί ξοδεύτηκε χωρίς λόγο , από την ερώτηση αν τον περνούσε για γυναικωτό ή πιτσιρίκι, και άλλα ευτράπελα , ενώ τα μάτια του έλαμπαν, ο Χρήστος ήξερε πόσο τον ενθουσίασε και η σκέψη και η πράξη. Όπως για πολλούς άντρες της γενιάς τους, τα συναισθήματα ήταν πάντα κωδικοποιημένα.
Σύντομα έγινε το αγαπημένο του βιβλίο. Δεν ήταν το περιεχόμενο που τον γοήτευε , αλλά το βάρος του όταν το κρατούσε, το απαλό και συνάμα σκληρό εξώφυλλο, το τρίξιμο των σελίδων όταν τις γυρνούσε, η ιδιαίτερη μυρωδιά του, η εικονογράφηση μιας εποχής ξεχασμένης και τόσο κοντινής ταυτόχρονα. Τον ηρεμούσε να το ξεφυλλίζει ταχτικά και το πρόσεχε ιδιαίτερα.
Στην αρχή του φαινόταν παράξενο που επιλέχθηκε ένα τόσο σοβαρό και βαρύ εξώφυλλο για να ντύσει παραμύθια, αλλά στην συνέχεια συνειδητοποίησε πως τα περισσότερα από τα παραμύθια που φιλοξενούσε το βιβλίο, μιλούσαν για τον ανεκπλήρωτο έρωτα.. Διάβαζε ένα παραμύθι κάθε εβδομάδα περιμένοντας να βρει σε κάποιο το γνωστό τέλος «και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», αλλά δεν το είχε συναντήσει ακόμα.
Παρατηρώντας πως το δέρμα άρχισε να σπάει , επειδή συχνά άφηνε το βιβλίο ανοιχτό ανάμεσα σε δύο παραμύθια, αποφάσισε να αγοράσει έναν καλό σελιδοδείχτη. Αντισυμβατικός και λάτρης του ωραίου, δεν ήθελε έναν χάρτινο ή πλαστικό σελιδοδείχτη , απ’ αυτούς που κυκλοφορούσαν με το κιλό. Ήθελε κάτι ιδιαίτερο που να ταίριαζε στο ιδιαίτερο ύφος του βιβλίου.
Ρωτώντας διάφορους γνωστούς, κατέληξε σε ένα μικρό παλαιοβιβλιοπωλείο, φιλικό και καλαίσθητο, κρυμμένο θαρρείς σε ένα στενοσόκακο της πόλης. Δυσκολεύτηκε να το βρει, αλλά όταν μπήκε τελικά μέσα , πίστεψε πως άξιζε την ταλαιπωρία. Απαλή instrumental μουσική, ξύλινες βιβλιοθήκες και πάγκοι φορτωμένοι με βιβλία, ετερόκλιτος κόσμος που ξεφύλλιζε βιβλία και συζητούσε χαμηλόφωνα, η ιδιαίτερη μυρωδιά των βιβλίων διάσπαρτη στον αέρα.
Βρήκε εύκολα αυτό που έψαχνε. Στο βάθος του μαγαζιού είχε μια βιβλιοθήκη, που τα ράφια της δεν ήταν φορτωμένα με βιβλία, αλλά με διάφορα άλλα αντικείμενα. Βιβλιοστάτες, αναλόγια, φακοί και σελιδοδείχτες, σε μεγάλη ποικιλία σχεδίων και υλικών, ήταν τοποθετημένοι στα ράφια της. Μπροστά στο ράφι με τους σελιδοδείχτες έστεκε μία γυναίκα με γυρισμένη την πλάτη, απόλυτα αφοσιωμένη στην αναζήτησή της.
Ο Μίλτος κοίταξε τη λεπτή σιλουέτα, τα μακριά μαύρα μαλλιά, τα δάχτυλα που περνούσαν χαϊδεύοντας τους σελιδοδείχτες καθώς τους σήκωνε για να τους δει και την πλησίασε. Λάτρης του ωραίου φύλλου, πάντα είχε τον τρόπο του να πλησιάζει τις γυναίκες που τον ενδιέφεραν, και τις περισσότερες φορές πετύχαινε το στόχο του. Ήταν έτοιμος να της μιλήσει , όταν αυτή απότομα γύρισε .
Τα μάτια της ήταν θλιμμένα , όμως χαμογέλασε αμέσως μόλις την κοίταξε. Το χαμόγελό της , φωτεινό και αυθάδικο, φώτισε το πρόσωπό της και έκανε την αντίθεση με τα μάτια της ακόμα πιο έντονη. Ήταν ντυμένη στα μαύρα και ο κόκκινος σελιδοδείχτης που κρατούσε τρυφερά στα χέρια της, φαινόταν από μακριά σαν φάρος. Την είδε να κοκκινίζει λες και διάβασε την σκέψη του και γύρισε αφήνοντας πίσω στο ράφι τον κόκκινο φάρο.
Βρέθηκε δίπλα της κοιτώντας τους σελιδοδείχτες, που ήταν παρατεταγμένοι στο ράφι. Σελιδοδείχτες από δέρμα, χαρτί, ύφασμα, μέταλλο, ξύλο, σε πολλά χρώματα και σχέδια, περίμεναν να επιλεχθούν ως σημάδια αναφοράς σε βιβλία αγαπημένα, και μ’ αυτή την επιλογή να τονίσουν κάποια σημεία της προσωπικότητας του αναγνώστη.
«Δυσκολεύομαι να διαλέξω. Σπάνια χρησιμοποιώ σελιδοδείχτες. Αλλά το βιβλίο που διαβάζω τώρα είναι ιδιαίτερο και πιστεύω πως του αξίζει «, είπε χωρίς να την κοιτάει , έτσι σαν να μονολογούσε. Γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια και τον ρώτησε χωρίς περιστροφές «Τι βιβλίο διαβάζεις;» ενώ τα χέρια της άρχισαν πάλι να τρέχουν πάνω στους σελιδοδείχτες, χαϊδεύοντας τους όπως πριν.
«Ένα βιβλίο με παραμύθια» της απάντησε, περίεργος να δει την αντίδρασή της. Εκείνη του χαμογέλασε ξανά κι αυτή τη φορά το χαμόγελο έφτασε στα μάτια της. «Πάντα τα παραμύθια θέλουν ιδιαίτερη μεταχείριση» του απάντησε «ειδικά αυτά που γράφουμε εμείς». Ήταν έτοιμος να την ρωτήσει τι εννοούσε , όταν χτύπησε το κινητό του. Καθώς άρχισε να μιλάει την είδε να απομακρύνεται διακριτικά. Μέχρι να κλείσει το τηλέφωνο είχε φύγει από το μαγαζί.
Κοίταξε ξανά το ράφι με τους σελιδοδείχτες και πήρε στα χέρια του τον κόκκινο σελιδοδείχτη, που είχε αφήσει η γυναίκα εσπευσμένα πριν. Ήταν απλός, φαρδύς, με το γνωστό κόψιμο στο τέλος κι είχε κάτι σοβαρό και προκλητικό ταυτόχρονα. «Όπως το βιβλίο με τα παραμύθια» σκέφτηκε και μειδιώντας περιπαιχτικά με τον συνειρμό τον πήγε στο ταμείο.
Είχαν περάσει έξι εβδομάδες από την μέρα που πήρε τον σελιδοδείχτη και αυτό το Σαββατιάτικο πρωινό διάβαζε το τελευταίο παραμύθι. Συχνά έπιανε τον εαυτό του να σκέφτεται την γυναίκα του βιβλιοπωλείου και να δανείζει το πρόσωπό της στις ηρωίδες των παραμυθιών. Φτάνοντας στο τέλος του παραμυθιού, έστρωσε μηχανικά τον σελιδοδείχτη μπροστά στην λευκή σελίδα, όταν πρόσεξε ότι ακολουθούσαν κι άλλες σελίδες, λευκές κι αυτές.
«Έχει αρκετές σελίδες για το δικό μου παραμύθι» μονολόγησε και σηκώθηκε απότομα. Ντύθηκε βιαστικά και πήγε στο μικρό βιβλιοπωλείο, ακολουθώντας την παρόρμηση της στιγμής, μην ξέροντας και ο ίδιος τι ακριβώς έψαχνε. Κοίταζε γύρω του ερευνητικά μέχρι που εντόπισε το τμήμα με τα παραμύθια. Στον ξύλινο πάγκο μπροστά από την βιβλιοθήκη είδε αυτό που τον οδήγησε ως εκεί.
Ανάμεσα σε άλλα βιβλία εντόπισε κατευθείαν το μικρό κόκκινο βιβλιαράκι. Στο εξώφυλλό του είχε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία σε πλαίσιο, που έδειχνε την γυναίκα που είχε συναντήσει να διαβάζει μπροστά σ’ ένα παράθυρο. Ο Μίλτος το πήρε βιαστικά στα χέρια του κι άρχισε να το ξεφυλλίζει.
«Το δικό μου παραμύθι ξεκίνησε σ’ ένα βιβλιοπωλείο, όταν έψαχνα βρω έναν σελιδοδείχτη για το αγαπημένο μου βιβλίο. Εκεί τον είδα για πρώτη φορά.» διάβασε στις πρώτες γραμμές. Με την καρδιά να χτυπάει δυνατά το έκλεισε και το ξανάνοιξε αμέσως μετά για να διαβάσει το τέλος. Όταν είδε την φράση ««και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» χαμογέλασε και το χαμόγελο μεγάλωσε μόλις είδε τον ζωγραφισμένο κόκκινο σελιδοδείχτη με τα περίεργα σχέδια.
Φέρνοντας τη σελίδα πιο κοντά στα μάτια του, κατάλαβε πως δεν ήταν σχέδια, αλλά αριθμοί, δέκα συνεχόμενοι αριθμοί. Έβγαλε το κινητό από την τσέπη του και κάλεσε το νούμερο. Μόλις άκουσε την φωνή της , της είπε «Έχω τον σελιδοδείχτη σου. Κι άρχισα να γράφω το δικό μου παραμύθι».

Το παιχνίδι



Η Βιολέτα κοίταξε το τηλέφωνο με μίσος. Ήθελε να το αρπάξει, να το τραβήξει βίαια μαζί με τα καλώδια και να το πετάξει κάτω. Κι αν δεν σπάσει σε επαρκώς μικρά κομμάτια, να χοροπηδήσει πάνω του μέχρι να γίνει σκόνη. Άπλωσε το χέρι της, έχοντας σκοπό να ικανοποιήσει την διάθεση της στιγμής, όταν το τηλέφωνο χτύπησε.
Έμεινε με το χέρι μετέωρο κι ένιωσε την γλύκα της αμφιβολίας να την τυραννά. Μετά από τρία κουδουνίσματα, άπλωσε το χέρι για να το τραβήξει αμέσως πίσω λες και το τηλέφωνο έκαιγε. Το τηλέφωνο συνέχισε να χτυπάει. Το άφησε να χτυπάει χωρίς να το σηκώσει. Δεν ήταν εκείνος.
Άνοιξε το ραδιόφωνο, πήρε το βιβλίο που είχε αφήσει στο τραπέζι και ξάπλωσε στον καναπέ. Θα προσπαθούσε να ηρεμήσει. Να ταξιδέψει στον κόσμο του βιβλίου και να μην σκέφτεται. Να μην σκέφτεται γιατί δεν την κάλεσε. Να μην σκέφτεται αν έχει κάνει κάποιο λάθος. Να μην τον σκέφτεται.
Το τηλέφωνο χτύπησε τρεις φορές και σταμάτησε. Κράτησε την ανάσα της, όπως συνήθιζε να κάνει πριν από κάθε μακροβούτι στην θάλασσα. Έκλεισε με μια κίνηση το ραδιόφωνο. Η σιωπή βάρυνε τον αέρα γύρω της. Το τηλέφωνο χτύπησε ξανά. Μία, δύο, τρεις φορές. Και σταμάτησε.
Σηκώθηκε κι άρχισε να ντύνεται βιαστικά. Ήταν το σιωπηλό μήνυμά του. Απλό, σύντομο, χαρακτηριστικό, με μια νότα μυστηρίου, όπως κι εκείνος. Κοίταξε κλεφτά στον καθρέφτη του χολ πριν να κλείσει την πόρτα πίσω της. Τα μάτια της έλαμπαν και τα μάγουλά της ήταν κατακόκκινα . Όπως κάθε φορά.
Κατέβηκε χοροπηδώντας τα σκαλιά τραγουδώντας ένα παιδικό τραγούδι , που της ήρθε στο μυαλό «μια δεκάρα η βιολέτα, τσιγκολελέτα, τσιγκολελέτα, δυο δεκάρες η βιολέτα…» .Γέλασε καθώς πηδούσε και με τα δύο πόδια τα τελευταία πέντε σκαλιά για να προσγειωθεί στην είσοδο. Άνοιξε την εξώπορτα και με αργά πλέον βήματα ανέβηκε τα σκαλιά , που οδηγούσανε στον δρόμο μπροστά από το σπίτι της.
Η βροχή είχε μόλις σταματήσει και ο δρόμος έλαμπε από το νερό που τον ξέπλυνε. Η ατμόσφαιρα ήταν θολή καθώς οι στάλες της βροχής εξατμιζόταν πάνω από την καυτή άσφαλτο. Διέκρινε την σκιά του που πλησίαζε κι έμεινε ακίνητη. Δεν γύρισε να κοιτάξει . Δεν έκανε ούτε ένα μικρό βήμα προς το μέρος του. Δεν το επέτρεπαν οι κανόνες του παιχνιδιού.
«Καλησπέρα Βιολέτα» είπε εκείνος φτάνοντας μπροστά της, ενώ έβγαζε από την τσέπη του το γνωστό άσπρο μαντήλι. «Είσαι έτοιμη;» συνέχισε , ενώ αυτή γυρνούσε για να της δέσει το μαντήλι πίσω από το κεφάλι, κλείνοντας τα μάτια της. «Δεν θα βρισκόμουν εδώ , αν δεν ήμουν» του απάντησε κι άπλωσε το χέρι της αναζητώντας τον. Ο ήχος των γνωστών βημάτων την προειδοποίησαν πως προχωρούσε μπροστά της.
Ξεχνώντας την όραση, εστίασε σε όλες τις άλλες αισθήσεις της προσπαθώντας να προσανατολιστεί και να τον ακολουθήσει. Ένιωσε την αδρεναλίνη να την πλημμυρίζει , όπως κάθε φορά που ξεκινούσε το παιχνίδι τους. Μερικές φορές είχε μπει στον πειρασμό να σηκώσει λίγο το μαντήλι, να κάνει μια μικρή παρασπονδία, να κλέψει λίγο, αλλά η περηφάνια και μια παλιοκαιρίτικη αίσθηση τιμής ,δεν της επέτρεπε να υποχωρήσει.
Είχε καιρό που έπαιζαν. Αρχηγός ήταν αυτός κι οι κανόνες όλοι δικοί του. Στην αρχή της άρεσε αυτό και δεν την πείραζε που έχανε. Αλλά τώρα τελευταία κάτι επαναστατούσε μέσα της. Ίσως γιατί το παιχνίδι έγινε πιο σημαντικό από την ζωή. Κι αυτό το ήξερε καλά πως ήταν λάθος κι ενάντια σε όλους τους κανόνες.
Σήκωσε ψηλά το κεφάλι της και προσπάθησε να τον εντοπίσει. Ήξερε πως δεν θα γύριζε να την συναντήσει έτσι και τον έχανε. Τάχυνε το βήμα της ενώ για πολλοστή φορά υποσχόταν στον εαυτό της πως σήμερα θα ήταν η τελευταία φορά. Η τελευταία φορά που έπαιζε το παιχνίδι του, η τελευταία φορά που κυνηγούσε την σκιά του, η τελευταία φορά που θα έχανε.
Στα ρουθούνια της έφτασε έντονη η μυρωδιά των σαπισμένων φύλλων . Τα πόδια της βούλιαξαν στη λάσπη. Ένιωσε να χάνει την ισορροπία της και άπλωσε τα χέρια να κρατηθεί. Άγγιξε τον κορμό ενός δέντρου και ψηλαφώντας πήγε κι ακούμπησε για μια στιγμή επάνω του. Πήρε βαθιές ανάσες για να ηρεμήσει την καρδιά της που χτυπούσε σαν τρελή.
Το αγαπούσε το δάσος και ειδικά το φθινόπωρο της άρεσε να περπατάει με τις ώρες μέσα του. Αλλά κάποιος αρχέγονος φόβος , την έκανε σήμερα να θέλει να φύγει. Σύντομα. Πριν να έρθει το βράδυ. Η μυρωδιά του φόβου μπερδεύτηκε με του βρεγμένου χώματος και των σαπισμένων φύλλων. Ανατρίχιασε.
Δεν τον άκουσε που την πλησίασε. Τινάχτηκε τρομαγμένη στο άγγιγμά του. Μετά από πολύ καιρό της έπιασε το χέρι και την οδήγησε χωρίς να μιλάει. Ένιωθε έντονα την παρουσία του δίπλα της και η ζεστασιά από το χέρι του ανέβηκε προς την καρδιά της. Πήρε βαθιές ανάσες να γεμίσει από την μυρωδιά του.
Κάποτε σταμάτησε να προχωράει κι ένιωσε τα δυο του χέρια στους ώμους της. «Σήμερα θα παίξουμε κρυφτό» της είπε. «Θα μετρήσεις μέχρι το δέκα αργά. Μετά θα βγάλεις το μαντήλι και θα ψάξεις να με βρεις. Αν δεν τα καταφέρεις μέχρι να βραδιάσει, γύρισε σπίτι. Θα σε καλέσω για το επόμενο παιχνίδι».
Η Βιολέτα έγνεψε καταφατικά, ενώ οι ερωτήσεις που δεν έκανε, στριφογύριζαν στον μυαλό της. Ήταν η πρώτη φορά που θα έβγαζε το μαντήλι. Θα ήταν η όραση αλήθεια βοηθός ή εμπόδιο στην αναζήτηση; Τι θα γινόταν αν τον έβρισκε; Τι θα γινόταν αν βράδιαζε κι αυτή επέμενε στην αναζήτηση; Κι αν τον έβρισκε , θα είχε άραγε κερδίσει;
Μέτρησε αργά μέχρι το δέκα. Άκουγε τα βήματα του που απομακρυνόταν. Ανάμεσα σε κάθε αριθμό δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια της , μουσκεύοντας το μαντήλι. Όταν έφτασε στο δέκα έλυσε με αργές κινήσεις το μαντήλι. Σκούπισε το πρόσωπό της από τα δάκρυα που το λέρωσαν κι έμεινε για μια στιγμή ακίνητη.
Έδεσε το μαντήλι στα μαλλιά της. Δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω. Μ’ ένα πεισματάρικο χαμόγελο στα χείλη άρχισε να χοροπηδάει φεύγοντας προς την αντίθετη κατεύθυνση που άκουσε τα βήματά του.
Το γέλιο της μαζί με το τραγούδι διέσχιζε το δάσος «μια δεκάρα η Βιολέτα , τσιγκολελέτα- τσιγκολελέτα, δυο δεκάρες η Βιολέτα, τσιγκολελέτα- τσιγκολελέτα και πράσινα κουφέτα».

Ο ιστός




Η Μαρκέλλα προχωρούσε τραγουδώντας στο μονοπάτι του δάσους. Ήταν χαρούμενη και γεμάτη ενεργητικότητα καθώς η μέρα προμηνυόταν ηλιόλουστη και λαμπερή, μετά από μέρες βροχής, που την είχαν καθηλώσει μέσα.
Είχε φύγει από το σπίτι στα κλεφτά, πατώντας στις άκρες των δαχτύλων της, για να μην ξυπνήσει κανέναν. Δεν ήθελε να ξεκινήσει την μέρα της με την ρουτίνα του πρωινού, δεν ήθελε να την προσγειώσουν πριν ακόμα πετάξει. Η αίσθηση ότι το έσκασε από την καθημερινότητα, την έκανε να τραγουδάει.
Το φθινόπωρο είχε μπει για τα καλά και το δάσος στολισμένο με το κόκκινο, το καφέ, το χρυσαφί και το κίτρινο των φύλλων ήταν μαγευτικό. Οι μέρες άρχισαν να μικραίνουν και η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος μεθούσε τις αισθήσεις της.
Το δάσος έσφυζε από ζωή. Έβλεπε γύρω της ζώα κρύβουν αποθέματα τροφής, άλλα να κυνηγούν για να παχύνουν κι άλλα να τακτοποιούν τη φωλιά τους. Όλοι ετοιμάζονταν για τον χειμώνα .Το ίδιο έπρεπε να κάνει κι αυτή. Αλλά πάντα απεχθανόταν τα πρέπει.
Πήγε κάτω από ένα δέντρο και κούνησε απαλά το πρώτο κλαδί που έφτανε το χέρι της. Σήκωσε το πρόσωπό της με προσμονή , έκλεισε τα μάτια κι άφησε τις στάλες τις βροχής, που έπεσαν από τα φύλλα, να της ξεπλύνουν το πρόσωπο. Ένιωσε αμέσως να χαλαρώνει.
Κράτησε το χέρι της ακίνητο για να μην κυλήσει η σταγόνα που τρεμάμενη έκατσε πάνω του. Μια ηλιαχτίδα που τρύπωσε ανάμεσα στα κλαδιά, έδωσε στην σταγόνα χρώματα και ζωή. Η Μαρκέλλα χαμογελώντας έφερε το χέρι της στο ύψος των ματιών για να την θαυμάσει. Την έφερε στα χείλη της και χαμογέλασε.
Άρχισε να χορεύει ακούγοντας την μουσική της καρδιάς της και το κελάηδημα των πουλιών. Τα βήματά της τυφλά την οδηγούσαν σε μέρη απάτητα, στην καρδιά του δάσους μέχρι που ο μόνος ήχος που άκουγε ήταν το τρίξιμο των φύλλων στο ανάλαφρο πάτημά της και οι χτύποι της καρδιάς της. Σταμάτησε λαχανιασμένη κι έκατσε στον κορμό ενός δέντρου.
Εκεί ο ήλιος δεν είχε φτάσει ακόμα. Η πρωινή πάχνη τύλιγε τα πάντα γύρω της και μια χλωμή ομίχλη άφηνε την υποψία πως η μέρα παραμόνευε, αλλά ήταν ακόμα μακριά. Είχε κάτι απόκοσμο και οικείο, σαν όνειρο που δεν θυμάσαι το πρωί , αλλά νιώθεις τον αντίκτυπό του.
Και τότε τον είδε. Ήταν το ομορφότερο πράγμα που είχε δει στην ζωή της. Ανάμεσα σε δύο κοντινά δέντρα ένας ιστός αράχνης, λεπτοδουλεμένος, με τις στάλες τις βροχής να λαμπυρίζουν επάνω του σαν μικρά διαμάντια. Έκλεισε τα μάτια θαμπωμένη για να τα ανοίξει αμέσως μετά, φοβούμενη μην τον χάσει από τα μάτια της. Πλησίασε πιο κοντά , κρατώντας την ανάσα της για να μην τον χαλάσει.
Άκουσε τα βήματα κι είδε το λεπτό νήμα που έπεσε από ψηλά. Η μεγάλη μαύρη αράχνη κατέβαινε να επιθεωρήσει το έργο της. Η Μαρκέλλα ανατρίχιασε αλλά έμεινε ακίνητη. Μαγεμένη την είδε να προσγειώνεται στον ιστό και να περπατάει πάνω του, διορθώνοντας μικρές ατέλειες.
Όταν άκουσε το τραγούδι , γύρισε ξαφνιασμένη ψάχνοντας την πηγή του. Κοίταξε με έκπληξη την αράχνη κι έκανε ένα βήμα μπροστά. Η αράχνη τραγουδούσε. Κάθε μπάλωμα στον ιστό κι ένα τραγούδι αγαπημένο, που μιλούσε μέσα στην καρδιά. Κι αντί αυτό να φαίνεται παράταιρο, έδειχνε απόλυτα ταιριαστό.
Έκανε ένα ακόμα βήμα μπροστά. Ένιωσε τις στάλες της βροχής να μουσκεύουν τα μαζεμένα της φτερά, καθώς ο αραχνοΰφαντος ιστός κόλλησε πάνω της. Προσπάθησε να κάνει πίσω, αλλά το αποτέλεσμα ήταν να μπλεχτεί ακόμα περισσότερο στο λεπτό νήμα. Άπλωσε τα χέρια να το σκίσει , αλλά ανακάλυψε έντρομη πως αν και λεπτό, το νήμα ήταν πολύ ανθεκτικό.
Η αράχνη δεν γύρισε να την κοιτάξει. Συνέχισε να τραγουδάει και να προχωράει προς την αντίθετη κατεύθυνση μπαλώνοντας τα μικρά κενά και ταχτοποιώντας τις στάλες της βροχής στο διάβα της . Ένιωσε πολύ μικρή και ανίσχυρη, ενώ ο φόβος ότι θα έμενε ξεχασμένη εκεί, παγιδευμένη από την περιέργεια και το θάμπωμά της από την ομορφιά, υπερτερούσε του ένστικτου της επιβίωσης.
Άρχισε να φωνάζει δυνατά καλώντας την αράχνη να γυρίσει πίσω. Όταν εκείνη εξακολούθησε να την αγνοεί , άρχισε να βρίζει και καταριέται. Κι όταν την έχασε τελικά από τα μάτια της, άρχισε να κλαίει. Κι ενώ τα δάκρυά της κυλούσαν ασταμάτητα , είδε πως μεταμορφώνονταν σε μικρά διαμαντάκια που την στόλιζαν. Σκούπισε τα μάτια της με την ανάστροφη του χεριού της και μάζεψε μια χούφτα λαμπερά διαμαντάκια.
Ήξερε από μαγεία και σπάνια την ξάφνιαζε το παράδοξο. Αλλά αυτό δεν το είχε συναντήσει μέχρι σήμερα. Κοίταξε πιο προσεχτικά τον ιστό, που την μάγεψε και παγίδεψε με την ομορφιά του. Τότε κατάλαβε πως αυτά που είχε θεωρήσει στην αρχή σταγόνες της βροχής, ήταν τα δάκρυα της αράχνης.
Χάιδεψε τον ιστό που την τύλιγε κι ένιωσε πως κάτω από το ανθεκτικό μεταξένιο νήμα και τα πολύπλοκα σχέδια ήταν κρυμμένα όλα τα τραγούδια, τα όνειρα, η απογοήτευση, η περηφάνια και η σκληρότητα της αράχνης. Ένιωσε ένα τσίμπημα στην καρδιά της , που η αδρεναλίνη την έκανε να χτυπάει σαν τρελή. Είχε ακούσει γι’ αυτό, αλλά δεν το είχε νιώσει ποτέ μέχρι σήμερα. Δεν θα προσπαθούσε να ξεφύγει.
Περίμενε ώρες. Ξαπλωμένη πάνω στον ιστό, χαλαρή και ακίνητη, παρακολουθούσε τα έντομα, που ξεγελασμένα μπλεκόταν στον ιστό κι έμεναν παγιδευμένα χάρη στην κόλλα, που υπήρχε κρυμμένη στην έλικα που διέσχιζε κυκλικά τον ιστό, από το κέντρο ως την άκρη του. Ένιωθε τον φόβο τους και τα λυπόταν ξέροντας πως θα άφηναν εκεί την τελευταία τους πνοή χωρίς να έχουν καταλάβει την ομορφιά του.
Είχε αρχίσει να λαγοκοιμάται, όταν άκουσε το τραγούδι. Γύρισε γεμάτη προσμονή κι είδε την αράχνη να έρχεται προς το μέρος της. Το πρόσωπό της ήταν στην σκιά και δεν μπορούσε να μαντέψει τα συναισθήματά της, αλλά δεν ένιωθε καθόλου φόβο, μόνο προσμονή. Το τραγούδι σταμάτησε και το μόνο που ακουγόταν ήταν τα βήματα της αράχνης καθώς πλησίαζε και ο αναστεναγμός των εντόμων.
Έφτασε κοντά της και την κοίταξε στα μάτια. «Γιατί δεν έφυγες» την ρώτησε. «Ξέρω πως το μπορούσες». Η Μαρκέλλα χαμογέλασε και είπε «διάβασα τον ιστό σου. Είδα τα διαμάντια και κατάλαβα την σημασία τους. Θέλω να μείνω μαζί σου». Η αράχνη πλησίασε ώσπου το πρόσωπό της κόλλησε στο δικό της.
«Είμαι το πιο ακατάλληλο άτομο για εσένα. Δεν θέλω για να σε αφήσω να ελπίζεις σε ένα όνειρο που δεν μπορούμε να ζήσουμε μαζί. Έχεις όμορφη ψυχή και είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο ότι μαζί μου η ζωή σου θα είναι κόλαση. Δεν θα μπορέσεις να βαδίσεις μαζί μου στον ιστό, ούτε να κυνηγάς έντομα για να ζήσεις. Κι αυτός ο ιστός δεν φτιάχτηκε για σένα».
Η Μαρκέλλα δεν απάντησε. Άπλωσε μόνο τα χέρια της και αγκάλιασε σφιχτά την αράχνη. Δεν χαλάρωσε το αγκάλιασμά της ούτε όταν προσπάθησε βίαια να της ξεφύγει. Η αράχνη την ελευθέρωσε από τα δεσμά της και την καθάρισε από την κόλλα. Ώρες μετά την αγκάλιασε με την σειρά της. Κι έτσι αγκαλιασμένους τους βρήκε το πρωί.
Με την πρώτη ηλιαχτίδα η αράχνη έφυγε. Η νεράιδα σηκώθηκε χαμογελώντας. Πήρε ένα διαμάντι από τον ιστό και στόλισε τα μαλλιά της.

Η κλεψύδρα





Στριφογύριζε ώρα στο κρεβάτι χωρίς να καταφέρει να κοιμηθεί κι αυτό το βράδυ. Κούρασε το κορμί και το μυαλό όλη την μέρα , ελπίζοντας πως θα τα κατάφερνε. Όμως κι αυτό το βράδυ θα ήταν ατελείωτο.
Σηκώθηκε, πήρε τα γνωστά σύνεργα και πήγε στο σαλόνι. Άναψε τα κεριά πάνω στο τραπέζι κι έβαλε μουσική. Έστησε τον καθρέφτη απέναντί της και πήρε στα χέρια την μικρή κλεψύδρα . Κοίταξε τα κομμένα μάτια της κι είδε το φως των κεριών μέσα τους. Γύρισε με μια αποφασιστική κίνηση την κλεψύδρα.
Τα μάτια της έμειναν ανέγγιχτα από τον χρόνο. Μέσα τους έβλεπε το κορίτσι που ήταν , την γυναίκα που έγινε, την γριά που θα έρθει. Χαμογέλασε στον καθρέφτη περιπαιχτικά. Το σωτήριο χαμόγελο, το έμβλημα και το όπλο της, ήταν ακόμα εκεί και περίμενε .
Δεν την πείραζε ο χρόνος που κυλούσε. Δεν την ενοχλούσαν οι μικρές ρυτίδες, οι πρώτες άσπρες τρίχες, τα λάθη που είχε κάνει, οι πληγές που δεν έκλεισαν. Γι’ αυτήν ήταν πάντα δεμένα με τα χαμόγελα, τις στιγμές ευτυχίας, την γνώση που απέκτησε, την εμπειρία των αισθήσεων.
Εκείνο που την ενοχλούσε όλο και περισσότερο τον τελευταίο καιρό ήταν η αίσθηση πως ο χρόνος είχε συρρικνωθεί κι ότι δεν προλάβαινε να βαδίσει παράλληλα μαζί του. Το τυπικό 24ώρο δεν της έφτανε για να ονειρευτεί. Και δεν μπορούσε να επεκτείνει την διάρκειά του, ούτε να κλέψει χρόνο εις βάρος της υπόλοιπης ταχτοποιημένης ζωής της.
Πέρασε αρκετά χρόνια χωρίς όνειρα. Χρόνια απόλυτης νηνεμίας , που όμως δεν της χάρισαν γαλήνη. Είχε πέσει σ’ ένα κώμα , που το ξύπνημα απ’ αυτό, έκανε πιο έντονη την δίψα για τις στιγμές που έχασε. Κι όλα ξεκίνησαν από την μικρή κλεψύδρα, που βρήκε τυχαία.
Πριν από μερικούς μήνες αποφάσισε να ανακαινίσει κάποια δωμάτια του σπιτιού. Πήρε μεγάλα χαρτοκιβώτια κι άρχισε να αδειάζει προσεχτικά τα συρτάρια, ξεκαθαρίζοντας επί ευκαιρία τα άχρηστα και ξεχασμένα αντικείμενα. Τότε την είδε. Μια μικρή κλεψύδρα , που δεν θυμόταν πως βρέθηκε ανάμεσα στα πράγματά της. Την έβαλε πάνω στο τραπέζι και ξεχάστηκε εκεί.
Εκείνο το βράδυ δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Πήγε στο σαλόνι , άναψε τα κεριά για να μην ενοχλεί το φως τους άλλους κατοίκους του σπιτιού κι έκατσε οκλαδόν στο χαλί, όπως συνήθιζε, ανάμεσα στο τραπεζάκι και τον καναπέ . Χάιδεψε με τα ακροδάχτυλα τα φύλλα των άσπρων τριαντάφυλλων, που είχε στο βάσο.Είδε τον παλιό επιτραπέζιο καθρέφτη, που είχε παρατήσει πάνω στο τραπέζι με σκοπό να τον πετάξει κι αναστενάζοντας τον έφερε μπροστά της.
Την τρόμαξε η παραίτηση που είδε στο πρόσωπό της. Ύψωνε πάντα σαν λάβαρο το μαχητικό της πνεύμα και δεν είχε καταλάβει πόσο είχε κουραστεί. Κοίταξε ακόμα πιο προσεκτικά το είδωλό της κι είδε πως κάτι έλειπε. Τα μάτια της έδειχναν ξεθωριασμένα σαν μουτζούρα στον καθρέφτη. Είχε χάσει τα άστρα των ματιών της.
Έκπληκτη και μουδιασμένη έπιασε μηχανικά την μικρή κλεψύδρα , την έφερε ανάμεσα στο πρόσωπό της και στον καθρέφτη και την αναποδογύρισε. Παρατηρούσε την άμμο που κυλούσε αργά , έβλεπε προσεχτικά κάθε κόκκο που έπεφτε κι ένιωσε μια περίεργη ζαλάδα. Έκλεισε τα μάτια της.
Άκουσε το θόρυβο των κυμάτων , ένοιωσε την μυρωδιά της θάλασσας και των πεύκων κι ανατριχιάζοντας άνοιξε τα μάτια. Είδε τον ήλιο να προβάλλει βάφοντας τον ουρανό με το μαγικό του πινέλο κι εκεί μπροστά της έναν γλάρο να πετάει στο φως. Τον γλάρο που είχε υποσχεθεί πως δεν θα χάσει ποτέ από τα μάτια της.
Έβγαλε μια κραυγή κι ο γλάρος γύρισε και την κοίταξε . Πέταξε γρήγορα κοντά της και έκατσε δίπλα της. «Θα είμαι εδώ» της είπε. «Όσο θα έρχεσαι και θα με ζητάς , θα είμαι εδώ για σένα. Θα είμαι εδώ να σε ξυπνάω από τον λήθαργο».Άπλωσε τα χέρια της να τον πιάσει κι αυτός πέταξε μακριά. Χαμογέλασε νιώθοντας την ζεστασιά της ελπίδας.
Όταν άνοιξε τα μάτια της , ο χρόνος της κλεψύδρας είχε τελειώσει. Δεν είχε μείνει ούτε ένας κόκκος άμμου. Κοίταξε με φόβο και ελπίδα την πυξίδα. Είχε περάσει μόνο μισή ώρα, αλλά ήξερε πως κράτησε πολύ περισσότερο στο ρολόι της καρδιάς της.
Ένιωσε το άρωμα από τα τριαντάφυλλα που ήταν στο τραπέζι και στρέφοντας το βλέμμα επάνω τους είδε πως είχαν γίνει κόκκινα. Κοίταξε τα μάτια της στον καθρέφτη και τα είδε να λάμπουν ξανά. Έσβησε τα κεριά και πήγε να ξαπλώσει. Η μαγεία είχε μπει στην ζωή της κι ο ύπνος χωρίς όνειρα ήταν καλοδεχούμενος.
Πέρασαν μήνες από εκείνη την πρώτη φορά. Κάθε βράδυ επαναλάβανε την ίδια διαδικασία, μην τολμώντας να αλλάξει την παραμικρή λεπτομέρεια , από φόβο μήπως χάσει το όνειρο. Κυνηγώντας το όνειρο, επεκτείνοντας τον χρόνο, γυρνώντας την κλεψύδρα ξανά και ξανά. Κι ο γλάρος ήταν πάντα εκεί.
Τα τελευταία βράδια η μαγεία ήρθε , αλλά αυτός ήταν απών. Γύριζε την πυξίδα, κλέβοντας κι άλλο χρόνο, μέχρι που την έβρισκε ξάγρυπνη το πρωί. Ήταν μόνη στο όνειρο κι η μαγεία της άφηνε την αίσθηση της άμμου στο στόμα. Σαν ναρκομανής γυρνούσε ξανά το βράδυ, παρά τις υποσχέσεις της προηγούμενης μέρας, προσπαθώντας να γυρίσει πίσω και να καταλάβει τι λάθος είχε κάνει.
Σήμερα για πρώτη φορά ήταν θυμωμένη. Οι άυπνες νύχτες την είχαν διαλύσει συναισθηματικά. Έστησε μπροστά της τον καθρέφτη. Κοίταξε τα λαμπερά μάτια της κι απέστρεψε το βλέμμα με θυμό , που ολοένα μεγάλωνε. Κράτησε για λίγη ώρα την κλεψύδρα στα χέρια της περιστρέφοντάς την , μία επάνω μία κάτω χωρίς να την αφήνει από τα μάτια της. Με μια αποφασιστική κίνηση την πέταξε κάτω.
Το γυαλί έσπασε και κόκκοι άμμου άρχισαν να κυλούν στο πάτωμα. Ένιωσε να στεγνώνει και διαλύεται. Ζαλίστηκε κι έκλεισε τα μάτια. Δεν μπορούσε να ανασάνει. Ο αέρας μέσα στην κλεψύδρα λιγόστευε. Κυλούσε σαν κόκκος κι έπεφτε χτυπώντας και ματώνοντας. Εγκλωβισμένη στην κλεψύδρα του ονείρου εξαφανιζόταν.
Άκουσε το θόρυβο των κυμάτων , ένοιωσε την μυρωδιά της θάλασσας και των πεύκων κι ανατριχιάζοντας άνοιξε τα μάτια. Είδε τον ήλιο να προβάλλει βάφοντας τον ουρανό με το μαγικό του πινέλο κι εκεί μπροστά της έναν γλάρο να πετάει στο φως.. Καθώς μια ηλιαχτίδα έπεσε πάνω του, κάτι έλαμψε στο φως της. Έβαλε τα χέρια της αντήλιο κι είδε πως στο ράμφος του κρατούσε μια μικρή κλεψύδρα.